Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Μια ελεγεία για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Ροκ εν Ρολ


με αφορμή τα 45χρονα του Woodstock (αναδημοσίευση από το THE ZONE)



του Ηλία Βουίτση


Ανασύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώρισή του «με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά». Σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου. Για τον ιστορικό υλισμό το ζήτημα είναι να συλλάβει μια εικόνα του παρελθόντος, καθώς αυτή εμφανίζεται απροσδόκητα στο ιστορικό υποκείμενο τη στιγμή του κινδύνου. Ο κίνδυνος απειλεί τόσο το περιεχόμενο της παράδοσης όσο και τους παραλήπτες του. Και για τους δύο είναι ο ίδιος: να γίνουν όργανα της κυρίαρχης τάξης. Κάθε εποχή πρέπει να κάνει τη δύσκολη προσπάθεια για την εκ νέου αρπαγή της παράδοσης από τον κoνφoρμισμό, που είναι έτoιμoς να την καταδυναστεύσει. Γιατί ο Μεσίας δεν έρχεται μόνο σαν λυτρωτής, αλλά και σαν νικητής του αντίχριστου. Το χάρισμα να αναζωπυρώνει τη σπίθα της ελπίδας στο παρελθόν έχει εκείνος μόvο ο ιστορικός που είναι απόλυτα πεισμένος ότι ούτε ακόμη και οι νεκροί δεν θα 'ναι ασφαλείς από τον εχθρό, εάν αυτός νικήσει. Και ο εχθρός αυτός δεν έχει πάψει να νικά.
Βάλτερ Μπένγιαμιν: Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας. Θέση VIετ Μηνάς Παράσχης, Ουτοπία ,1983)


Rock and roll is here to stay

It's better to burn out

Than to fade away
Νηλ Γιάνγκ, My My, Hey Hey (Out Of The Blue)



Εξαιρουμένης της σφήνας «Slow Learner» – καθώς και: μιας εισαγωγής στην επανέκδοση του «Down So Long It Looks Like Up to Me» του Ρίτσαρντ Φαρίνα, του δοκιμίου «Is It OK To Be a Luddite?» για τους ΝΥ Times και μιας κριτικής του «Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας» του Μάρκες – ο Πύντσον (Π) παρέμενε για δεκαεφτά χρόνια σιωπηλός. Κι αν ληφθεί υπόψη ότι το «Slow Learner» περιλαμβάνει νεανικά, ήδη δημοσιευμένα, διηγήματα και κατατίθεται ως δείγμα σπουδής πάνω στη συγγραφή (μόνο το «Η Μυστική Ολοκλήρωση» είναι δημοσιευμένο μετά το «V.»), μπορούμε να μιλήσουμε για αφηγηματική «σιωπή».
Οι πάντες περίμεναν κάτι μεγαλειώδες σε συνέχεια του «Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας» (ΟΤΒ). Είχαν ακουστεί διάφορα: ένα μυθιστόρημα για τον λοχαγό Μέριγουέδερ Λιούις και τον υπολοχαγό Ουίλιαμ Κλαρκ και την αποστολή που οργάνωσαν στην άγνωστη (τις αρχές του 19ου αιώνα) αμερικανική Δύση. κάτι για τους Μέισον και Ντίξον. ένα Ιαπωνικό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Και όπως μας πληροφορεί ο Σαλμάν Ρούσντι [1] ένα λονδρέζικο περιοδικό αστειεύτηκε πρωταπριλιάτικα ανακοινώνοντας την έκδοση ενός εννιακοσιασέλιδου μυθιστορήματος με θέμα τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο.
 Το «ΟΤΒ», δημοσιευμένο το Φλεβάρη του 1973, είχε προηγηθεί μισό και χρόνο του 4ου αραβοϊσραηλινού πολέμου, του Πολέμου του Εξιλασμού (Yom Kippur War, 6-25/10/1973) και του εμπάργκο πετρελαίου που οι αραβικές χώρες του ΟΠΕΚ είχαν επιβάλλει προς τις αμερικάνικες εταιρείες, καθώς και της μείωσης των εξαγωγών κατά 5% κάθε μήνα προς τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης.
Το επακόλουθο ήταν η 1η Πετρελαϊκή Κρίση με τις γνωστές αρνητικές παρενέργειες στις δυτικές οικονομίες. Ο κόσμος φαινόταν να χάνει τα υποστηρίγματά του και να γλιστρά προς την αστάθεια. Και έτσι όμως, η πολιτική των περισσότερων κρατών βασίστηκε στην υπόθεση ότι τα προβλήματα είχαν πρόσκαιρο χαρακτήρα. Στις ΗΠΑ, ένα χρόνο μετά, η «αντεπανάσταση» του Νίξον κάνει ένα πρόσκαιρο διάλειμμα καθώς η θητεία του τελειώνει άδοξα με το Γουότεργκέιτ, ακολουθούν η τριετία Φορντ και η τετραετία Κάρτερ με την προσπάθεια εφαρμογής παλαιών Κεϋνσιανών συνταγών οικονομικής πολιτικής.
Η οικονομία είναι σταθερά ελλειμματική και σκάει μύτη και ο στασιμοπληθωρισμός. Η μόνη εναλλακτική λύση που προσφερόταν ήταν αυτή μιας μικρής ομάδας φονταμενταλιστών της ελεύθερης αγοράς. Η επίθεση είχε αρχίσει από το 1974 (συνεπικουρούμενη από το Βραβείο Νόμπελ, το οποίο το 1974 δίνεται στο Φρίντριχ φον Χάγιεκ και δύο χρόνια αργότερα στον Μίλτον Φρίντμαν) χωρίς να καταφέρει όμως να επηρεάσει αποφασιστικά την κυβερνητική πολιτική. Στις αρχές όμως της δεκαετίας του ’80 τα πράγματα είχαν αλλάξει. Ο προαναφερόμενος στασιμοπληθωρισμός και μια σειρά καταλυτικών γεωπολιτικών εξελίξεων (Ιρανική επανάσταση και η ομηρία των 52 αμερικανών πολιτών κι η συνακόλουθη ενεργειακή κρίση) αλλά και φυσικών συμβατών (έκρηξη του ηφαιστείου της Αγίας Ελένης (Mount St. Helens) με 57 νεκρούς, τσάκισαν τη δημοτικότητα του Κάρτερ. Στις εκλογές του 1980, ο καουμπόι Ρήγκαν τον κατατροπώνει αποσπώντας το 51% σχεδόν των ψήφων (έναντι 40% του Κάρτερ). Η «αντεπανάσταση» είναι ξανά στο προσκήνιο.

O Ρήγκαν είχε κλείσει ήδη είκοσι χρόνια ενεργής συμμετοχής στο πολιτικό πεδίο των ΗΠΑ. Έχοντας στραφεί προς τη Δεξιά από τις αρχές των φίφτις, το 1964 συγκινεί τους νοικοκυραίους καλιφορνέζους με το μνημειώδες του τηλεοπτικό διάγγελμα «Α Time for Choosing» [2] προς υποστήριξη του ρεπουμπλικάνου υποψήφιου για την προεδρία Μπάρυ Γκολντγουότερ και μαζεύει ένα εκατομμύριο δολάρια. Στο διάγγελμα αυτό είχε υποστηρίξει δύο θέσεις που έγιναν κυρίαρχες στα επόμενα χρόνια, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στον υπόλοιπο δυτικό «ελεύθερο» κόσμο:
  1. Να τελειώνουμε με το κράτος πρόνοιας που συντηρεί τις μάζες των ρέμπελων αργόσχολων με τα επιδόματά του
  2. Να καθαρίσουμε το Μπέρκλεϋ από τα φιλειρηνικά αντικαθεστωτικά σκουπίδια
Δυο χρόνια μετά, οι παραπάνω νοικοκυραίοι τον ψήφισαν για κυβερνήτη τους. Και τον ξαναψήφισαν τέσσερα χρόνια αργότερα (κυβερνήτης της Καλιφόρνια από το 1967-1975). Και ας κρατήσουμε στο μυαλό μας ότι τα «δοξασμένα» καλιφορνέζικα σίξτις έλαβαν χώρα μέσα σε ένα γενικότερο (και καθεστωτικό) πλαίσιο μίσους προς ό,τι αυτά πρέσβευαν. Από το 1968 και ως τα μέσα των σέβεντις, κυρίαρχη πολιτική φιγούρα στις ΗΠΑ είναι ο Νίξον και η αντεπίθεση για την αγιοποίηση του «ξεχασμένου και κανονικού» αμερικανού είναι πλέον γενικευμένη.
Καθώς ο Ρήγκαν κυβερνούσε την Καλιφόρνια και ο Νίξον τις ΗΠΑ, άρχισε να φουντώνει και σε σημαντικό βαθμό να ξεφεύγει από το περιθώριο (μολύνοντας αρκετούς από τους βλαστούς των νοικοκυραίων) το κίνημα της Αντικουλτούρας, ενίοτε πασπαλισμένο και με την άχνη της Νέας Αριστεράς. Μια χαρακτηριστική στιγμή είναι και η δημιουργία του «Πάρκου του Λαού» στους χώρους του Μπέρκλεϋ από φοιτητές και ακτιβιστές, ένα πάρκο που όπως λέει και το όνομά του ήταν ένας χώρος ελεύθερης έκφρασης και δημιουργίας διαθέσιμος για όλον το λαό. Ο Ρήγκαν δεν το ανέχτηκε, έστειλε την αστυνομία η οποία κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος του πάρκου και το περιέφραξε, οι νεαροί αντέδρασαν και εξεγέρθησαν και ο Ρήγκαν πυροβόλησε. Αποτέλεσμα: ένας θάνατος και μια τύφλωση. Ήταν 15 Μαΐου του 1969, γνωστή και ως η «Ματωμένη Πέμπτη».[3] Μια δεκαετία που ξεκίνησε με μπόλικη αισιοδοξία με την εκλογή του Τζον Κέννεντυ, άρχισε να βουλιάζει στα μέσα της, με τη δολοφονία του προαναφερόμενου, τον πόλεμο στο Βιετνάμ, τις εξεγέρσεις στα γκέτο, τις δολοφονίες (κατά σειρά) του Μάλκολμ Χ (1965), ΜΛ Κινγκ (1968), Ρ. Κέννεντυ (1968). Και μέσα στην τύρβη της κρατικής και παρακρατικής βίας, μια σειρά από ομάδες (μαύροι, γυναίκες, ινδιάνοι, ομοφυλόφιλοι, φοιτητές) ζητάνε τα δικαιώματα τους
Μια δεκαετία και κάτι αργότερα, ως πρόεδρος πλέον, ο Ρήγκαν εφορμά δυναμικότερα και σε πολλαπλούς στόχους. Με το που αναλαμβάνει καθήκοντα, ελευθερώνει τους ομήρους στον Ιράν και βάζει μπροστά την εφαρμογή του δόγματος «η κυβέρνηση δεν είναι λύση, αλλά το πρόβλημα». Μέγας κωλόφαρδος, έχοντας γλυτώσει παρά τρίχα τη δολοφονία από τον ψυχάκια Τζον Χίνκλεϊ (69 μέρες μόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του η απόπειρα κι ο Ρήγκαν, αν και βαριά τραυματισμένος, είναι ο μοναδικός πρόεδρος που τη γλυτώνει - όλες οι άλλες απόπειρες στην αμερικανική ιστορία ήταν επιτυχημένες), αποθεώνεται από το κοινό, η δημοφιλία του εκτοξεύεται στα ύψη, είναι ο εντεταλμένος του Θεού για τη «δουλειά». Τον Αύγουστο του 1981 απολύει πάνω από 11000 απεργούς ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας δίνοντας το σύνθημα στον ιδιωτικό τομέα ότι μπορεί να κινηθεί ελεύθερα χωρίς το φόβο των συνδικάτων. Μειώνει τους φόρους, ελαχιστοποιεί τη γραφειοκρατία και μειώνει το δημόσιο έλλειμμα. Το 1982, καλεσμένος της Σιδηράς Κυρίας, εκφωνεί λόγο στο βρετανικό κοινοβούλιο και αναγγέλλει το τέλος του μαρξισμού –λενινισμού. Το 1983 αρχίζει τον «ένοπλο» αγώνα κατά των διαβολικών Κόκκινων (με το στρατηγικό δόγμα που πήρε το προσωνύμιο «Πόλεμος των Άστρων») και προβλέπει την κατάρρευση της «Αυτοκρατορίας του Κακού». [4]
Εννοείται ότι δεν έχει ξεχάσει την Καλιφόρνια. Την χρονιά αυτή (1983) παρέχει άφθονη χρηματοδότηση στους παλιούς του πραιτοριανούς και ξεκινάει η «Καμπάνια Εναντίον της Καλλιέργειας Μαριχουάνας», γνωστή ως CAMP (Campaign Against Marijuana Planting), η μεγαλύτερη δράση επιβολής του νόμου στην ιστορία των ΗΠΑ με πάνω από 110 συνεργαζόμενες υπηρεσίες. Ένα χρόνο αργότερα λαμβάνει ξανά, και πιο πανηγυρικά (κοντά στο 60%), την ψήφο του αμερικανικού λαού.
Αυτά στις 6 Νοεμβρίου. Ήταν λίγους μήνες πριν, ένα καλοκαιριάτικο πρωινό στην Vineland, που ο γερο-χίπης Ζόιντ Γουίλερ ξυπνούσε ράκος και αργότερα απ’ ό,τι συνήθως, χτυπημένος και στα μάτια (από το ηλιακό φως) και στ’ αυτιά (από το πανδαιμόνιο που έκανε στη στέγη του σπιτιού του μια συμμορία από μπλέ καρακάξες.) Είναι οι ίδιες καρακάξες που άρπαζαν το φαγητό του σκύλου του τού Ντέσμοντ αφήνοντας αιωνίως άδειο το πιάτο του. Το βασικό μέλημα του ξεπεσμένου χίπη είναι η εξασφάλιση της κρατικής επιταγής για την (υποτιθέμενη;) διανοητική του αναπηρία, μια αναπηρία που «αποδεικνύεται» με σκηνοθετημένες βουτιές στη βιτρίνα ενός τοπικού μπαρ. Η κόρη του η Πρέρι, καρπός του έρωτα του με την Φρένεζι Γκέιτς, ζει μαζί του, τον κατανοεί, το συμπονά, τον πειράζει, τον κριτικάρει, τον ανέχεται, τον αγαπάει: είναι ένας χασικλής, ένας κολλημένος σε μια άλλη εποχή:
«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…» (16)
(όλες οι αναφορές στο κείμενο γίνονται στη μετάφραση του Α.Β. Βλαχιώτη, Χατζηνικολή 1996. Στην παρένθεση ο αριθμός της σελίδας).
ένα ρεμάλι αλλά είναι ο πατέρας της. Αυτός είναι ο ένας αφηγηματικός άξονας πάνω τον οποίο ξεδιπλώνεται το “Vineland.” Ο δεύτερος άξονας κινείται στα σίξτις ενώ διάφορες αφηγηματικές διακλαδώσεις πηγαίνουν πιο πίσω στο χρόνο, ξεκινώντας από τον πρώτο χρόνο μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο και συνεχίζοντας με το μεσοπόλεμο, το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα αμέσως μετά χρόνια. Ο Ρήγκαν, όπως προανέφερα, και ό,τι αυτός πρεσβεύει, κυριαρχεί ως συμπύκνωση της κρατικής εξουσίας και στις δύο περιπτώσεις (στην πρώτη περίπτωση μαζί με τη γενικότερη Νιξονική καταστολή).
Πάνω σ’ αυτούς τους άξονες και τις διακλαδώσεις τους, ο Π στήνει κατά τον προσφιλή του τρόπο μια δαιδαλώδη ανθρωπογεωγραφία. Από τη μια η
αντικουλτούρα των σίξτις, η διεκδίκηση δικαιωμάτων, η αμφισβήτηση και από την άλλη οι ρηγκανοποιημένες και φασίζουσες ΗΠΑ του 1984, διαποτισμένες ως το μεδούλι τους από τηλεοπτικό ολοκληρωτισμό, μια χώρα με τηλεθισμένους και αστόχαστους καταναλωτές. Πέρα και γύρω από την διαλυμένη οικογένεια του Γουίλερ, ο Π βάζει ένα σωρό πρόσωπα, περισσότερο ή λιγότερο παλαβά, να κινούνται και να αναπνέουν σε ένα σωρό χώρους, περισσότερο ή λιγότερο εξωτικούς. [5] Τα ζητήματα που θίγονται και διερευνούνται, με τον πάντα πρωτότυπο και απολαυστικό τρόπο του Π, είναι πάμπολλα (η Ιστορία, η Επανάσταση, η αντίσταση στην εξουσία και η αδυνατότητα αντίστασης, το σεξ, τα ναρκωτικά, το ροκ εν ρολ, ο φασισμός, η τηλεόραση, ο κινηματογράφος και η εικόνα γενικότερα, το παρελθόν και η νοσταλγία γι’ αυτό και, και δε συμμαζεύεται) και η σχετική βιβλιογραφία σημαντική. [6] Και είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Π που γίνεται μπεστ σέλλερ, μένοντας επί δεκατρείς βδομάδες στη σχετική λιστα των New York Times.
Η κριτική ανάγνωση του “Vineland” διαπερνιέται από μια διχοστασία:

  1. Με τη μορφή απογοήτευσης/διάψευσης των προσδοκιών αφού το «Vineland» υστερούσε σε πολυπλοκότητα/συνθετότητα και «καλλιτεχνικότητα» των προηγούμενων έργων και δη του αμέσως προηγούμενού του. Οι ιστορικές, φιλοσοφικές, λογοτεχνικές και επιστημονικές αλληγορίες, που τοποθετημένες σε έναν πολυεπίπεδο καμβά, συνέθεταν το βαρυτικό ουράνιο τόξο που άλλοτε συμπίεζε, άλλοτε εκτόνωνε, άλλοτε έδενε, άλλοτε ελευθέρωνε, άλλοτε εκνεύριζε, άλλοτε μάγευε, άλλοτε…, τον αναγνώστη και καθιστούσε την εμπειρία της ανάγνωσης ξεχωριστή, βασανιστική και, εν τέλει, έναν μανικό έρωτα, έδωσαν τη θέση τους σε ένα σχετικά πιο στρωτό (!!) αφήγημα με κεντρικά θέματα την κουλτούρα των σίξτις, την ποπ κουλτούρα, την τηλεόραση και τη δεξιά στροφή που ολοκληρώθηκε στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της ρηγκανικής προεδρίας.
  2. Με τη μορφή κατανόησης και εκτίμησης για τη κριτικά νοσταλγική ματιά του Πύντσον στα σίξτις - μια εποχή που ο ίδιος ήταν στο φόρτε του και η αντικουλτούρα (μαζί με τη Νέα Αριστερά, στο σύντομο διάστημα που συνυπήρξαν) υποσχόταν δυνατότητα αλλαγής του αμερικάνικου τρόπου ζωής - και για την κριτική του ματιά στα συντηρητικά και αγκυλωμένα έιτις (η επιλογή του (οργουελικού) έτους 1984 δεν είναι μάλλον τυχαία όπως επισημάνθηκε από πολλούς σχολιαστές. Να σημειωθεί ότι ο Π, βάζοντας στην αρχή του «Vineland» το πανδαιμόνιο που κάνουν οι καρακάξες στη θέση του με τίποτε συγκρινόμενου ουρλιαχτού που διασχίζει του ουρανούς στην αρχή του «ΟΤΒ», προειδοποιεί: αυτό που θα διαβάσετε δεν είναι ένα ακόμη «ΟΤΒ».
Όντως, τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ σε αυτά τα δεκαεφτά χρόνια. Τα χρόνια που χωρίζουν το «ΟΤΒ» από τη «Vineland» και τα ίσα τόσα χρόνια που χωρίζουν τη μέρα που ο Έκτορας Γιουνίγκα της Διοίκησης Δίωξης ναρκωτικών (DEA) πρωτοπαρουσιάστηκε στη ζωή του Ζόιντ (1967, λίγο μετά την εκλογή του Ρήγκαν στην Καλιφόρνια) από το καλοκαιριάτικο πρωινό του 1984. Και οι αναφορές πλέον δεν αφορούν την Ντίκινσον και τον Ρίλκε αλλά τον Μίστερ Σποκ. Η τηλεόραση (το Κουτί) έχει εισχωρήσει σε κάθε γωνιά της ζωής των ηρώων. Και η αφηγηματική δόμηση της «Vineland» θυμίζει σε πολλά σημεία την τηλεοπτική αφήγηση. O Cowart [8] τη διαβάζει ως ένα «πείραμα στη λογοτεχνική υβριδοποίηση» που συνδυάζει μοντέρνα θέματα, μεταμοντέρνες τεχνικές και στοιχεία τόσο του κοινωνικού όσο και του μαγικού ρεαλισμού. Και, γιατί όχι, της λογοτεχνίας του φανταστικού. Απελευθερωμένος από τις επιμέρους συμβάσεις ο αφηγητής μπορεί να διερευνήσει χωρίς περιορισμούς τα θέματα που τον ενδιαφέρουν.

Στο σημείωμα αυτό θα σταθώ στην κεντρική σκηνή του βιβλίου, δηλ. στην εξέγερση που έλαβε χώρα στο Κολέγιο του Σερφ και στην συλλογικότητα που προέκυψε από αυτήν: τη Λαϊκή Δημοκρατία του Ροκ εν Ρολ (ΛΔΡΡ ή ΛΔΡ3) (σαφέστατη αναφορά στο «Πάρκο του Λαού»).

Μια σύνοψη του επεισοδίου.
Βρισκόμαστε στο Κολέγιο του Σερφ που είναι τοποθετημένο δίπλα σε μια στρατιωτική βάση και περιβάλλεται από τις δυο υπερσυντηρητικές κομητείες του Όραντζ και του Σαν Ντιέγκο. Αν και το κολέγιο είναι επινόηση του Π, πιθανολογείται ότι γίνεται αναφορά στο κολέγιο όπου φοίτησε ο Νίξον αν και από την ίδια πηγή μαθαίνουμε ότι το κολέγιο που ταιριάζει περισσότερο στην περιγραφή είναι το Πεππερντάιν, ένα συντηρητικό χριστιανικό κολέγιο που κινδύνεψε στις εξεγέρσεις τους Γουότς το 1965, ξανααπειλήθηκε το 1969, για να μεταφερθεί την ίδια χρονιά σε άλλη, ασφαλέστερη, τοποθεσία. Το Κολέγιο του Σερφ σχεδιάστηκε για την παραγωγή «πληρωμένων πιστολιών» της ολιγαρχίας:

«θα εκπαιδεύονταν οι άνθρωποι που θα εργάζονταν γι’ αυτούς, προσφέροντάς τους μαθήματα για την επιβολή του νόμου, τη διεύθυνση επιχειρήσεων, το κατακαίνουργιο πεδίο της Επιστήμης των Υπολογιστών, και σ’αυτό θα γίνονταν δεκτοί μόνο οι φοιτητές που θα έδειχναν επιδεικτικοί πειθαρχίας, επιβάλλοντάς τους ένα κούρεμα και ένα ντύσιμο που και ο ίδιος ο Νίξον θα έβρισκε ανιαρό. Ήταν το τελευταίο μέρος όπου θα περίμενε κανείς να δει την παραμικρή αποστασία από την αναγνωρισμένη πραγματικότητα, αιφνιδιαστικά όμως, και χωρίς προειδοποίηση, η ίδια τρομακτική νόσος που είχε μολύνει πανεπιστήμια σε όλη τη χώρα, άρχισε και εδώ, και μάλιστα, από τις πρώτες μέρες, τόσα πολλά ήταν τα κρούσματα που η ασφάλεια του πανεπιστημίου δεν μπορούσε να τα’ αντιμετωπίσει» (240)
Τα πράγματα κυλούσαν μια χαρά, οι φοιτητές μιλούσαν για τα χόμπι τους και τα μαθήματά τους και για το μνημείο Νίξον που έστηναν στο κολέγιό τους. Και τότε:
«…μέσα στο μεσημεριανό σκηνικό το αρκετά ήρεμο για να γοητεύσει ακόμα και ένα άγαλμα, υψώθηκε ξαφνικά μια μυρωδιά καπνού μαριχουάνας» (205)
Οι νεαροί, συνηθισμένοι ως τότε να καπνίζουν κοτσάνια και σπόρους που τους έδιναν οι σέρφερς και να πασχίζουν να μετασχηματίσουν σε ευφορία τον πονοκέφαλο και την κατάθλιψη, έπαθαν… Η φούντα ήταν από το Βιετνάμ, την είχε μάλλον φέρει κάποιος που ο αδερφός του είχε υπηρετήσει εκεί, και αυτός ο κάποιος τη μοίρασε όπως ο Ιησούς μοίρασε τα πέντε ψωμιά και τα δυο ψάρια. Και μέσα στον πανικό που προέκυψε από το μπαντ τριπ μιας κοπέλας, εμφανίζεται ο Γουίντ Άτμαν [10], ο ψηλός μαθηματικός του κολεγίου, ο οποίος χωρίς να καταλάβει πώς
«Είμαι μόνο ψηλός, αυτό είναι όλο» (242)
 γίνεται ο Εκλεκτός, αυτός που θα τους οδηγήσει…Το Κολέγιο του Σερφ είχε εξεγερθεί. Και μια ανακάλυψη μετά από έρευνα πως το κολέγιο
 «δεν ήταν ένα ίδρυμα εκπαίδευσης αλλά μια έξυπνα στημένη εξαρχής επιχείρηση ανάπτυξης χώρου, που είχε μεταμφιεστεί σε δώρο για το λαό» (244)
 οδήγησε τους φοιτητές
«ν’ αποσχιστούν από την Καλιφόρνια και να γίνουν ένα ανεξάρτητο έθνος, το οποίο, μετά από μια ταραγμένη ολονύκτια συγκέντρωση πάνω στο θέμα, αποφάσισαν να ονομάσουν, επειδή ήξεραν ότι μπορούσαν να βασίζονται στην αθανασία αυτού του ονόματος, Λαϊκή Δημοκρατία του Ροκ-εν-Ρολ»
Η ΛΔΡΡ είχε γεννηθεί και η καθημερινότητα ήταν γεμάτη από ξέφρενα γλέντια και κάθε λογής ελευθεριότητα. Κάπου εκεί καταφθάνει και η Φρένεζι με το ριζοσπαστικό κινηματογραφικό συνεργείο 24κτδ (καρέ το δευτερόλεπτο) για να κινηματογραφήσει το πανδαιμόνιο:
«Αυτή θα είναι η μεγαλύτερή σου, το πιο συμπαθητικό σου φόρουμ, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πεις πως έγινε, πώς εσύ νομίζεις ότι μπορεί να έγινε, δε σε κρίνει κανείς, Γουίντ, η κάμερα είναι μόνο μια μηχανή» (285)
Η πουλημένη ακτιβίστρια, έρμαιο του ομοσπονδιακού πράκτορα του υπουργείου Δικαιοσύνης Μπροκ Βοντ και του αλλοπρόσαλλου χαρακτήρα της, σχετίζεται με τον Άτμαν, αυτός την ερωτεύεται, γίνεται εκτελέστρια του ομοσπονδιακού σχεδίου για αποσταθεροποίηση και υπονόμευση της ΛΔΡΡ
««Είναι μια πειραματική υπόθεση», ισχυριζόταν ο Μπροκ, «ένα μαρξιστικό μίνι κράτος, προϊόν μαζικής εξέγερσης, δε το θέλουμε εκεί αλλά δε θέλουμε και να εισβάλλουμε σ’ αυτό – πώς θα προχωρήσουμε λοιπόν;» «Η ιδέα ήταν να υπάρξουν διαθέσιμα αρκετά χρήματα ώστε να τους κάνει να τσακωθούν μεταξύ τους για το ποιος θα τα πρωτοπάρει. Αλλά θα είχε αξία και σαν μοντέλο υπό κλίμακα, πρόσθεσε ο Μπροκ, αν ήθελαν να βρουν πόσο θα κόστιζε να καταλάβεις μια ολόκληρη χώρα» (249)
Το σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή. Ο Γουίντ καταγγέλλεται ως ρουφιάνος του FBI (το φαρμακερό ψέμα της Φρένεζι) και σε λίγο:
 «Όλα βρίσκονται σε διάλυση. Ξαφνικά, όλοι έχουν να πουν κάποια ιστορία λαδώματος, η τέλεια παράνοια. Υποτίθεται πως η οργανωτική Επιτροπή θα συναντηθεί απόψε στου Ρεξ. Θα την κινηματογραφήσουμε. Εφόσον θα τον έχουμε σε ταινία, είτε πει ψέματα είτε ομολογήσει, θα την πατήσει, δεν υπάρχει καμιά διαφορά» (280)
 Ο Άτμαν πέφτει νεκρός μέσα στο πανδαιμόνιο από τον πρώην σύντροφό του και επαναστατικό καθοδηγητή του Ρεξ Σνάβελ, επεμβαίνει ο στρατός και η ΛΔΡΡ πεθαίνει μέσα σε
 «…μια σκόρπια εξάπλωση ανθρώπινου χάους, τουφεκίδι στην τύχη, δακρυγόνα από ψηλά, οικήματα και αυτοκίνητα τυλιγμένα στις φλόγες, όλοι πιθανοί εχθροί…» (289)
Κι ενώ γίνονται όλα αυτά, το συνεργείο 24κτδ κινηματογραφεί. Η μελλοντική επικυριαρχία της εικόνας προδιαγράφεται. Τα σχόλια περιττά.
Στο επεισόδιο της θνησιγενούς ΛΔΡΡ, οι βασικοί χαρακτήρες με τους οποίους ο Π προσεγγίζει και αναλύει την «επανάσταση» των σίξτις και, περαιτέρω, την προβάλλει μέσα στα έιτις, ή, ορθότερα την ξαναδιαβάζει μέσα από τα έιτις: Ο Άτμαν, η Φρένεζι και ο Μπροκ Βοντ. O τελευταίος, καθαρό προϊόν των «αρσενικών τεχνολογιών» του ΟΤΒ, φανατικός οπαδός του ιταλού εγκληματολόγου Τσέζαρε Λομπρόζο που πίστευε ότι όλοι οι επαναστάτες (και δη οι αναρχικοί) ήταν εγκληματίες και έπρεπε να αντιμετωπιστούν με δραστικά μέτρα για το καλό της κοινωνίας. Εντεταλμένος από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να σχεδιάζει, κατασκευάζει και να τροφοδοτεί με κόσμο στρατόπεδα «επαναπροσανατολισμού» και να μετατρέπει αμφισβητίες ριζοσπάστες σε συντηρητικούς πολίτες, πληροφοριοδότες του κράτους, έχει «αιχμαλωτίσει» την Φρένεζι και τη χρησιμοποιεί για να καταστείλει την εξέγερση και να συντρίψει τη ΛΔΡΡ. Η θέση του Π για τη γενιά των σίξτις σχεδόν προφαίνεται: λειτουργεί ψευδαισθησιακά: θεωρώντας ότι αντιστέκεται στην κρατική βία ασκώντας η ίδια βία, διαφθείρεται και παρακμάζει. Γιατί; Γιατί κάνει αυτό που την καθοδηγεί η εξουσία να κάνει. Και γιατί, κατά βάθος, αναζητά μεγαλύτερη τάξη κι ασφάλεια:
«Η ευφυΐα του Μπροκ Βοντ συνίστατο στο ότι στις δραστηριότητες του ’60 δεν είδε να κρύβονται απειλές για την τάξη αλλά ανομολόγητοι πόθοι γι’ αυτήν. Όσο το Κουτί μιλούσε για επανάσταση των νέων ενάντια στους γονείς τους, και οι περισσότεροι τηλεθεατές δέχονταν αυτή την εκδοχή, ο Μπροκ έβλεπε τη βαθιά – αν επέτρεπε στον εαυτό του να την αισθανθεί, τη μερικές φορές συγκινητική – ανάγκη να μείνουν για πάντα παιδιά, ασφαλή μέσα σε κάποια εκτεταμένη Εθνική Οικογένεια. Η μύτη του τον διαβεβαίωνε πως αυτά τα εξεγερμένα παιδιά, επειδή ήδη βρίσκονταν κάπου εκεί στα μισά του δρόμου, θα μεταστρέφονταν εύκολα και θα αξιοποιούνταν φθηνά. Απλούστατα, άκουγαν τη λάθος μουσική, ρουφούσαν το λάθος καπνό, θαύμαζαν τις λάθος προσωπικότητες. Χρειάζονταν κάποια αποκατάσταση» (313).
Όντως, σε λιγότερο από δεκαπέντε χρόνια τη βρίσκουμε αποκατεστημένη, καναπεδάτη και συμβιβασμένη, μια ωραία οικογένεια μπροστά στην τηλεόραση. Η Αγία Οικογένεια και η δύναμή της: η εξουσία τη γνωρίζει πολύ καλά και πιο καλά γνωρίζει να τη χρησιμοποιεί για να χειραγωγεί και να ελέγχει τους πολίτες. Όπως και στο ΟΤΒ. Ο Ένγκελς, πριν από εκατόν είκοσι χρόνια, υπέδειξε τη καταγωγική τους σχέση.[11] Ο Μπροκ Βοντ, με όλη του την ισχύ, την απαίσια ειρωνεία, τη φιλοσοφία, την τάση για έλεγχο και νουθεσίας, συμπυκνώνει την πανταχού παρούσα κρατική εξουσία, είναι ο ανίκητος Λεβιάθαν. Ανίκητος αλλά αβέβαιος και μονίμως ανήσυχος. Όπως και η εξουσία αποδεικνύεται ιστορικά ανίκητη αλλά γεμάτη φοβίες και ανακαλύπτουσα, μονίμως και απαρεγκλίτως, ενίοτε υπαρκτούς αλλά συνήθως ανύπαρκτους και κατά φαντασία εχθρούς, έτσι και Μπροκ έχει ανάγει τις προσωπικές του φρίκες σε ιδεολογία του θνητού και ασυνεχούς εαυτού. Γιατί όμως ο Π σκοτώνει αυτή τη φαινομενικά πανίσχυρη και δόλια μορφή; Θα επανέλθω.
Η Φρένεζι. Κόρη της Σάσα και του Χιούμπελ Γκέιτς. Η Σάσα, κόρη της Γιούλα Μπέκερ και του Τζες Τράβερς (αυτή η οικογένεια Τράβερς!!) ριζοσπαστών αριστερών του μεσοπολέμου, είναι μια θαρραλέα γυναίκα που κριτικάρει το πατριαρχικό σύστημα για
«…τις αδικίες που είχε δει τόσες φορές σε δρόμους και σε χωράφια, και πόσες δίχως απάντηση – τώρα άρχισε να τις βλέπει πιο καθαρά, όχι σαν παγκόσμια ιστορία ή σαν κάτι υπερβολικά θεωρητικό, αλλά σαν ανθρώπους, αρσενικούς ως επί το πλείστον, που ζουν εδώ στον πλανήτη μας, συχνά απολύτως κοντά μας, και οι οποίοι διαπράττουν αυτά τα εγκλήματα, μεγάλα και μικρά, ένα ένα σε βάρος άλλων ζωντανών ανθρώπων. Μπορεί να είμαστε αναγκασμένοι να υποκύψουμε όλοι στην Ιστορία, αναλογιζόταν, μπορεί και όχι – το ν’ απαρνηθούμε όμως να φάμε όλο αυτό το σκατό από επώνυμες και συγκεκριμένες πηγές – ε, αυτό μπορεί αν είναι μια διαφορετική ιστορία» (98)

και προσπαθεί να ζήσει και να εργαστεί αμόλυντη μέσα στην αντικομμουνιστική υστερία του Χόλυγουντ:

«Η Σασα, την περίοδο της μαύρης λίστας με τις περίπλοκες δικαστικές καντρίλιες από γαμιάδες και γαμημένους, την αποπνικτική από προδοσία, καταστρεπτικότητα, δειλία και ψευτιά, την έβλεπε απλώς σα μια συνέχιση της κινηματογραφικής βιομηχανίας με τον τρόπο που γινόταν πάντα, μόνο τώρα σε πολιτική μορφή. Όσους γνώριζε, είχαν φτιάξει μια ιστορία για βγάλουν τον εαυτό τους καλύτερο και τους άλλους χειρότερους. «Η Ιστορία σε τούτη την πόλη» μουρμούριζε η Σάσα, «δεν αξίζει μεγαλύτερο σεβασμό από το μέσου όρου σενάριο και έχει και την ίδια μοίρα – δεν προφταίνει να κυκλοφορήσει μια εκδοχή της υπόθεσης και ξαφνικά γίνεται κοινό κτήμα. Άνθρωποι για τους οποίους δεν έχεις ακούσει τίποτα, έρχονται και την αλλάζουν. Χαρακτήρες και τίτλοι μεταβάλλονται, η από καρδίας γλώσσα ισοπεδώνεται αν δεν αφαιρείται τελείως. Σήμερα, πια, το Χόλυγουντ είναι αυτό το υπερβολικά επιμηκυμένο, από πλήθος χεριών ξαναγραμμένο κείμενο, με τη διαφορά ότι δεν υπάρχει ήχος, φυσικά, δε μιλάει κανείς. Είναι μια βουβή ταινία» (99-100)


Ο άντρας της, συνοδοιπόρος τα πρώτα χρόνια της γνωριμίας, είχε μολυνθεί, χειρότερα δεν τον ενδιέφερε ποτέ η πολιτική, η Σάσα είχε παραπλανηθεί:

«Η πιο σκληρή αλήθεια που αναγκάστηκα ποτέ ν’ αντιμετωπίσω: ο πατέρας σου δεν είχε ούτε ένα πολιτικό κύτταρο στον οργανισμό του» (99)

ό,τι έκανε (δηλ., να κάθεται να την ακούει να διαβάζει Τρότσκι και μιλάει) το έκανε:

«Μόνο και μόνο για να περνάω λίγο χρόνο με τη μητέρα σου. Νόμιζε ότι ήμουν καμιά μεγάλη πολιτική διάνοια, ενώ οι μόνες σκέψεις που εγώ έκανα ήταν οι συνηθισμένες που κάνει ένας ναυτικός σε άδεια» (99)

Η Φρένεζι, λοιπόν, τρίτη γενιά αριστερή

«είχε ποτιστεί από πολιτική σε όλη την παιδική της ηλικία, αργότερα, όμως, όταν μαζί με τους γονείς της είδε παλιές ταινίες στην Τηλεόραση και έκανε για πρώτη φορά το συσχετισμό ανάμεσα στις μακρινές εικόνες και την αληθινή της ζωή, της φάνηκε ότι είχε παρεξηγήσει τα πάντα, δίνοντας υπερβολική σημασία στις ωμές συγκινήσεις, τις εύκολες συγκρούσεις, τη στιγμή που κάτι άλλο, κάποιο λεπτότερο δράμα που ο Κινηματογράφος δεν είχε ποτέ θεωρήσει άξιο προσοχής και ωραιοποίησης, εκτυλισσόταν συνεχώς. Ήταν ένα βήμα στην πολιτική της εκπαίδευση»

Και έτσι έφτασε ακτιβίστρια στο Μπέρκλεϋ, ν’ αμφισβητεί και να κριτικάρει μέσα από το φακό (είτε ως θεατής είτε ως κινηματογραφίστρια). Κρατάει μια κρίσιμη απόσταση από τα δρώμενα και αυτό θα λειτουργήσει ως καταλύτης αργότερα στην καταστολή της ΛΔΡΡ.
Φρικαρισμένη από τα βάσανα της εγκυμοσύνης την προοπτική της μητρότητας, βλέπει τη γέννηση της Πρέρι σαν τερματισμό της ανεξαρτησίας της και μόλις έρχεται η ώρα να αναλάβει τις ευθύνες της καταρρέει. Και επιθυμεί την παρουσία του Μπροκ. Και, όπως πάντα, η εξουσία προστρέχει προς «παρηγόρια»:

«Ακριβώς έτσι σε θέλουν, ζώο, σκύλα με πρησμένα μαστάρια πεσμένη μεσα στη βρόμα, με ανέκφραστο πρόσωπο, παραδομένη, τίποτ’ άλλο από αυτό το κρέας, αυτή την μπόχα» (334)

Και την κοπανάει αφήνοντας τον έρμο τον Ζόιντ να έχει να φροντίσει εκτός από τη μαστούρα του κι ένα μωρό:

«Καμιά αμνησία, κανένα λουτρό λήθης του χρόνου δεν θα ξέπλενε ποτέ από τη μνήμη της εκείνη την παρασιτική ζωή που αφού είχε χρησιμοποιήσει το σώμα της όλους αυτούς τους εξαντλητικούς μήνες, τώρα εξακολουθούσε να θέλει να την ελέγξει»… «Μητέρα, καλύτερα να την κρατήσεις μακριά μου, Μαμά» (σελ 332)

Στην σπαραχτική σκηνή που ακολουθεί, με τη Σάσα να προσπαθεί να την εμψυχώσει σα καλή μαμά, η Φρένεζι καταρρέει και, ενώ ζητάει βοήθεια από τη μητρότητα (Μητέρα, Μαμά) η ίδια, με έξαλλο τρόπο, την αρνείται, ουρλιάζοντας προς τη Σάσα:

«Πάρ’ την, πάρε την γαμώ το από εδώ» (333)

Από ένα τέτοιο άτομο, φαίνεται να μας λέει ο Π, μπορείς να τα περιμένεις όλα. Και αν δούμε τη Φρένεζι ως προσωποποίηση της γενιάς των σίξτις, το συμπέρασμα γενικεύεται. Καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα από τη συγγραφή της «Vineland», ένα γνήσιο τέκνο της γενιάς αυτής, εκλεγμένος πρόεδρος πλέον, φαίνεται να τον δικαιώνει: ο Κλίντον χάρισε στην Αμερική το μεγαλύτερο και ακριβότερο νόμο στην ιστορία της σχετικά με την επιβολή του νόμου και την καταστολή του εγκλήματος [12] και μεγαλούργησε στην εξωτερική πολιτική με τους γνωστούς του βομβαρδισμούς λίγο βορειότερα μας. Ο Μπροκ Βοντ και, μέσω αυτού, οι Νίξον και Ρήγκαν θα ήταν σίγουροι υπερήφανοι για την αποτελεσματικότητα των στρατοπέδων επανένταξης που σχεδίασαν [13].
Η σύγκριση με την προηγούμενη γενιά καθίσταται αναπόφευκτη: Η Σάσα, σε πιο ζόρικες εποχές, άντεξε: και το άνδρα της που της βγήκε μαλάκας και τις υποχρεώσεις της οικογένειας και παρέμεινε πιστή στα ιδανικά της. Αν και αυτή καύλωνε με τους άνδρες που φορούσαν στολή, φετίχ που κληρονόμησε και η Φρένεζι, δεν προχώρησε. Κι όχι απλά σε μια απλή ερωτική συνεύρεση αλλά σε ολοκληρωτικό δόσιμο. Ενώ ο Μπροκ τη χρησιμοποιεί ανενδοίαστα και της το λέει:

«Είσαι το μέσον που χρησιμοποιούμε ο Γουίντ κι εγώ για να επικοινωνούμε, αυτό είναι όλο, αυτό το σύστημα από τρύπες, ευχάριστα πλαισιωμένες, αυτή η μικρή γυναικούλα που γοργοποδίζει πίσω μπρος με μυρωδάτα μηνύματα κρυμμένα στις μικρές κρυφές της μεριές» (250)

αυτή είναι στον κόσμο της, έρμαιο του φετίχ της εκλαμβάνει μια ξεκάθαρη ταπείνωση ως παραβολή των αισθημάτων του γι’ αυτήν. Και εδώ ο Π γίνεται ιδιαίτερα σκληρός με τα παιδιά των σίξτις:

«…με το πλατύ, ακατανίκητο βλέμμα που χρησιμοποιούσαν πολλά παιδιά του ’60 και δε σήμαινε απολύτως τίποτα, χρήσιμο σε πολλές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένης και της άγνοιας» (251)

Λίγο παρακάτω, ο Π περιγράφει (Φρένεζι και γενιά των σίξτις) ακόμη πιο απολαυστικά:

«Στην πραγματικότητα, όμως, το μόνο που έκανε ήταν να ξυπνάει το ένα πρωινό μετά το άλλο, μέχρι να ανακαλύψει σε κάποιο σημείο ότι είχε προσαρμοστεί αρκετά σ΄αυτό που μετατρεπόταν. Το σπίτι στο Κουλίτα Κάνιον όπου κρυβόταν, είχε έναν ξύλινο εξώστη με τραπέζι και καρέκλες, όπου μπορούσε να κάθεται έξω νωρίς το πρωί, να πίνει τσάι του βουνού και να φαντάζεται – το επικίνδυνο βίτσιο της – ότι ήταν αυτεξούσια, χωρίς μπελάδες με το νόμο, χωρίς πολιτική δράση, η κλασική καλιφορνέζα γκόμενα, η αεράτη, στις παρυφές της ζωής της πόλης, για την οποία όλα ήταν δυνατά. […] αισθανόταν σαν κάποια παλαίμαχη τραγουδίστρια των μπλουζ που έχει περάσει μια ζωή τραγουδώντας σε χαμαιτυπεία, χρωστώντας λεφτά, και έχει καταφέρει να επιζήσει από τη βία που έχει αφήσει πια πίσω της, οπότε, εκείνα τα δροσερά χαράματα στον εξώστη, μέσα σε ένα παραλήρημα από αόρατα πουλιά, ήλιο πάνω στις κορυφές των δέντρων, μουσική στο ραδιόφωνο, καπνό από ξύλα που καίγονταν και μωρά που τσίριζαν στην αντικρινή πλαγιά της χαράδρας, είχαν γίνει γι΄ αυτήν ό,τι πολυτιμότερο είχε και συχνά ζούσε γι’ αυτό» (276-277

Όπως το θέτει ο Mendelson [14], αν διακρίνεται μια νοσταλγική νότα στη στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, αυτό φαίνεται πως γίνεται για να εκτεθούν με καταιγιστικά κριτικό τρόπο οι αυταπάτες και οι φαντασιώσεις της γενιάς των σίξτις.

O Γουιντ Άτμαν:


«… ήταν ο μόνος που διέθετε αρκετή αθωότητα, χωρίς κρυφά σχέδια, χωρίς  φιλοδοξίες άλλες από το ξεπερνάει αυτά που έφερνε η κάθε ημέρα, απλούστατα ζούσε παραπαίοντας χαρούμενα τη νέα ταυτότητά του σαν άνθρωπος της δράσης, αγκαλιάζοντάς την όπως μόνο ένας αφηρημένος διανοούμενος θα έκανε, με τον απερίσκεπτο ενθουσιασμό κάποιου χρήστη που ανακαλύπτει ένα νέο ψυχεδελικό, απολαμβάνοντας την ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη όλων εκείνων που βρέθηκαν μέσα στην ακτινοβολία του. Με αυτόν φευγάτο και τους άλλους να σπρώχνονται γύρω από τα δολάρια του Μπροκ, η ΛΔΡΡ θα γινόταν κομμάτια» (253)

Συγκεχυμένα ερωτευμένος με τη Φρένεζι, μπερδεμένος από τον αναπάντεχο ρόλο που είχε κληθεί από το λαό της ΛΔΡΡ να παίξει, ένα πλήθος οπαδών που συσσωρευόταν γύρω του:
«…κάνοντας όλοι, χαζά, χαρούμενα, το βασικό επαναστατικό λάθος, τόσο να του αφοσιώνονται όσο πιο πολύ τους φώναζε και τους έβριζε. «Ναι, γκουρού μας! Ό,τι εσύ θέλεις – κορίτσια, ναρκωτικά, να πηδήξουμε στο γκρεμό, πες το κι έγινε!» (268)
άρχισε να έρχεται σε ρήξη με τον πάτρωνά του, τον ακραίο ριζοσπάστη Ρεξ Σνάβελ (μονομανή με την Μπολσεβίκικη Λενινιστική Ομάδα του Βιετνάμ που έβλεπε την επανάσταση ως ένα είδος προοδευτικής εγκράτειας που θα κατέληγε σε ολοκληρωτικές μορφές αποχής) και χωρίς να το καταλάβει, έπεσε νεκρός. Ο Γουίντ φαίνεται να δικαιώνεται, ως Θανατόιντ πλέον (μια κοινότητα ζωντανών – νεκρών που ζει σε μια ακαθόριστη διεπιφάνεια ζωής και θανάτου) και όχι στα πλαίσια ιεραρχίας ατής της κοινότητας αλλά όταν, στο τελευταίο κεφάλαιο, λίγο πριν την επανένωση της οικογένειας, συναντιέται με την Πρέρι, τείνουν να ταυτιστούν και καταλήγουν να βολτάρουν όλη την ώρα. Αν και ανεξίτηλα πικραμένος

«μπορεί να ξεχάσω, μα δε θα συγχωρήσω ποτέ» (
424)

είναι ευτυχισμένος έχοντας στο πλάι του την Πρέρι να του δείχνει τα μυστικά του πατσίνκο και καταβροχθίζοντας γαβάθες ποπ κορν. Ο Π περιγράφει τη ΛΔΡΡ με συμπάθεια και τρυφερότητα μεν αλλά δεν περιμένει και πολλά από αυτή. Πάσχει και από ηγεσία αλλά και καθεαυτή:

«κανένα από εκείνα τα παιδιά δεν είχε κάνει καμιά ανάλυση»
(240).

Η προδοσία και η καταστροφή είναι αναπόφευκτες (Το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα, η αύξηση της εντροπίας, η αναπόφευκτη διάβρωση και ο τελικός θάνατος, θα πουν πολλοί). Και έτσι όπως επιστρέφει και προσλαμβάνεται στα καταναλωτικά έιτις δεν είναι παρά μια τραυματισμένη νοσταλγία. Ο Berger, χρησιμοποιώντας τον όρο πολιτισμικό τραύμα [15], και κάνοντας χρήση του μπενγιαμινικού jetztzeit (ο χρόνος του τώρα), διαβάζει την όποια νοσταλγία διαχέεται στο μυθιστόρημα σα μια ηθική και πολιτική υποχρέωση για αλλαγή μιας μη δίκαιης Ιστορίας. Μια νοσταλγία (για την Ουτοπία) που μεταβιβάζεται σε ένα πιθανό μέλλον. Ο Π, διαφοροποιείται από τον Μπένγιαμιν (κατά τον Berger πάντα) στον τρόπο με τον οποίο γίνεται η μετάβαση αυτή: η τραυματική παρελθοντική αδυνατότητα δεν εμφανίζεται στο παρόν αδιαμεσολάβητη (όπως πιστεύει ο Μπένγιαμιν κατά τον Berger) αλλά παίρνει ιδιαίτερες πολιτισμικές και ιδεολογικές μορφές, οι οποίες, στην περίπτωση της «Vineland» είναι ο καταναλωτισμός και ο ρηγκανισμός των έιτις. Ο Berger, ενώ φαίνεται να διαβάζει σωστά τον Π, δεν τα καταφέρνει με τον Μπένγιαμιν. Η Θέση VI που παρέθεσα ως προμετωπίδα του σημειώματος το δείχνει ξεκάθαρα.

Πράγματι, τουλάχιστον όπως τον καταλαβαίνω εγώ, ο Π στη «Vineland» δείχνει να κοιτάζει κριτικά το προηγούμενο έργο του και να αφήνει ανοιχτή τη «δυνατότητα της αδυνατότητας». Όπως ανέφερα παραπάνω, στο τέλος της ιστορίας σκοτώνει τον Μπροκ (δηλ. το απεχθέστερο πρόσωπο της εξουσίας). Ο Αχέροντας έρχεται προς αυτόν
«…σκληρός, ασταμάτητος, και πίσω απ’αυτόν η τυμπανοκρουσία, οι φωνές που δεν έψελναν μαζί αλλά θυμόνταν, έκαναν προβλέψεις, συζητούσαν, έλεγαν παραμύθια, έριχναν κατάρες, τραγουδούσαν, όλα όσα κάνουν οι φωνές, χωρίς όμως να επιτρέπουν ούτε την πιο σύντομη ανάσα σιωπής. Όλες αυτές οι φωνές, για πάντα» (400)

Η εξουσία μπορεί να αντικρύσει κι αυτήν το θάνατο.


««Θα σου βγάλουν έξω τα κόκαλα» εξήγησε ο Βάτο. «Τα κόκαλα πρέπει να μείνουν απ’ αυτήν την πλευρά. Ό,τι περισσέψει από σένα θα περάσει απέναντι. Φαίνεσαι πολύ αλλιώτικος και κινείσαι περίεργα για λίγο, αλλά λένε ότι θα προσαρμοστείς. Δώσε μια ευκαιρία σ΄ αυτούς τους τριτικοσμικούς, μπορούν να έχουν πολλή πλάκα»» (441)
Έτσι, οι τριτοκοσμικοί, δηλαδή οι άνθρωποι της Vineland, μπορεί να έχουν την ευκαιρία να προχωρήσουν προς την αδυνατότητα. Ίσως γιατί [16]:

«Εκεί όπου υπάρχει εξουσία υπάρχει και αντίσταση κι ακόμη, ή μάλλον από τούτο το ίδιο το γεγονός, η αντίσταση αυτή δεν βρίσκεται σε θέση εξωτερική προς την εξουσία…. Υπάρχει μια πολλαπλότητα σημείων αντίστασης: παίζουν το ρόλο του αντιπάλου, του στόχου, της υποστήριξης, της χειραγώγησης των σχέσεων εξουσίας. Τα σημεία αυτά είναι πανταχού παρόντα στο δίκτυο εξουσίας. Επομένως, δεν υπάρχει ένας και καθορισμένος τόπος της μεγάλης Άρνησης, μια ψυχή της εξέγερσης που είναι εστία όλων των ξεσηκωμών ή ένας καθαρός νόμος της επανάστασης. Αντίθετα, υπάρχει μια πολλαπλότητα αντιστάσεων, κάθε μία και ειδική περίπτωση
Αναφορές
1. Rushdie, S., «Still Crazy After All These Years», The New York Times, 14/01/1990
2. Μπορείτε να το απολαύσετε εδώ
3. Για περισσότερα πάνω στο θέμα εδώ ενώ για το Μπέρκλεϋ στα σίξτις ωραίο είναι το φιλμ του Μαρκ Κιτσελ «Berkeley in the Sixties»
4. Διάφοροι και από διαφορετικές σκοπιές είχαν προβλέψει την εν λόγω κατάρρευση με πρώτο τον Τζ. Όργουελ ήδη από το 1946 «But at any rate, the Russian rιgime will either democratize itself, or it will perish». «Second Thoughts on James Burnham, Polemic, No 3, May 1946
5.Ο Douglas Albert (Vineland Thomas Pynchon. Index of Fictional Characters, Places & Things.
και οι John Diebold & Michael Goodwin (Babies of Wackiness A Readers' Guide to Thomas Pynchon's Vineland) έχουν κάνει καλή δουλειά στην αποδελτίωση και το συμμάζεμα αυτού του λαβυρίνθου,
6.βλ. εδώ
7.  Βλ. το διδακτορικό του Tobias Julian Meinel, The Reader’s progress: Thomas Pynchon’s Novels as Allegories of Critical Reading Practices since 1945. Department of English, The University of Alabama, 2010.
8. Cowart, D., «Attenuated Postmodernism: Pynchon's Vineland», Critique: Studies in Contemporary Fiction 32(2), pp. 67-76, 1990
9. βλ εδώ
10. Weed=μαριχουάνα Atman=η Αρχή της Ζωής, η Παγκόσμια Ψυχή στα ινδικά
11. Ένγκελς, Φρ., «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», μετ. Α. Κυριακοπούλου, Θεμέλιο, 1966
12. βλ εδώ
13. Για μια πιο «συνωμοσιολογική» ανάγνωση της προεδρίας Κλίντον βλ εδώ
14. Mendelson, E. «Levity’s Rainbow» New Republic 9, pp. 40-46, 1990
15.  Berger, J., «Cultural Trauma and the «Timeless Burst»: Pynchon's Revision of Nostalgia in Vineland». Postmodern Culture 5 (3), 1995.
16.  Φουκώ, Μ., «Ιστορία της σεξουαλικότητας. Η δίψα της γνώσης», μετ: Γ Ροζάκη, Εκδόσεις Ράππα, 1978

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου