Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Κρίση χωρίς Τέλος-μέρος 3, Γιατί στασιμότητα;


 
Κρίση χωρίς Τέλος
Τζον Μπέλαμι Φοστερ και Ρόμπερτ Γ. ΜακΤσίσνεϊ
Μτφ. proletariates – Οι παραπομπές με ελληνική αρίθμηση είναι των συγγραφέων ενώ με λατινική δικές μου επεξηγηματικές σημειώσεις.

Γιατί στασιμότητα;

Το Μάρτιο του 1947, έλαβε χώρα μια θρυλική πλέον αντιπαράθεση στο Χάρβαρντ μεταξύ του Σουμπέτερ και του Σουήζι, δύο από τους πιο δημοφιλείς και με επιρροή οικονομολόγους, με θέμα το μέλλον του καπιταλισμού. Ο Πολ Σάμιουελσον δεκαετίες αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, έλεγε: «Τα πρόσφατα γεγονότα στις πανεπιστημιουπόλεις μου υπενθύμισαν ένα από τα σημαντικότερα συμβάντα της ζωής μου. Έλαβε χώρα στο Χάρβαρντ πίσω στις μέρες εκείνες όπου γίγαντες περπατούσαν ακόμη πάνω στη γη και στο προαύλιο του Χάρβαρντ. Ο Τζόσεφ Σουμπέτερ, ο λαμπρός οικονομολόγος του Χάρβαρντ και κοινωνικός προφήτης αντιπαρατέθηκε με τον Πολ Σουήζι πάνω στο «Μέλλον του Καπιταλισμού», ο Βασίλι Λεοντίεφ ήταν ο συντονιστής και το ακροατήριο γέμιζε ασφυκτικά την αίθουσα. [26]

Η αντιπαράθεση μεταξύ Σουήζι και Σουμπέτερ ήταν μέρος μιας μεγαλύτερης αντιπαράθεσης πάνω στη στασιμότητα της δεκαετίας του 1930 που προκλήθηκε από τη Μεγάλη Ύφεση. Ο Σουήζι υποστήριζε βασιζόμενος στο Μαρξ και τον Κέυνς ότι «η συσσώρευση είναι ο πρωταρχικός παράγοντας», αν και, σημείωνε, η επίδρασή της έβαινε μειούμενη. «Δεν υπάρχει μηχανισμός στο σύστημα», εξηγούσε, «για την προσαρμογή των επενδυτικών ευκαιριών στον τρόπο με τον οποίο οι καπιταλιστές θέλουν να δημιουργήσουν συσσώρευση και δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι αν οι επενδυτικές ευκαιρίες είναι ακατάλληλες, οι καπιταλιστές θα το γυρίσουν στην κατανάλωση – το αντίθετο μάλιστα.» Επομένως, ο κινητήρας είχε απομακρυνθεί από την καπιταλιστική οικονομία, η οποία έτεινε – χωρίς κάποια εξωτερική βοήθεια όπως αυτή που προσέφερε ο πόλεμος – προς μια μακροπρόθεσμη στασιμότητα. Ο Σουμπέτερ, ακολουθώντας μια πιο συντηρητική και «Αυστριακή» προσέγγιση, υποστηρίζοντας ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1950 μπορεί να ξεκινήσεις ένας μακρύς κύκλος (Κοντράτιεφ) [VII] διόγκωσης που θα κορυφωθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1980. και, ακόμη, ότι η οικονομία των ΗΠ μπορεί να έχει προβλήματα λόγω της μείωσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της ανόδου των εταιριών και του κράτους. Ο Σουμπέτερ δεν αρνήθηκε την τάση της οικονομίας για στασιμότητα αλλά πίστευε ότι η ανάπτυξη επιβαρυνόταν μάλλον παρά τονωνόταν από παρεμβάσεις τύπου Νιου Ντιλ. [27]
Περίπου είκοσι χρόνια αργότερα, ο Σουήζι μαζί με τον Πολ Μπάραν, δημοσίευσαν την κλασσική εργασία τους Monopoly Capital, η οποία άσκησε μεγάλη επιρροή στα οικονομικά της Νέας Αριστεράς κατά τη δεκατία του 1970. «Η κανονική κατάσταση της μονοπωλιακής καπιταλιστικής οικονομίας», υποστήριξαν, «είναι η στασιμότητα.»[28] Σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα, η άνοδος των γιγαντιαίων μονοπωλιακών (ή ολιγοπωλιακών) εταιριών είχε δημιουργήσει μια τάση στις πραγματικές και δυνητικές επενδύσεις να αναζητούν αύξηση του πλεονάσματος από την κοινωνία. Έντονες συνθήκες εκμετάλλευσης (ή υψηλές τιμές προϊόντων σε σχέση με το μοναδιαίο εργατικό κόστος) σημαίνουν ότι και η ανισότητα στην κοινωνία αυξάνεται και ότι όλο και περισσότερο πλεονασματικό κεφάλαιο τείνει να συσσωρεύεται, πραγματικά και δυνητικά, στις γιγαντιαίες φίρμες και στα χέρια των μεγαλοεπενδυτών, οι οποίοι δεν μπορούσαν να βρουν επικερδείς επενδύσεις ικανές να απορροφήσουν όλο το διαθέσιμο προς επένδυση κεφάλαιο. Έτσι, η οικονομία άρχισε να εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από  εξωτερικούς παράγοντες όπως οι υψηλές κυβερνητικές δαπάνες (ιδιαίτερα στον στρατιωτικό τομέα), η έντονη προσπάθεια για αύξηση των πωλήσεων και η χρηματιστηριακή διόγκωση ώστε να διατηρείται η ανάπτυξη.[29] Τέτοιοι εξωτερικοί παράγοντες, όπως θα ξηγούσε αργότερα ο Σουήζι, «δεν ήταν μέρος της εσωτερικής λογικής της οικονομίας καθεαυτής», ευρισκόμενοι «εκτός στόχου των κυρίαρχων οικονομικών από τα οποία είχαν προσεκτικά αφαιρεθεί οι ιστορικές, πολιτικές και κοινωνιολογικές θεωρήσεις.»[30]
Όλοι αυτοί οι εξωτερικοί παράγοντες ήταν αυτοπεριοριζόμενοι και/ή προκαλούσαν περαιτέρω μακροπρόθεσμες ανακολουθίες, οδηγώντας σε συνέχιση των τάσεων στασιμότητας. Η εξαγωγή επενδυτικών κεφαλαίων περιόρισε ελάχιστα το πρόβλημα αφού η επιστροφή των κερδών και άλλων επιχειρηματικές αποδόσεων, υπό συνθήκες άνισης συνύπαρξης του υπόλοιπου κόσμου και των ΗΠ, έτεινε να πνίγει την ροή κεφαλαίων προς τα έξω. Μια καινοτομία σταθμός για την εποχή, που θα έπαιζε το ρόλο που έπαιξαν η ατμομηχανή, ο σιδηρόδρομος ή το αυτοκίνητο στο δέκατο ένατο αιώνα και από τις αρχές έως τα μέσα του εικοστού, μπορεί να είχε αλλάξει την κατάσταση. Αλλά τέτοιες ιστορικές καινοτομίες που θα άλλαζαν ολόκληρη τη γεωγραφία και την κλίμακα της συσσώρευσης δεν υπήρξαν ούτε ήταν πολύ πιθανό να υπάρξουν στις συνθήκες του ώριμου μονοπωλιακού καπιταλισμού. Το αποτέλεσμα ήταν η οικονομία, παρά τις συνήθεις ανόδους και καθόδους της, αντί της στιβαρής ανάπτυξης που υπέθεταν οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι, να τείνει να λιμνάσει σε μια κανονική κατάσταση μακροπρόθεσμης αργής ανάπτυξης. Στην ουσία, μια οικονομία στην οποία οι αποφάσεις για τις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις παίρνονται ιδιωτικά, τείνει να πέσει σε μια παγίδα στασιμότητας: η υπάρχουσα ζήτηση δεν επαρκεί για την απορρόφηση όλου του διαθέσιμου, πραγματικού και δυνητικού, αποθεματικού (ή και του πλεονάσματος), οι αποδόσεις πέφτουν και δεν υπάρχει ένα αυτόματος μηχανισμός που θα προκαλέσει πλήρη ανάκαμψη.[31]
Κατ’ αυτήν την έννοια, η θεωρία της στασιμότητας δε θεωρεί ότι η δυναμική ανάπτυξη είναι αδύνατη στις ώριμες καπιταλιστικές οικονομίες – απλά υποστηρίζει ότι η στασιμότητα είναι η κανονική κατάσταση και ότι η στιβαρή ανάπτυξη μπορεί να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα ειδικών ιστορικών παραγόντων. Αυτή η θεώρηση αντιστρέφει τη λογική των νεοκλασικών οικονομικών η οποία θεωρεί ότι η ταχεία ανάπτυξη είναι φυσική στον καπιταλισμό, εκτός όταν εξωτερικές δυνάμεις όπως το κράτος και τα συνδικάτα παρεμβαίνουν στην ομαλή λειτουργία της οικονομίας. Ακόμη, στασιμότητα δε σημαίνει απαραίτητα απότομες πτώσεις με αρνητική ανάπτυξη αλλά μάλλον μια επιβράδυνση της τάσης-ρυθμού ανάπτυξης λόγω υπερσυσσώρευσης. Οι καθαρές επενδύσεις (δηλ, οι ακαθάριστες επενδύσεις μείον την υποτίμηση) ατροφούσαν, αφού με την αυξημένη παραγωγικότητα η όποια μικρή επένδυση απαιτούνταν μπορούσε να ικανοποιηθεί μέσω των κεφαλαίων υποτίμησης και μόνο. Η στασιμότητα επομένως προϋπέθετε ως βάση της τη σταθερή τεχνολογική πρόοδο και την αυξανόμενη παραγωγικότητα. Δεν ήταν ότι η οικονομία δεν ήταν αρκούντως παραγωγική. Ήταν μάλλον πολύ παραγωγική ώστε να μπορεί να απορροφά το σύνολο του προς επένδυση πλεονάσματος που δημιουργούνταν από την παραγωγή.
Το Monopoly Capital των Μπάραν και Σουήζι δημοσιεύτηκε στην κορύφωση της μεταπολεμικής οικονομικής ανόδου και κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η οικονομία των ΗΠ επιβραδύνθηκε σημαντικά, κλείνοντας μια περίοδο ταχείας εξάπλωσης που πυροδοτήθηκε από: (1) τη δημιουργία καταναλωτικής ρευστότητας κατά τη διάρκεια του πολέμου, (2) το δεύτερο κύμα αυτοκινητοποίησης στις ΗΠ (συμπεριλαμβανομένης και της κατασκευής του Διαπολιτειακού σύστημα οδικών αρτηριών), (3) μια περίοδο φτηνής ενέργειας που βασίστηκε στην εκτεταμένη εκμετάλλευση του πετρελαίου, (4) την ανόρθωση των κατεστραμμένων από τον πόλεμο οικονομιών της Ευρώπης και της Ιαπωνίας, (5) δύο περιφερειακούς πολέμους στην Ασία και γενικά τις στρατιωτικές δαπάνες του Ψυχρού Πολέμου και (6) μια περίοδο αδιαφιλονίκητης ηγεμονίας των ΗΠ. Όταν οι εξωτερικές συνθήκες που τροφοδοτούσαν την οικονομία άρχισαν βαθμιαία να χάνουν ένταση, οι συνθήκες στασιμότητας ξαναβγήκαν στην επιφάνεια.
Ωστόσο, κατά τη δεκαετία του 1970, το αυξανόμενο χρέος και σχετικός μ’ αυτό καπιταλισμός καζίνο ανέκυψαν ως μέσα στήριξης του καπιταλισμού των ΗΠ και κατά τη δεκαετία του 1980 το πλεονάζον κεφάλαιο από όλο τον κόσμο εγκαταστάθηκε στον κερδοσκοπικό ανεμοστρόβιλο μιας νέας, χρηματιστηριοποιημένης οικονομίας επικεντρωμένης γύρω από τη Γουόλ Στριτ. Οι Πολ Σουήζι και Χάρι Μαγκντόφ  ήταν ανάμεσα στους πρώτους και πιο επίμονους αναλυτές αυτής της νέας διαδικαδίας χρηματιστηριοποίησης, βλέποντάς την όχι απλά, και με όρους ανάλογους του Μίνσκι, ως σειρά περιοδικών οικονομικών κρίσεων αλλά ως ένα φάρμακο ή διεγερτικό παρόμοιο με αυτό που χρησιμοποιείται μερικές φορές (!!!) από τους αθλητές και το οποίο είχε φτιαχτεί για να κρατήσει δυνατή την οικονομία παρά την «έρπουσα στασιμότητα», όπως αυτοί την αποκαλούσαν.[32] Η χρηματιστηριοποίηση, έγραφαν το 1977, «λειτουργεί ως επιταχυντής του επιχειρηματικού κύκλου, ωθώντας σε πιο μακριά και γρήγορη άνοδο και πιο απότομη κάθοδο.» Συμφωνώντας με τον Μίνσκι πάνω στην οικονομική αστάθεια, διαφώνησαν μαζί του πάνω στο ότι «επικεντρώνοντας αποκλειστικά στις χρηματιστηριακές όψεις, παραβλέπει άλλους μακροπρόθεσμους παράγοντες που παρέχουν μια πιο σταθερή βάση μακροπρόθεσμης ευημερίας και έτσι δε λαμβάνει υπόψη του ότι οι συνθήκες που συντηρούν την οικονομική άνοδο εξαντλούνται όπως κι ότι επανακάμπτουν τάσεις στασιμότητας.» Το υποβόσκον πρόβλημα παραμένει η Σουήζια κανονική Κατάσταση στασιμότητας, περαιτέρω περιπλεκόμενη από έναν εθισμό σε κίνητρα βασισμένα στο χρέος. [33]
Στις 22 Μαρτίου του 1982, τριάντα πέντε σχεδόν χρόνια από τη θρυλική του αντιπαράθεση με τον Σουμπέτερ στο Χάρβαρντ, ο Σουήζι έκανε μια ομιλία στην Οικονομική Λέσχη του Χάρβαρντ με τίτλο «Γιατί Στασιμότητα;»[34] Εδώ ξανα-αφηγήθηκε λεπτομερώς τις αιτίες της αντιπαράθεσης πάνω στη μεγάλη στασιμότητα που είχε προκύψει στο Χάρβαρντ στα τέλη της δεκαετίας του 1930, όταν το 1937, πριν ακόμη προκύψει η πλήρης ανάκαμψη από τη Μεγάλη Κρίση, προέκυψε μια βαθιά ύφεση. Το γεγονός αυτό προκάλεσε το ερώτημα «Πλήρης Ανάκαμψη ή Στασιμότητα;», όπως το έθεσε ο Άλβιν Χάνσεν, ένας οπαδός του Κέυνς στις ΗΠ, στο ομώνυμο βιβλίο του το 1938. Ο Σουμπέτερ, στην πραγματεία του Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατίa [VIII] το 1942, χαρακτήρισε την ανάλυση του Χάνσεν πάνω στη στασιμότητα ως «θεωρία της χαμένης επενδυτικής ευκαιρίας» και αντιπαρέθεσε το δικό του επιχείρημα ότι το πραγματικό πρόβλημα που εμπόδιζε την πλήρη ανάκαμψη ήταν η ίδια η πολιτική του Νιου Ντιλ. Αυτός ήταν και ο λόγος που οδήγησε στην αντιπαράθεση Σουήζι -  Σουμπέτερ το 1947.[35]
Το 1982, τρεισήμισι δεκαετίες μετά την περίφημη αντιπαράθεσή του με τον Σουμπέτερ, ο Σουήζι έλεγε στους ακροατές του στην Οικονομική Λέσχη του Χάρβαρντ ότι το ερώτημα περί στασιμότητας που είχε προκύψει από τη Μεγάλη Κρίση «εγκαταλείφθηκε χωρίς ικανοποιητική απάντηση….Και η πραγματικότητα τώρα το ξαναθέτει,» δείχνοντας ότι «ο ενταφιασμός της στασιμότητας ήταν, το λιγότερο που μπορούμε να πούμε, πρώιμος.» Ωστόσο, αυτό που είχε θεμελιωδώς αλλάξει τα πράγματα από τότε (πέρα από την αύξηση των δαπανών της κυβέρνησης) ήταν η αυξημένη τάση για προώθηση της πίστωσης/χρέους ως μακροπρόθεσμα εργαλεία αντιμετώπισης της στασιμότητας:
Επιτρέψτε μου να παρεκκλίνω από το θέμα μας για λίγο για να σημειώσω πως το γεγονός ότι η συνολική απόδοση της οικονομίας τα τελευταία χρόνια δεν ήταν πολύ χειρότερη από όσο θα περίμενε κανείς ή τόσο άσχημη όσο τη δεκαετία του 1930, οφείλεται κυρίως σε τρεις λόγους: (1) οι πολύ μεγαλύτερες δαπάνες της κυβέρνησης και τα ελλείμματα, (2) η άνευ προηγουμένου αύξηση του καταναλωτικού χρέους, συμπεριλαμβανομένων των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, ειδικά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και (3) το φούσκωμα του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας ο οποίος, πέρα από την καθεαυτή αύξηση του χρέους, περιλαμβάνει και όλα τα είδη κερδοσκοπίας, παλιά και νέα, τα οποία με τη σειρά τους προκαλούν κάτι παραπάνω από μια απλή διάχυση της αγοραστικής δύναμης προς την «πραγματική» οικονομία, περισσότερο με τη μορφή της αυξημένης ζήτησης σε είδη πολυτελείας. Αυτοί είναι σημαντικοί παράγοντες που αντισταθμίζουν τη στασιμότητα για όσο καιρό διαρκούν αλλά υπάρχει πάντα ο κίνδυνος, αν η κατάσταση υπερφορτωθεί, να εκραγούν προς έναν παλιομοδίτικο πανικό που όμοιό του δεν έχουμε δει από την περίοδο 1929-33.[36]
Δύσκολα μπορεί να βρεί κανείς πιο νηφάλια ανάλυση των αντιφάσεων του καπιταλισμού των ΗΠ που να προλέγει την Μεγάλη Οικονομική Κρίση του 2007-09 και τις συνθήκες εκτεταμένης στασιμότητας που προέκυψαν από αυτή. Ωστόσο, οι προειδοποιήσεις αυτές πέρασαν απαρατήρητες, και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 δεν αναβίωσε καμιά αντιπαράθεση πάνω στη στασιμότητα.
Θίγωντας την αποτυχία των νεώτερων γενεών των οικονομολόγων της αριστεράς να θέσουν το ερώτημα, οι Μαγκντόφ και Σουήζι γράφουν στο Stagnation and the Financial Explosion το 1987:
Ενηλικιωθήκαμε κι οι δυο μας κατά τη δεκαετία του 1930 και ήταν τότε που μυηθήκαμε στην πραγματικότητα της καπιταλιστικής οικονομίας και πολιτικής. Για μας, η οικονομική στασιμότητα στην πιο βασανιστική και διεισδυτική της μορφή, συμπεριλαμβανομένων των πιο ακραίων συνεπειών της σε κάθε όψη της κοινωνικής ζωής, ήταν μια συντριπτική προσωπική εμπειρία. Γνωρίζουμε τι είναι και τι μπορεί να σημαίνει. Δεν χρειαζόμαστε περίπλοκους ορισμούς ή εξηγήσεις. Αλλά στην πορεία μάθαμε, όχι χωρίς έκπληξη φυσικά, ότι οι νεότεροι που μεγάλωσαν κατά τη δεκαετία του 1940 ή αργότερα, όχι μόνο δεν μοιράζονταν μαζί μας αυτές τις αντιλήψεις αλλά και δεν τις καταλάβαιναν. Το οικονομικό περιβάλλον του πολέμου και της μεταπολεμικής περιόδου που έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των εμπειριών τους ήταν πολύ διαφορετικό. Γι’ αυτούς η στασιμότητα έμοιαζε να είναι ένας ασαφής όρος, ισοδύναμος ίσως με την πιο μακροχρόνια από το συνηθισμένο υποχώρηση της οικονομίας αλλά χωρίς την πιθανότητα να έχει σημαντικές πολιτικές και διεθνείς συνέπειες. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, τους ήταν πολύ δύσκολο να ασχοληθούν με αυτό που πιθανότατα θεωρούσαν ως εμμονή μας με το πρόβλημα της στασιμότητας. Δεν ήταν πολύ σίγουροι για πιο πράγμα μιλούσαμε ή το τι αφορούσε όλη αυτή η φασαρία. Είχαμε έναν πειρασμό να τους πούμε: περιμένετε και θα δείτε, σύντομα θα μάθετε πολλά.[37]
Αλλά αντί να τελειώσουν μ’ αυτή τη δήλωση, συνεχίζουν και στο υπόλοιπο του βιβλίου εξηγούν γιατί η τάση προς στασιμότητα είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στις ώριμες κοινωνίες του μονοπωλιακού καπιταλισμού, γιατί υπάρχει επιρρέπεια προς κορεσμό και γιατί η χρηματιστηριοποίηση  προέκυψε σα μια απεγνωσμένη και τελικά επικίνδυνη σανίδα σωτηρίας. Στο κεφάλαιο πάνω στην «Παραγωγή και Χρηματιστήριο» έκαναν μια συστηματική ανάλυση της σχέσης της παραγωγικής βάσης της οικονομίας με τη χρηματιστηριακή υπερδομή (ή όπως αλλιώς την απεκάλεσαν της σχέσης «πραγματικής οικονομίας» και χρηματιστηρίου), τοποθετώντας στη κορυφή των «στάσιμων παραγωγικών τομέων» την ολοένα και περισσότερο επισφαλή χρηματιστηριακή δομή.[38]
Στο τελευταίο του άρθρο, «More (or Less) on Globalization», γραμμένο το 1997, πενήντα χρόνια μετά από την αντιπαράθεση Σουήζι-Σουμπέτερ, ο Σουήζι σχηματοποίησε το πρόβλημα της υπερσυσσώρευσης του ανεπτυγμένου καπιταλισμού με τους όρους τριών καταστάσεων: (1) αυξανόμενη μονοπωλιοποίηση σε παγκόσμιο επίπεδο με διόγκωση των πολυεθνικών εταιριών, (2) η υποχώρηση (ή εντονότερη στασιμότητα) των οικονομιών της Τριάδας (ΗΠ, Ιαπωνία, ΕΕ) και (3) η «χρηματιστηριοποίηση της διαδικασίας συσσώρευσης.» Για τον Σουήζι, οι τρεις αυτές καταστάσεις ήταν «διασυνδεμένες κατά περίπλοκο τρόπο» και όποιος θέλει να κατανοήσει το μέλλον της καπιταλιστικής οικονομίας πρέπει να επικεντρώσει στη διασύνδεση τους και στην παρουσία τους μέσα σε ένα καπιταλιστικό σύστημα που ολοένα και περισσότερο παγκοσμιοποιείται.» [39]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου