Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Ποιό είναι το νόημα της Ευρώπης;

Ποιό είναι το νόημα της Ευρώπης; Η απειλή μίας ξαφνικής διάλυσης της ευρωζώνης –και, ταυτόχρονα, της Ευρωπαϊκής Ένωσης- υποχωρεί όλο και περισσότερο. Ωστόσο, προκαλεί σύγχυση το αποτέλεσμα των πρόσφατων ιταλικών εκλογών, με την Ιταλική Γερουσία να κυριαρχείται από ένα καθαρά αντιευρωπαϊκό κόμμα και την Βουλή των Αντιπροσώπων να κυριαρχείται από φιλοευρωπαϊκή πλειοψηφία. Όλο αυτό έχει ζωντανέψει ξανά το διάλογο σχετικά με τον σκοπό της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. 
Οι Ευρωπαίοι είναι δύσκολο να βρουν ένα θετικό τρόπο να περιγράψουν την δοκιμασία που περνούν εδώ και έξι δεκαετίες. Μία κοινή ερμηνεία είναι ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα ωφελήσει τους ανθρώπους. Η ενοποίηση υποτίθεται ότι είναι θεμέλιο της ευημερίας. Από την αρχή υπήρξε υπεράσπιση για την Κοινή Αγορά, λόγω των κερδών που θα επέφερε από την αύξηση του εμπορίου. Παρόμοια ήταν τα επιχειρήματα για την ενοποίηση των κεφαλαιαγορών και του ενιαίου νομίσματος.
Όλα αυτά μας θυμίζουν ορισμένα ισχυρά επιχειρήματα του δεκάτου ενάτου αιώνα, σχετικά με την εθνική ολοκλήρωση και την ενοποίηση. Ειδικότερα, οι δύο χώρες των οποίων τα προβλήματα καθοδήγησαν μεγάλο μέρος της ανάγκης για ενοποίηση στην Ευρώπη του εικοστού αιώνα –η Γερμανία και η Ιταλία- ήταν αρκετά ποικιλόμορφες, από πολιτική και οικονομική άποψη. Και στις δύο χώρες, ο ρομαντικός εθνικισμός των αρχών του δεκάτου ενάτου αιώνα, έδωσε τη θέση του σε μία πραγματιστική εμμονή με τις οικονομικές δυνάμεις, μετά τις αποτυχημένες επαναστάσεις του 1848.
Ο σημαίνων Γερμανός δημοσιογράφος Ludwig von Rochau, ο οποίος επινόησε και τον όρο «Ρεαλπολιτίκ», περιέγραψε τη νέα γερμανική διάθεση τις παραμονές του τελευταίου πολέμου ενοποίησης του Ότο φον Μπίσμαρκ. Η γερμανική ενοποίηση δεν ήταν συναισθηματικό ζήτημα· ήταν «μία πεζή  επιχειρηματική συναλλαγή, από την οποία κανείς δεν θα έβγαινε χαμένος, αλλά όλοι θα έπρεπε να αρπάξουν όσα περισσότερα μπορούσαν για τον εαυτό τους».
Οι Ιταλοί μοιράζονταν την ίδια λογική μετά την απογοήτευση του 1848. Ο πατριωτισμός θα μπορούσε να δημιουργήσει επιχειρηματικές ευκαιρίες. Ο μεγάλος φιλελεύθερος πολιτικός της Φλωρεντίας, Μπετίνο Ρικασόλι, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Τοσκάνη δεν θα μπορούσε να επιβιώσει οικονομικά από μόνη της. 
Αυτό το είδος οικονομικού εθνικισμού στη Γερμανία και την Ιταλία παρήγαγε, για σύντομο χρονικό διάστημα, συνασπισμούς συμφερόντων που υποστήριζαν την στροφή προς την εθνική ενοποίηση υπό τον Μπίσμαρκ και τον Καβούρ. Αλλά, η αξιοπιστία του εθνικού σχεδίου φάνηκε να καταρρέει όταν κλονίστηκε η ανάπτυξη, οδηγώντας στην εμφάνιση κινημάτων που υπερασπίστηκαν την επιθετική, συγκρουσιακή, και βίαια διεκδίκηση της πολιτιστικής ταυτότητας.
Σήμερα, στον εικοστό πρώτο αιώνα, ο Μάριο Μόντι είναι διάδοχος αυτών των πατριωτών του δεκάτου ενάτου αιώνα, οι οποίοι υποστήριξαν την οικονομική αναγκαιότητα της εθνικής ενότητας. Τώρα, η ευρωπαϊκή ενότητα είναι αυτή που χρειάζεται για οικονομικούς λόγους. Αυτό το όραμα της Ευρώπης δεν είναι ιδεαλιστικό· έχει απλά να κάνει με το πώς ο εξευρωπαϊσμός μπορεί να ωφελήσει τους Ιταλούς. Και, σαν τον πρόδρομό του τον δέκατο ένατο αιώνα, το όραμα αυτό είναι ευάλωτο σε σοβαρές οπισθοδρομήσεις, ιδιαίτερα όταν φαίνεται να φέρνει μόνο πόνο και δυστυχία. 
Πράγματι, όταν οι σημερινοί Ευρωπαίοι στρέφουν το βλέμμα τους στο μέλλον, τα μόνα που μπορούν να διακρίνουν είναι παρατεταμένη ύφεση και λιτότητα. Η Ευρώπη δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά θυσία: οι βόρειοι Ευρωπαίοι πληρώνουν για τα δεινά της νότιας Ευρώπης μέσω μεγάλων χρηματικών μεταφορών, και οι νότιοι Ευρωπαίοι αποπληρώνουν επαχθή –και ίσως εξωφρενικά- επίπεδα χρέους.
Μία παραλλαγή του οικονομικού επιχειρήματος για την ευρωπαϊκή ενότητα, είναι ο ισχυρισμός ότι η ενισχυμένη ολοκλήρωση κάνει ευκολότερη τη χρηματοδότηση του χρέους, επειδή τα επιτόκια είναι χαμηλότερα. Η μείωση του κόστους δανεισμού αποτέλεσε ισχυρό κίνητρο κατά τη δεκαετία του 1990 για τις κυβερνήσεις του ευρωπαϊκού νότου ώστε να ενταχθούν στη νομισματική ένωση. Ωστόσο, το κόστος της μετακίνησης σε ένα περιβάλλον μη αθέτησης είναι υψηλό.
Σε αυτό το σημείο, είναι χρήσιμος και ένας ακόμα παραλληλισμός από την ευρωπαϊκή ιστορία. Η Γαλλία του παλαιού καθεστώτος (καθεστώτος Ancien) επέβαλε επανειλημμένα ημι-αθέτηση στους πιστωτές της, μειώνοντας τα επιτόκια και παρατείνοντας τις διάρκειες. Τη δεκαετία του 1870, προέκυψε νέα συναίνεση κατά των μέτρων αυτών. Ωστόσο, η αδυναμία αύξησης των εσόδων πυροδότησε τότε τη Γαλλική Επανάσταση, με τους επαναστάτες να απαιτούν φόρους δήμευσης και επιβολές φόρων στην πλούσια ελίτ.
Ο εναλλακτικός τρόπος σκέψης, ο οποίος δεν βλέπει την ευρωπαϊκή ενοποίηση απλά ως μέσο δημιουργίας πλούτου και ευημερίας, την παρομοιάζει συχνά με έναν γάμο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, για παράδειγμα, ο τότε Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζακ Ντελόρ, προωθώντας την προοπτική μίας Ευρώπης δύο ταχυτήτων, υποστήριξε ότι μία ή δύο χώρες μπορεί να χρειάζονταν «ένα διαφορετικό συμβόλαιο γάμου».
Η αναλογία του γάμου χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να επισημάνει το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή σχέση ήταν αποκλειστική. Οι Ευρωπαίοι είχαν μία αποκλειστική σχέση μεταξύ τους, στην οποία κανείς –ιδιαίτερα οι Ηνωμένες Πολιτείες- δε μπορούσε να επέμβει. Όπως είχε δηλώσει το 1997 και ο Ντομινίκ Στρος-Καν, τότε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, «Οι παντρεμένοι άνθρωποι δεν θέλουν τρίτους στην κρεβατοκάμαρα.»
Ωστόσο, ο γάμος είναι ένας θεσμός που μπορεί να κρύβει πολλά προβλήματα (όπως άλλωστε γνωρίζει καλύτερα από πολλού ο Στρος-Καν). Ο Βρετανός οικονομικός δημοσιογράφος Μάρτιν Γουλφ αντιλαμβάνεται την Ευρώπη ως ένα γάμο που κρατιέται ζωντανός μόνο εξαιτίας του υψηλού κόστους του διαζυγίου. Άλλοι τον αντιλαμβάνονται ως έναν γάμο-απάτη.
Οι παραδοσιακοί γαμήλιοι όρκοι συνεπάγονται μία ένωση που δεσμεύει τους συντρόφους υπό όλες τις συνθήκες: στον πλούτο και στη φτώχεια, στην αρρώστια και στην υγεία. Ακόμα και αν ο γάμος δεν ωφελήσει τους συντρόφους, και πάλι αυτοί θα πρέπει να μην τον αφήσουν. Έτσι, οι γείτονες που έχουν ένα παρελθόν βίας και αντιπαραθέσεων, δεν είναι πάντα συνετό να συμφιλιώνονται μέσω του γάμου.
Το πρόβλημα ήταν ότι οι Ευρωπαίοι δεν κατάλαβαν τι σημαίνει πραγματικά «γάμος» και γιατί έπρεπε να θέλουν να παντρευτούν. Παρασυρμένοι από υποσχέσεις υλικής ευημερίας και ασφάλειας, υπερέβαλαν στις προσδοκίες τους σχετικά με τη ρομαντική ευδαιμονία που θα ακολουθούσε.
Η αναλογία του «δυστυχισμένου» γάμου για την τρέχουσα δυσφορία της Ευρώπης, παρόλο που είναι καταθλιπτική, είναι χρήσιμη. Δείχνει τουλάχιστον ότι οι Ευρωπαίοι δεν είναι ενωμένοι μόνο για υλικούς λόγους. Ωστόσο, μέχρι να το κατανοήσουμε αυτό πλήρως, η Ευρώπη πρέπει να είναι προετοιμασμένη για περισσότερες αποτυχίες και οπισθοδρομήσεις, που σημαίνει ότι πρέπει ακόμη να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα: Γιατί να συνεχίσουμε την πορεία μας μαζί, ειδικά σε μία εποχή που όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι επιλέγουν να μην παντρευτούν καν;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου