Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Αυτο(κινητο)μανία vs. Αυτο(κινητο)φοβία (7) - «Λολίτα - … φως της ζωής μου, φωτιά των λαγόνων μου. Άμαρτημά μου εσύ, ψυχή μου»

Οι «καιροί της αφθονίας» που ακολούθησαν τον (ευρωπαϊκο-ιαπωνικό) χαλασμό του 2ου παγκοσμίου πολέμου και έθεσαν τις (υλικές και αξιακές) βάσεις του τωρινού (και βραχυπρόθεσμου, τουλάχιστον) καταναλωτικού μοντέλου ζωής, πυροδότησαν και μια "δραματική" συζήτηση για τη φθοροποιό ιδιότητα (και, κατά συνέπεια, επιρροή) του πλούτου.




(Πηγή:Consumer Wealth and Spending: The $12 Trillion Opportunity)

Περισσότερο από ό,τι συνέβαινε κατά τη δεκαετία του 1920, διανούμενοι και κριτές του καλού γούστου εκδήλωναν πλέον την ανησυχία τους για το ηθικό ανάστημα μιας χώρας οδηγών. Η επίθεση δεν ήρθε από τη μεριά της θρησκευτικής αντίδρασης όπως θα περίμενε κανείς.

(Και) αυτήν και τους οπαδούς της είχε, υποθέτω, ο σκανδαλιάρης Ναμπόκοφ στο μυαλό του όταν έγραφε για το καυλιάρικο νυμφίδιο «Λολίτα - … φως της ζωής μου, φωτιά των λαγόνων μου. Άμαρτημά μου εσύ, ψυχή μου» (1955):
"Back Seat Dodge ’38" - EdwardKienholz, 1964


«Σε όλη τη διαδρομή μας αμέτρητα μοτέλ διαφήμιζαν τις κενές θέσεις τους με επιγραφές νέον, έτοιμα να φιλοξενήσουν πωλητές, δραπέτες, χαμένα κορμιά, οικογένειες, καθώς και τα πιο διεφθαρμένα και παθιασμένα ξευγάρια. Ω ευγενείς οδηγοί, σεις που ταξιδεύται μέσα στις θεοσκότεινες καλοκαιριάτικες νύχτες (σ.σ.: σικ), τί άγρια παιχνίδια, τι διαστροφές του πόθου θα μπορούσατε να δείτε από τους άψογους αυτοκινητοδρόμους σας εάν οι τοίχοι των φτηνών δωματίων έχαναν ξαφνικά τα χρώματά τους και γίνονταν διαφανείς σα γυάλινα κουτιά».

[Φαίνεται πως η θρησκευτική αντίδραση ξέρει άριστα να "κάνει τον Κινέζο" όταν από κάτι παράγεται χρήμα και κέρδος. Έτσι θεωρήθηκε ότι το αυτοκίνητο ενισχύει το δέσιμο της οικογένειας αφού διευκολύνει τις οικογενειακές εξορμήσεις στην ύπαιθρο (βασικό συστατικός της όλης «αφήγησης» της θρησκευτικής αντίδρασης). Έτσι: απλά και κατανοητά.]


Αν ο Χέρμαν Έσσε ήταν ακραία ριζοσπαστικός (σικ) στον «Λύκο της Στέπας» (1927) [1*] όταν, έχοντας κατά νου του τη χρήση του αυτοκινήτου κατά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και τις πρώτες εκατόμβες των θυμάτων του οδικού εμφύλιου πολέμου, προσπάθησε να κατανοήσει τις ασυνείδητες δυνάμεις  και τα κινήτρα που θεμελιώνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά,  περιέγραφε (και κατά ορισμένους πρότεινε) την εκτέλεση των οδηγών από ελεύθερους σκοπευτές και τον εμπρησμό των αυτοκινήτων, κι ο ΤΣ Έλιοτ προσπαθούσε να δώσει το έναυσμα για αντίσταση στους πιστούς και λιγότερο στους καλόγουστους:

"Ταξίδεψα στα προάστια κι εκεί μου είπαν:
Εμείς μοχθούμε για έξι ημέρες, την εβδόμη πρέπει να οδηγήσουμε.
.."
(Δέκα χωρικά από το Βράχο, 1934)

όταν ήρθε η μαζοποίηση της αυτοκίνησης, οι καλόγουστοι φρίκαραν.

Ο ελβετός συγγραφέας Max Frisch στο μυθιστόρημά του Stiller (1954) περιγράφει γλαφυρά τη μάταιη αναζήτηση των αμερικανών οδηγών για ψυχαγωγία:

«Τις Κυριακές, εκαντοντάδες χιλάδες αυτοκίνητα διασχίζουν, για παράδειγμα, τη γέφυρα Ουάσινγκτον και μπορείς να δεις μια ολόκληρη στρατιά Νεοϋορκέζων που αναζητούν αγωνιωδώς τη φύση. Μα η φύση είναι κιόλας εκεί: λίμνες αστρ΄φτουν δίπλα τους, άλση από καταπράσινους θάμνους, παρθένα δάση και παραδίπλα λιδάδια χωρίς ούτε ένα σπίτι. Μια γιορτή για τα μάτια, ένας παράδεισος. Αλλά εκείνοι όλα αυτά τα προσπερνούν τρέχοντας με τα αυτοκίνητά τους»

Το «ανατριχιαστικό» αυτό θέαμα, εξόργισε τον Lewis Mumford, τον αυτοδίδακτο πολυμαθή και σημαντικότερο κριτικό του τεχνικού πολιτισμού του 20ου αιώνα και (κατά συνέπεια;) του αυτοκινήτου.

Κι η οργή ήταν για τα αποτέλεσματα μιας «λανθασμένης» ιδέας. Της ιδέας:

«ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα αν κάνουμε την πόλη όλο και λιγότερο κατοικήσιμη, αρκεί να φτιαχτούν αρκετοί δρόμοι ώστε να μπορούμε να ξεφεύγουμε με το αυτοκίνητο μια φορά τη βδομάδα – μόνο και μόνο για να ξαναστοιβαχτούμε σ’ αυτήν, διαλυμένοι και καταρρακωμένοι, το βράδυ της Κυριακής» (The Roaring Traffic’s Boom, 1955)

(συνεχίζεται)

[1*] Το ωραίο είναι ότι το μυθιστόρημα αυτό, έγινε μόνιμη αναφορά στην χίπικη κουλτούρα και έδωσε το όνομα στο συγκρότημα που έγραψε βασικό κομμάτι της ταινίας ορόσημο για την κουλτούρα αυτή. Πέρα από τις ευθείες αναλογίες μυθιστορήματος - ταινίας - κουλτούρας (ελεύθερο σεξ, εκτεταμένη ναρκοληψία, κοινοβιακή ζωή, κλπ). Κοινοβιακή ζωή αλλά και αυτοκίνηση. Εδώ δεν είναι το αυτοκίνητο το επίκεντρο αλλά ίσως κάτι πιο θεμελιώδες της αυτοκίνησης: η μοτοσυκλέτα και οι μετακινήσεις καβάλα της






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου