Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Κρίσεις και ταξικός πόλεμος



ΜΑΪΚΛ ΛΙΜΠΟΒΙΤΣ
Κρίσεις και ταξικός πόλεμος 
Βρισκόμαστε εν μέσω ενός ταξικού πολέμου. Αυτό όμως δεν είναι ασυνήθιστο. Πάντα υπάρχει ταξικός πόλεμος στον καπιταλισμό, παρότι ορισμένες φορές συγκαλύπτεται ενώ άλλες «τερματίζεται» με ένα ιντερλούδιο καρχηδονιακής ειρήνης. Ο ταξικός πόλεμος στις μέρες μας εντείνεται λόγω της κρίσης του καπιταλισμού. Μιας κρίσης που έχει τις ρίζες της στην υπερ-συσσώρευση του κεφαλαίου, μιας κρίσης λόγω της οποίας το κεφάλαιο επιτίθεται ολοένα και σφοδρότερα στις δυνάμεις της εργασίας.

 Η λιτότητα, οι περικοπές, η ανάγκη για θυσίες αποτελούν απαιτήσεις που μοναδικό σκοπό έχουν να επωμιστούν οι εργαζόμενοι τις αποτυχίες του κεφαλαίου. Ο ταξικός αυτός πόλεμος εξαπολύεται από τα καπιταλιστικά κράτη ενάντια στους εργαζόμενους για να τους αναγκάσει να παραιτηθούν από τις κατακτήσεις προηγούμενων αγώνων τους. Σε κάποιες περιπτώσεις (δυστυχώς όχι σε όλες) η εργατική τάξη απαντάει«όχι!» .Σε κάποιες περιπτώσεις οι εργαζόμενοι αγωνίζονται να υπερασπιστούν όσα πέτυχαν μέσα στον καπιταλισμό. Αγωνίζονται ενάντια στο ρατσισμό και την ξενοφοβία, που γίνονται κανόνας όταν υπάρχει επίθεση εναντίον τους. Τέτοιοι αγώνες, όπως γνώριζε ο Μαρξ, είναι «απαραίτητοι». Είναι ο μόνος τρόπος «για να μη γίνουν οι εργαζόμενοι απαθείς, απερίσκεπτοι, λιγότερο ή περισσότερο καλοταϊσμένα εργαλεία στη διαδικασία της παραγωγής. Ποιος θα κερδίσει όμως αυτό τον ταξικό πόλεμο;

Στο τελευταίο βιβλίο του, την Κομμουνιστική Υπόθεση, Αλεν Μπαντιού μιλάει για τις ήττες του Μάη του ’68, της κινέζικης Πολιτιστικής Επανάστασης και της Παρισινής Κομμούνας, καθώς και εκείνες των καταλήψεων εργοστασίων και άλλων αγώνων περιγράφοντάς τες ως «ένδοξες ήττες»(Badiou2010: 21, 27). Οι ήττες αυτές πρέπει να αντιπαραβάλλονται, συνεχίζει, στις «άδοξες  ήττες» που έφερε η σοσιαλδημοκρατία γιατί οι πρώτες παραμένουν στη μνήμη μας ως έμπνευση (Badiou2010: 17). Αυτό είναι πράγματι αλήθεια. Τιμάμε αυτούς που αγωνίστηκαν στο παρελθόν και οφείλουμε να μεταφέρουμε τους αγώνες τους στο μέλλον. Ωστόσο, οι ένδοξες ήττες μας είναι ήδη πολλές. Πιστεύω λοιπόν ότι οι αγώνες της δικής μας εποχής ενάντια στην προσπάθεια του κεφαλαίου να αναγκάσει την εργατική τάξη να το σώσει από μία ακόμη από τις κρίσεις του είναι πιθανό να οδηγήσουν σε μία ακόμη ένδοξη ήττα. Φυσικά, η οργάνωση αντιστάσεων απέναντι στις περικοπές και η πίστη ότι το κεφάλαιο μπορεί να χάσει είναι απαραίτητες. Προφανώς, είναι απαραίτητο να κάνουμε το κεφάλαιο να κατανοήσει ότι το κόστος της μετατόπισης του φορτίου της αποτυχίας του στις πλάτες των εργαζομένων θα είναι μεγάλο. Και, βεβαίως, πρέπει να ενθαρρύνουμε τους αγώνες που γίνονται όπου η εργατική τάξη δεν έχει παραλύσει ως αποτέλεσμα άδοξων ηττών του παρελθόντος. Παρ’ όλα αυτά, ένα απλό «όχι» δεν αρκεί. Κάποιοι πιστεύουν ότι ένα σύνολο από «όχι» που εκφράζονται συλλογικά (ή που παράγονται ως «σιωπηρό γεγονός», κατά την έκφραση του Τζον Χόλογουεϊ), μπορεί να έχει επαρκή αποτελέσματα. Ωστόσο, το μόνοπου αποδεικνύουν αυτοί οι ποιητές της άρνησης είναι ότι δεν κατανοούν γιατί και πώς αναπαράγεται το κεφάλαιο. Γιατί, μετά από τόσες ήττες, τόσοι άνθρωποι αδυνατούν ακόμα και σήμερα να καταλάβουν αυτό που ο Μαρξ εξηγούσε από το 19οκιόλας αιώνα: Ότι, δηλαδή, το κεφάλαιο έχει την τάση να παράγει μια εργατική τάξη που θεωρεί την ύπαρξή του απαραίτητη; «Η ανάπτυξη του κεφαλαίου», τόνιζε, «παράγει μια εργατική τάξη η οποία λόγω της εκπαίδευσης, της παράδοσης και της συνήθειας θεωρεί τις μεθόδους της καπιταλιστικής παραγωγής αυταπόδεικτους φυσικούς νόμους»(Marx1977: 899).Ο Μαρξ κατανοούσε ότι ο καπιταλισμός τείνει να αναπαράγει τους εργαζόμενους που χρειάζεται. Εργαζόμενους που πιστεύουν ότι ο καπιταλισμός είναι συνώνυμος με την κοινή λογική. Δεδομένου του «μυστηρίου» του κεφαλαίου (ως προϊόντος της πώλησης της εργατικής δύναμης) που παρουσιάζει την παραγωγικότητα, τα κέρδη και την πρόοδο ως αποτελέσματα της συμβολής του καπιταλιστή, προκύπτει ότι «η οργάνωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, από τη στιγμή που αναπτύσσεται πλήρως, γκρεμίζει κάθε αντίσταση». Γκρεμίζει κάθε αντίσταση! Και ακόμα, πρόσθετε ο Μαρξ, η δημιουργία ενός εφεδρικού στρατού ανέργων «σφραγίζει την κυριαρχία του καπιταλιστή πάνω στον εργαζόμενο» έτσι ώστε ο πρώτος να στηρίζεται στην «εξάρτηση του εργαζόμενου από το κεφάλαιο, η οποία προκύπτει από τον ίδιο τον τρόπο παραγωγής και εξασφαλίζεται επ’ αόριστον»(Marx1977: 899). Εξασφαλίζεται επ’αόριστον! Προφανώς για το Μαρξ τα τείχη του κεφαλαίου δεν θα καταρρεύσουν ποτέ χωρίς μια δυνατή κραυγή. Μια κάποια αντίσταση πάντα υπάρχει–αγώνας για τους μισθούς, αγώνας για τις συνθήκες εργασίας, αγώνας για την υπεράσπιση των κεκτημένων του παρελθόντος. Ωστόσο, όσο οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να θεωρούν τις απαιτήσεις του κεφαλαίου «αυταπόδεικτους φυσικούς νόμους» οι αγώνες αυτοί πραγματοποιούνται μέσα στα όρια των καπιταλιστικών σχέσεων. Τελικά, η υποταγή των εργαζομένων στη λογική του κεφαλαίου σημαίνει ότι, όταν ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κρίση, είναι εκείνοι που αργά ή γρήγορα θα επιστρατευτούν για να διασφαλίσουν ξανά τις συνθήκες της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Και η προφανέστερη απόδειξη γι’ αυτό είναι οι άδοξες ήττες της σοσιαλδημοκρατίας. Μια ήττα που καταφέρεται όταν ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κρίση σημαίνει ότι το κεφάλαιο εξέρχεται από αυτή μέσω του μετασχηματισμού  του – όπως έκανε με τη Συνθήκη του Μπρέτον Γουντς μετά την κρίση της δεκαετίας του ’30 ή στην Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του ’80 με την επίθεσή του στην εκεί εργατική τάξη. Όπως σημειώνεται συχνά, υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια κρίση στον  καπιταλισμό και σε μια κρίση του  καπιταλισμού. H τελευταία χρειάζεται συνειδητοποιημένα υποκείμενα, έτοιμα να δώσουν τέλος στον καπιταλισμό, προετοιμασμένα να αμφισβητήσουν και τελικά να νικήσουν τη λογική του κεφαλαίου. Ωστόσο, η εργατική επαναστατική διαδικασία χρειάζεται ένα όραμα που να αποτελεί για τους εργαζόμενους μια εναλλακτική κοινή λογική, τη δική τους  κοινή λογική.

Όπως θα έκανε ακόμα και ο χειρότερος αρχιτέκτονας, πρέπει να σχεδιάσουμε αυτό το στόχο στο μυαλό μας πριν μπορέσουμε με βάση αυτόν να οικοδομήσουμε την πραγματικότητα. Μόνο αυτός ο συνειδητός στόχος μπορεί να εξασφαλίσει την αναγκαία θέληση για την ήττα της λογικής του κεφαλαίου, μια μάχη ενάντια σε μια κατάσταση στην οποία οι εργαζόμενοι «μέσω της εκπαίδευσης, της παράδοσης και της συνήθειας» βλέπουν τις ανάγκες του κεφαλαίου ως «αυταπόδεικτους φυσικούς νόμους», μια μάχη για μια εναλλακτική  κοινή λογική. Ποιό είναι όμως το όραμα μιας νέας κοινωνίας, οι απαιτήσεις της οποίας μπορούν εναλλακτικά να θεωρηθούν «φυσικοί νόμοι»; Προφανώς, δεν είναι τα αποτελέσματα της προσπάθειας οικοδόμησης του σοσιαλισμού που έγιναν τον 20ο αιώνα. Μιας προσπάθειας που κατέληξε– κατά την έκφραση του Μαρξ– «σε μια δειλή αποχαύνωση».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου