Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Μια μαρξιστική ιστορία του κόσμου. Μέρος 17: Η Ρωμαϊκή Επανάσταση του Neil Faulkner (μτφ. Proletariates)

του Neil Faulkner (μτφ. Proletariates)

Μετά από έναν αιώνα νικηφόρων πολέμων - με τελευταίον τον Γ' Καρχηδονιακό - η ισχύς και ο πλούτος της Ρώμης αυξήθηκαν, χωρίς ωστόσο να βελτιωθεί και η οικονομική κατάσταση των ασθενέστερων τάξεων. Αντίθετα, η αύξηση του ager publicus, της δημόσιας κτηματικής περιουσίας, διηύρυνε την ψαλίδα ανάμεσα στους μεγαλοκτηματίες και στους μικροκαλλιεργητές. Οι συγκλητικοί, η αφρόκρεμα της ανώτερης κοινωνικής τάξης που κυβερνούσε τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, μοιράζονταν μεταξύ τους τις μεγάλες εκτάσεις του Δημοσίου με τη δικαιολογία ότι αυτοί είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν δούλους για τις καλλιέργειες προϊόντων που τροφοδοτούσαν τις αγορές. Επιπλέον οι μικροκτηματίες, που επί έναν αιώνα είχαν επανδρώσει τον ρωμαϊκό στρατό, φεύγοντας για τον πόλεμο άφηναν τα χωράφια τους στο έλεος του πλούσιου γείτονα ο οποίος στην αρχή δάνειζε την ακέφαλη οικογένεια και μετά έπαιρνε το κτήμα αφού τα χρέη δεν μπορούσαν να εξοφληθούν. Ετσι, όσοι στρατιώτες γύριζαν στην πατρίδα δεν έβρισκαν ούτε κτήμα ούτε καν σπίτι. Με τον τρόπο αυτόν δημιουργήθηκαν ολόκληρες στρατιές ακτημόνων πλέον αγροτών που πολιορκούσαν τη Ρώμη. 

Όπως ήταν αναμενόμενο, η Σύγκλητος αντέδρασε αρνητικά στην αγροτική μεταρρύθμιση του Τιβέριου και έπεισε έναν άλλον δήμαρχο, τον Οκτάβιο, να κάνει χρήση του δικαιώματος της αρνησικυρίας κατά την ψήφιση του νόμου. Τότε ο Τιβέριος βρήκε τρόπο ώστε ο Οκτάβιος να εκπέσει του αξιώματός του, οπότε αυτός μπόρεσε να περάσει τον νόμο του (Lex Sempronia Ι). Παρά τη νίκη του ο Τιβέριος κατηγορήθηκε για αυθαιρεσία επειδή, μολονότι υπήρχε η νομική διαδικασία, κανένας δήμαρχος ως τότε δεν είχε την τύχη του Οκτάβιου.

Το μένος των πατρικίων εναντίον του ξέσπασε όταν, με συμμάχους τον αδελφό του Γάιο και τον πεθερό του Αππιο Κλαύδιο, ο Τιβέριος ζήτησε να παραχωρηθεί στους φτωχούς αγρότες το κληροδότημα που είχε αφήσει στον λαό της Ρώμης ο Ατταλος Γ' ώστε να μπορέσουν να αγοράσουν τα απαραίτητα εργαλεία για να καλλιεργήσουν τη γη που τους είχε παραχωρηθεί.

H αντίδραση στην πρόταση του Τιβέριου ήταν τόσο βίαιη που έφθασε ως τη δολοφονία του. H Σύγκλητος κατηγόρησε τον Τιβέριο ότι ήθελε να επιβάλει τυραννίδα και κατά τη διάρκεια μιας λαϊκής συνέλευσης όπου θα μιλούσε (ο Τιβέριος) οι ενοχλημένοι από τις φιλολαϊκές προτάσεις του συγκλητικοί έστειλαν εναντίον του ένα δήθεν εξαγριωμένο πλήθος πολιτών. Ο Τιβέριος δολοφονήθηκε μαζί με άλλους τριακόσιους οπαδούς του και τα πτώματά τους ρίχθηκαν στον Τίβερη.

Μετά τη δολοφονία του Τιβέριου το 133 π.X. ο Γάιος Σεμπρώνιος, λαμπρός ρήτορας και με εξαίρετη μόρφωση και αυτός, παρά τα 21 του χρόνια μπήκε στον πολιτικό στίβο για να συνεχίσει το έργο του αδελφού του. Ως μέλος της τριμελούς επιτροπής για την εφαρμογή του νόμου του Τιβέριου ο Γάιος στάλθηκε ως επιθεωρητής στη Σαρδηνία. Ο στόχος του όμως ήταν να εκλεγεί δήμαρχος.

Τον Δεκέμβριο του 124 π.X. ο Γάιος Γράκχος εξελέγη δήμαρχος και αμέσως έδωσε δείγματα των πολιτικών του ικανοτήτων. Οι σπουδαιότερες μεταρρυθμίσεις του Γάιου Γράκχου ήταν τρεις:

Ο Αγροτικός Νόμος (Lex Sempronia ΙΙ), με τον οποίο βελτίωσε τον νόμο του αδελφού του εντάσσοντας σε αυτόν και δημόσια έργα, κυρίως δρόμους.

Ο Νόμος των Σιτηρών (Lex Frumentaria), με τον οποίο οι πληβείοι μπορούσαν να προμηθεύονται σιτάρι από τις δημόσιες αποθήκες στο μισό της τιμής του εμπορίου.

Ο Δικαστικός Νόμος (Lex Judiciaria), με τον οποίο ο Γάιος αφαίρεσε από τους συγκλητικούς τη δικαστική εξουσία και την έδωσε στους Ιππείς (Equites), τμήμα της τάξης των πατρικίων που δεν ασκούσε την πολιτική από προσωπική επιλογή, άρα παρείχε κάποια εγγύηση αμεροληψίας.

Με αυτούς τους νόμους η ισχύς του Γάιου Γράκχου αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε η Σύγκλητος έμοιαζε εντελώς αποδυναμωμένη. Ο Γάιος ήταν ο εκλεκτός του λαού και γι' αυτό κανένας δεν τόλμησε να φέρει αντίρρηση όταν αυτός έθεσε υποψηφιότητα για δήμαρχος και τον επόμενο χρόνο.

Στη νέα του θητεία ο Γάιος εφάρμοσε δύο ακόμη σημαντικές μεταρρυθμίσεις: έναν νόμο ο οποίος ρύθμιζε διοικητικά τις νέες αποικίες και έναν άλλον με τον οποίο πρότεινε να αναγνωριστούν ως ρωμαίοι πολίτες όλα τα λατινικά φύλα της ιταλικής χερσονήσου.

Ο δεύτερος νόμος δεν βρήκε καθόλου σύμφωνους τους ρωμαίους πληβείους, οι οποίοι φοβήθηκαν ότι θα έχαναν τα δικά τους προνόμια. Ετσι, όταν τον Δεκέμβριο του 122 π.X. έληξε η θητεία του, ο Γάιος απέτυχε να εκλεγεί για τρίτη φορά δήμαρχος. H Σύγκλητος αποφάσισε να οργανώσει την αντεπίθεσή της. Αφορμή ήταν η αποικία της Καρχηδόνας, την οποία ο Γάιος ήθελε να βοηθήσει να ορθοποδήσει μετά την καταστροφή που είχε υποστεί κατά τον Γ' Καρχηδονιακό πόλεμο. Οι συγκλητικοί φανάτισαν το πλήθος εναντίον αυτού του σχεδίου λέγοντας ότι οι θεοί ήταν αντίθετοι σε μια τέτοια ιδέα. 



Στις αρχές του 121 π.X. ο Γάιος οργάνωσε διαδήλωση υπέρ της αποικίας και ένας οπαδός του σκότωσε κάποιον της φρουράς του φιλοσυγκλητικού δημάρχου Λεύκιου Οπίμιου επειδή είχε ξεστομίσει βρισιές εναντίον των πληβείων. Ο Γάιος κλήθηκε στη Σύγκλητο να λογοδοτήσει για το συμβάν αλλά αυτός προτίμησε να καταλάβει με τους οπαδούς του τον Αβεντίνο λόφο, παραδοσιακό άσυλο των πληβείων. Μολονότι οι πληβείοι πρότειναν να προσπαθήσουν να λύσουν τη διαφορά ειρηνικά, ο Οπίμιος επιτέθηκε εναντίον του Αβεντίνου. Ο Γάιος τραυματίστηκε στο πόδι και ικέτευσε έναν δούλο του να τον σκοτώσει για να μην πέσει στα χέρια των εχθρών του. Το κεφάλι του Γάιου ρίχθηκε στον Τίβερη και τις επόμενες ημέρες σφαγιάστηκαν γύρω στις 3.000 οπαδοί του.

Με τον θάνατο και του δεύτερου Γράκχου και τις εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν τελείωσαν και οι μεταρρυθμίσεις στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία. H αγροτική μεταρρύθμιση έληξε και τυπικά το 119 π.X. με τη διάλυση της τριμελούς επιτροπής. H Σύγκλητος είχε νικήσει τους πληβείους και ξανάγινε παντοδύναμη.



Το αποτέλεσμα ήταν μια διπλή κρίση. Η παρακμή της αγροτιάς αποστράγγισε τη δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού από την οποία εξαρτιόταν η στρατιωτική ισχύς της Δημοκρατίας. Και μια επαρχία γεμάτη με σκλάβους ήταν ένα σημαντικό πρόβλημα ασφαλείας.

Η νέα οικονομία που βασιζόταν στους σκλάβους είχε το κέντρο της στη Σικελία και τη νότιο Ιταλία. Εκατοντάδες χιλιάδες αιχμάλωτοι πολέμου πουλιόνταν ως σκλάβοι και δούλευαν στα αγροκτήματα της αριστοκρατίας. Οι σκλάβοι εξεγέρθηκαν τρεις φορές – στη Σικελία το 136-134 πΧ, πάλι στη Σικελία το 103-101 πΧ και τελικά σε όλη την Ιταλία το 73-71 πΧ.

Δεν ήταν τυχαίο που η κρίση της Ύστερης Δημοκρατίας άρχισε κατά τη διάρκεια του Πρώτου Σικελιανού Πολέμου των Σκλάβων. Τα άμεσα ενδιαφέροντα του Τιβέριου Γράκχου και της ανανεωτικής πτέρυγας της άρχουσας τάξης ήταν η ανασυγρότηση του στρατού και η εσωτερική ασφάλεια. Οι διαμάχες έλαβαν χώρα στο παρασκήνιο των καιγόμενων χωριών της Σικελίας.

Πολλοί απόστρατοι και κατεστραμμένοι αγρότες κατέφθασαν στη Ρώμη. Η πόλη αναπτυσσόταν με κύριες πηγές τα λάφυρα των πολέμων, τα δημόσια έργα και την αριστοκρατική πατρωνία και κατανάλωση – η οποία απομυζούσε το παραγόμενο από τους πολίτες πλεόνασμα.

Η μεγέθυνση τςη αυτοκρατορίας άλλαξε, επίσης, και τις σχέσεις μεταξύ Ρωμαίων και μη-Ρωμαίων. Τουλάχιστον ένας στους δύο λεγεωνάριους δεν ήταν πλέον Ρωμαίος πολίτης αλλά «Λατίνος» ή «Σύμμαχος» πολίτης. Πολύ γρήγορα, αυτοί που συνεισέφεραν στις μάχες απαίτησαν και ίσα μερίδια στα λάφυρα.

Το προνόμιο διάθεσης των αγαθών έγινε ζήτημα εκρηκτικό. Ο Κοινωνικός Πόλεμος του 91-88 πΧ εξελίχτηκε σε ένας ολοκληρωτικό εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Ρωμαίων και Ιταλών που αγωνίζονταν για ίσα πολιτικά δικαιώματα.


Η Ιταλία ήταν γεμάτη με εκρηκτικό υλικό: παρηκμασμένους γερουσιαστές, αξιωματούχους και ευγενείς της επαρχίας. Μικρογαιοκτήμονες κατεστραμμένους από τα δάνεια. Απόστρατους βυθισμένους στη φτώχεια μετά από χρόνια παραμονής στο μέτωπο. Εξαθλιωμένο προλεταριάτο και μη – Ρωμαίους που ενώ ήταν στην υπηρεσία του κράτους ήταν αποκλεισμένοι από την πολιτική.

Η Ρωμαϊκή Επανάσταση είχε την μιαν ιδιαιτερότητα. Καμιά από τις τάξεις των διαμαρτυρόμενων δεν ήταν σε θέση να ηγεμονεύσει το κίνημα. Κανένας δεν μπορούσε να επιβάλλει την αρχηγία του υποσχόμενος ένα λογικό όραμα μέσα σε ένα κόσμο που άλλαζε και μια στρατηγική για την επίτευξή του. Κανένας δεν μπορούσε να προσφέρει μια επαναστατική εναλλακτική λύση. 


Η αριστοκρατική αντιπολίτευση φοβόταν τις λαϊκές μάζες που απειλούσαν την ιδιοκτησία. Οι μικρογαικτήμονες φοβόντουσαν τους ακτήμονες. Οι ελεύθεροι πολίτες στους σκλάβους. Οι Ρωμαίοι τη διάλυση των πολιτειακών τους προνομίων.

Το λαϊκό κίνημα ήταν μια πολυ-ταξική συμμαχία γεμάτη αντιφάσεις. Και ήταν αυτός ο ιδιαίτερος κοινωνικός της χαρακτήρας που έκανε τη Ρωμαϊκή Επανάσταση μια σύνθετη, στρεβλή και μακροχρόνια διεργασία.

Η μεταρρύθμιση μέσω της Γερουσίας ήταν μπλοκαρισμένη. Οι «Λαϊκιστές» ήταν μια μειοψηφία της άρχουσας τάξης, ανίκανη να επιβάλλει μια «επανάσταση από τα πάνω» στους «Αριστοκράτες» η οποίοι ευνοούσαν τη διαχείριση της εξουσίας από τη Γερουσία.

Αλλά απούσης μιας επαναστατικής τάξης που θα μπορούσε να σπάσει το αδιέξοδο, αυτή που αποφασίζει για την εξέλιξη των πραγμάτων είναι η στρατιωτική ισχύς. Έτσι, η Ρωμαϊκή Επανάσταση μεταβλήθηκε σε μια σύγκρουση μεταξύ στρατηγών. Καθώς η πολιτική τάξη αναζητούσε στήριξη από στρατηγούς με κύρος και πλούσιους από τη λαφυραγώγηση των κατακτημένων περιοχών, οι βετεράνοι πολέμαρχοι έγιναν μια σημαντική δύναμη μέσα στην πολιτική πραγματικότητα της Ρώμης. Η Επανάσταση είχε μετασχηματιστεί σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Λαϊκιστών και Αριστοκρατών στρατηγών, μεταξύ του Γάιου Μάριου και του Σύλλα αρχικά και μεταξύ του Ιουλίου Καίσαρα και του Πομπήιου στη συνέχεια. 

Η πιο αποφασισμένη προσωπικότητα ήταν ο Ιούλιος Καίσαρας. Αριστοκράτης πρώτης σειράς, αδίστακτος καριερίστας και αιμοσταγής ιμπεριαλιστής αλλά και απαράμιλλος διοικητής, πολιτικός και μεταρρυθμιστής. Ο Καίσαρας ήταν η προσωποποίηση των αντιφάσεων της Ρωμαϊκής Επανάστασης και ο βασικός της πρωταγωνιστής. 
Ο Καίσαρας ήταν ο θριαμβευτής του Εμφυλίου Πολέμου του 49-45 πΧ, αλλά, όντας ηγέτης ενός λαϊκού κινήματος μάλλον παρά μιας επαναστατικής τάξης, αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με την προηγούμενη τάξη πραγμάτων.

Αυτό όμως δεν μπορούσε να γίνει άμεσα. Η άρχουσα τάξη ήταν διαιρεμένη και διχασμένη. Ο Καίσαρας προσπάθησε να υπερβεί τις αντιφάσεις μέσω προσωπικής δικτατορίας. Αυτό προκάλεσε τη δολοφονία του και ένα νέο εμφύλιο πόλεμο.

Η αντιπολίτευση (με ηγέτες το Βρούτο και τον Κάσιο) ηττήθηκε πολύ γρήγορα από τους υποστηρικτές του Καίσαρα (Αντώνιο και Οκταβιανό). Αλλά οι τελευταίοι μοιράζοντας την αυτοκρατορία μεταξύ τους έβαλαν τα θεμέλια ενός καινούργιου εμφυλίου πολέμου.

Νικητής αυτού του εμφυλίου ήταν ο και Οκταβιανός, ο οποίος έγινε Αύγουστος, ο πρώτος ρωμαίος αυτοκράτορας. Επέβαλλε στρατιωτική δικτατορία βασιζόμενος σε «νέους ανθρώπους», ήπιες μεταρρυθμίσεις και ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Η εποχή του είναι η τελευταία φάση του μακροχρόνιου μετασχηματισμού μιας ιταλικής πόλης – κράτους σε μια γραφειοκρατικά διοικούμενη παγκόσμια αυτοκρατορία.

Αλλά ακόμα και η πιο επιτυχημένη από τις αρχαίες αυτοκρατορίες εμπεριείχε τους σπόρους της παρακμής και της τελικής αποσύνθεσης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου