Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Κρίση χωρίς Τέλος-μέρος 5, H Αμφισημία της Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας


 
Κρίση χωρίς Τέλος
Τζον Μπέλαμι Φοστερ και Ρόμπερτ Γ. ΜακΤσίσνεϊ
Μτφ. proletariates – Οι παραπομπές με ελληνική αρίθμηση είναι των συγγραφέων ενώ με λατινική δικές μου επεξηγηματικές σημειώσεις.

H Αμφισημία της Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας
Σε συμφωνία με τα προαναφερόμενα, τις τελευταίες δεκαετίες είδαμε μια εντατικοποίηση της τάσης προς μονοπωλιοποίηση της οικονομίας των ΗΠ αλλά και γενικά της παγκόσμιας οικονομίας, γεγονός που αντανακλάται : (1) στη συγκέντρωση και επικέντρωση του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα, (2) στην αύξηση της ισχύος και των κερδών των μονοπωλίων, (3) στην ανάπτυξη μιας παγκόσμιας αλυσίδας πολυεθνικών εταιριών και (4) στην άνοδο του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Το ετήσιο συνολικό εισόδημα των πεντακοσίων μεγαλύτερων εταιριών του κόσμου (γνωστών ως Global 500) κατά την πενταετία 2004-08 ήταν ίσο με το 40% περίπου του παγκόσμιου εισοδήματος, με έντονη αύξηση από τη δεκαετία του 1990.[50] Αυτή η ισχυρή τάση μονοπωλιοποίησης, ωστόσο, σπάνια λαμβάνεται υπόψη σήμερα στο όνομα της κατά το. κοινό νου λεγόμενης ανταγωνιστικότητας μεταξύ εταιριών, εργαζομένων και κρατών.
Αυτή την κατάσταση προβληματικής ταυτοποίησης, όπου η αυξανόμενη μονοπωλιοποίηση παρερμηνεύεται ως αυξανόμενη ανταγωνιστικότητα, την ονομάζουμε «αμφισημία της ανταγωνιστικότητας.» Από τις μέρες του Άνταμ Σμιθ έως σήμερα η αύξηση της μονοπωλιακής ισχύος αντιμετωπιζόταν ως περιορισμός του ελευθέρου ανταγωνισμού, ειδικά στο χώρο της ανταγωνιστικότητας των τιμών. Όπως το έθεσε ο Σμιθ στον Πλούτο των Εθνών, «Η μονοπωλιακή τιμή είναι η υψηλότερη που μπορεί να επιβληθεί σε μια δεδομένη στιγμή. Αντίθετα, η φυσική τιμή ή η τιμή του ελεύθερου ανταγωνισμού είναι η χαμηλότερη που μπορεί να επιτευχθεί.»[51] Για τους κλασσικούς οικονομολόγους του 19ου αιώνα, ο ανταγωνισμός ήταν έντονος μόνο όταν υπήρχαν πολλές μικρές εταιρίες. Ωστόσο, ο Καρλ Μαρξ είχε ήδη υπογραμμίσει στο Κεφάλαιο ότι τη συγκέντρωση και επικέντρωση του κεφαλαίου, όπου οι μεγαλύτερες εταιρίες κερδίζουν τις μικρότερες και συχνά τις απορροφούν μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών.[52] Αυτό οδήγησε σε έναν τεράστιο μετασχηματισμό της βιομηχανίας κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου, καθώς η παραγωγή άρχισε να κυριαρχείται από σχετικά λίγες γιγαντιαίες επιχειρήσεις. Όπως έγραφε ο Τζον Μούνκιρς το 1985 στο βιβλίο του The Transformation of American Capitalism, «Η γένεση του μονοπωλιακού καπιταλισμού (1860-1920) δημιούργησε μια ανυπέρβλητη διχοτομία μεταξύ της αποδεκτής από την κοινωνία ανταγωνιστικής δομής των καπιταλιστικών αγορών που περιέγραψε ο Άνταμ Σμιθ και της οικονομικής πραγματικότητας.»[53]
Τις δεκαετίες του 1920 και 1930, με το γενικό τίτλο «θεωρία του ατελούς ανταγωνισμού», εισήχθησαν σημαντικές καινοτομίες στην οικονομική θεωρία, σχεδιασμένες να προσμετρήσουν τη νέα πραγματικότητα. Οι τρεις πιο σημαντικές και δυναμικές προσπάθειες που έγιναν για την αλλαγή της κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας ώστε να λαμβάνει υπόψη της τη μονοπωλιακή ισχύ , ήταν αυτές των Έντουανρτ Χ. Τσάμπερλιν στο The Theory of Monopolistic Competition (1933), Τζόαν Ρόμπινσον στο The Economics of Imperfect Competition (1933) και Σουήζι στο «Ζήτηση σε Συνθήκες Ολιγοπωλίου» (1933). [54] Όπως έγραφε ο Ρόμπινσον, «Βλέπουμε από κάθε μεριά μια μετατόπιση προς μονοπωλιοποίηση, υπό το όνομα είτε των περιοριστικών σχημάτων, είτε των συστημάτων ποσόστωσης, είτε της μεγέθυνσης των γιγαντιαίων εταιριών.[55] Με τους όρους του Τσάμπερλιν, «Η ιδέα ενός καθαρού ανταγωνιστικού συστήματος δεν είναι πραγματοποιήσιμη. Όχι μόνο γιατί αγνοεί ότι η επίδραση του μονοπωλίου γίνεται αισθητή σε διαφορετικό βαθμό σε όλο το σύστημα αλλά και γιατί είναι σαρωτική…Στην ουσία, όπως θα φανεί αργότερα, αν είναι να παραληφθεί ένα στοιχείο [ανταγωνισμός ή μονοπώλιο] από την όλη εικόνα, η υπόθεση για ένα ολοκληρωτικό μονοπώλιο έχει περισσότερες πιθανότητες να επαληθευτεί.» [56]
Οι αναλύσεις αυτές λαμβάνοντας υπόψη μια μεγάλη ποικιλία μονοπωλιακών και ηνι-μονοπωλιακών καταστάσεων, περιγράφουν πώς ο εξαφανίζεται η ανταγωνιστικότητα των τιμών με το μονοπώλιο, πώς οι εταιρίες ήταν μόνο εν μέρει σε θέση να προσδιορίσουν τις τιμές των προϊόντων τους μέσω της «διαφοροποίησης προϊόντος» (ο όρος είναι του Τσάμπερλιν) και πώς οι βιομηχανίες κυριαρχούνταν ολοένα και περισσότερο από ολιγοπώλια (μερικές γιγαντιαίες εταιρίες) με σημαντική μονοπωλιακή ισχύ.
Ο Τσάμπερλιν, ο οποίος εισήγαγε την έννοια του ολιγοπωλίου στην οικονομική θεωρία, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο του στα πρώτα κεφάλαια του The Theory of Monopolistic Competition. Στη «Ζήτηση σε Συνθήκες Ολιγοπωλίου» του Σουήζι, εισάγεται μια θεωρία της ολιγοπωλιακής διατίμησης σύμφωνα με την οποία κάθε μείωση τιμών από τις ολιγοπωλιακές εταιρίες ήταν ολοκληρωτικά καταστροφική, οδηγώντας σε έναν πραγματικό πόλεμο τιμών στον οποίο κάθε εταιρία θα μείωνε τις τιμές ώστε να κρατήσει ένα μερίδιο της αγοράς και θα έβλεπε τα κέρδη της να μειώνονται. Έτσι, οι μεγάλες εταιρίες στις ώριμες συγκεντρωτικές κοινωνίες, έμαθαν να συνωμοτούν προς αύξηση παρά μείωση των τιμών, με αποτέλεσμα οι τιμές (και, ακόμη σημαντικότερο, τα περιθώρια κέρδους) να έχουν μόνο μια κατεύθυνση – προς τα πάνω.[57] Το πιο συχνό αποτέλεσμα του μονοπωλιακού (και του ολιγοπωλιακού) ανταγωνισμού και των περιορισμών στον ανταγωνισμό τιμών που επιβάλλει ήταν, σύμφωνα με τον Τσάμπερλιν, «το πλεονάζον παραγωγικό δυναμικό, για το οποίο δεν υπήρχε αυτόματη διόρθωση. Το πλεονάζον δυναμικό δεν πετιέται ποτέ και το αποτέλεσμα είναι υψηλότερες τιμές και σπατάλη.»[58]
Καθώς οι θεωρίες του μονοπωλιακού ανταγωνισμού κριτίκαραν την ιδέα του ελεύθερου ανταγωνιστικού συστήματος, απειλώντας τη συνολική δομή των ορθόδοξων οικονομικών, παραμερίστηκαν τελείως – σε μια πρώιμη εκδοχή της οικονομίας της αθώας απάτης – στο περιθώριο της οικονομικής επιστήμης. Αναγνωρίστηκε μια ομάδα εξαιρέσεων στον τέλειο ανταγωνισμό αλλά θεωρήθηκε εκτός του γενικού μοντέλου της οικονομίας, το οποίο παρέμενε ένας κόσμος τέλειου και ανόθευτου ανταγωνισμού. Την ίδια στιγμή, οι οικονομολόγοι εισήγαγαν συμβιβαστικές έννοιες όπως αυτή του «διαχωρίσιμου ανταγωνισμού» (μια ασαφής ιδέα για το ότι, με κάποιον τρόπο, ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός συνεχιζόταν στην πράξη) μαζί με την ιδέα μιας καινούργιας ανταγωνιστικότητας που εξαρτιόταν λιγότερο από τις τιμές και περισσότερο από την καινοτομία, δηλ., ο αιώνιος στροβιλισμός της Σουμπετεριανής «δημιουργικής καταστροφής.»
Η θεωρία του ατελούς ανταγωνιστικότητας αναθεωρήθηκε για να εναρμονιστεί με την οικονομική ορθοδοξία. Έτσι, η έννοια του «μονοπωλιακού ανταγωνισμού» επαναπροσδιορίστηκε ώστε απλά να αντιστοιχεί στις συνθήκες εκείνες κατά τις οποίες διάφορες μικρές εταιρίες μπορούσαν να αξιοποιήσουν ευνοϊκές περιοχές ή την παραγωγική διαφοροποίηση, ενώ αφαιρέθηκε ή έννοια του ολιγοπωλίου (που είναι η συνήθης περίπτωση). Ο ίδιος ο Τσάμπερλιν αναγκάστηκε να τονίσει ότι το ολιγοπώλιο ήταν το σημείο εκκίνησης της μονοπωλιακής θεωρίας του ανταγωνισμού και το ότι η εξαίρεσή του από τη θεωρία ήταν παράλογη. «Ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός», διαμαρτυρόταν, «από ένα σχεδόν γενικό φαινόμενο, το οποίο σίγουρα είναι… μετατράπηκε σε ένα σχετικά ασήμαντο φαινόμενο που αφορά στην περιορισμένη περίπτωση των «πολλών σε αριθμό» διαφοροποιημένων προϊόντων.»[59]
Επομένως, ο ανταγωνισμός επαναπροσδιορίστηκε στο δημόσιο λόγο ώστε να σημαίνει «διαχειρίσιμος ανταγωνισμός», ένα ασαφές ανάλογο του τέλειου ανταγωνισμού, ενώ οι οικονομολόγοι συνέχισαν να χτίζουν τα βασικά τους μοντέλα πάνω σε αφηρημένες έννοιες όπως αυτή του τέλειο και/ή ανόθευτου ανταγωνισμού. Παραδείγματα ολιγοπωλιακού ανταγωνισμού – δηλ., σκληρές μάχες μεταξύ οιωνεί μονοπωλιακών εταιριών στην πλάτη των αγορών, διαφοροποίηση προϊόντος και τοποθέτηση χαμηλού κόστους (που σπάνια όμως περιελάμβαναν και μείωση των τελικών τιμών καταναλωτή) – θεωρήθηκαν συχνά (αλλά λανθασμένα) ως παραδείγματα Σμιθιακού ανταγωνισμού. Στο μεταξύ, γνωστές φιγούρες των ορθόδοξων οικονομικών όπως ο Μίλτον Φρίντμαν συνέχιζαν να υποστηρίζουν ότι ο ολιγοπωλιακός ανταγωνισμός ήταν η πλήρης αντίθεση του καθαρού ανταγωνισμού.
Αυτή η συγκεχυμένη κατάσταση είναι που προσδίδει αμφισημία στον ανταγωνισμό.[60] Όπως γράφει ο Μούνκιρς στο The Transformation of American Capitalism: «Εντός της επιχειρηματικής κοινότητας και του επαγγέλματος των οικονομολόγων, οι αρχές του [Τζον Μορίς] Κλαρκ περί «διαχειρίσιμου ανταγωνισμού» και του Σουμπέτερ περί «ανεμοστρόβιλων δημιουργικής καταστροφής» βαφτίστηκαν ως η «νέα ανταγωνιστικότητα.» Προσδίδοντας απλά ένα νέο νόημα στον όρο ανταγωνιστικότητα, οι ολέθριες επιδράσεις των μονοπωλιακώς ανταγωνιστικών δομών της αγοράς ετέθησαν εκτός ύπαρξης. Αλλά ο πραγματικός κόσμος εξακολουθεί να υπάρχει.[61]
Σε αντίθεση, οι ριζοσπάστες και μαρξιστές στοχαστές ήταν προσηλωμένοι σε μια ρεαλιστική ιστορική θεώρηση των πραγμάτων και, καθώς δεν είχαν λόγους να είναι προσηλωμένοι στην ιδέα του ελεύθερου ανταγωνισμού όταν αυτός ερχόταν σε αντίθεση με την πραγματικότητα, συνέχισαν να αναλύουν τον όλο και μεγαλύτερο ρόλο των μονοπωλίων στο σύγχρονο οικονομικό σύστημα. Για τον οικονομολόγο Ρούλντοφ Χίλφερντινγκ, στην Αυστρία και τη Γερμανία χαρακτηριστικό αυτής της μονοπωλιοποίησης ήταν η μεγέθυνση του «χρηματιστηριακού κεφαλαίου.»[62] Ο Λένιν, ακολουθώντας τον Χίλφερντινγκ, έγραψε για αυτό που αποκάλεσε «το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού» - βλέποντας το ως τη βάση του σύγχρονου ιμπεριαλισμού.[63] Ο εικονοκλάστης αμερικανός οικονομολόγος Θόρσταϊν Βέμπλεν ανέπτυξε μια πρώιμη θεωρία του μονοπωλιακού καπιταλισμού ως μέρος της κριτικής του για τον «απούσα ιδιοκτησία.»[64]
Στο πεδίο της κριτικής οικονομίας, από τη δεκαετία του 1930 έως και του 1970, ο Καλέτσκι και ο Γιόζεφ Στάιντλ ανέπτυξαν θεωρίες πάνω στο διευρυμένο βαθμό μονοπωλίου και της σχέσης του με την ωριμότητα και τη στασιμότητα.[65] Σκοπός των Μπάραν και Σουήζι στο Monopoly Capital, το οποίο βασίζεται σημαντικά στις εργασίες των Καλέτσκι και Στάιντλ ήταν «να ξεκινήσουμε τη συστηματική ανάλυση του μονοπωλιακού καπιταλισμού στη βάση που παρέχει η εμπειρία της πιο ανεπτυγμένης μονοπωλιακής καπιταλιστικής οικονομίας» - οι ΗΠ.[66] Παρομοίως, εργασίες σαν αυτές του χαρι Μαγκντόφ Age of Imperialism (1969), του Τζέιμς Ο Κόνορ The Fiscal Crisis of the State (1973) και του Χάρι Μπρέιβερμαν Labor and Monopoly Capital (1974) βασίζονται στην αρχή τοθ μονοπωλιακού καπιταλισμού.[67]
Η ερευνητική μας γραμμή στο βιβλίο αυτό βασίζεται σε τέτοιες αναλύσεις και προσπαθούμε να κατανοήσουμε την παρούσα φάση του μονοπωλιακού – χρηματιστηριακού κεφαλαίου, στον οποίο στασιμότητα και χρηματιστηριοποίηση έχουν αναδυθεί, σε παγκόσμιο επίπεδο, ως αλληλοεξαρτώμενες τάσεις. Διερευνάται η παράδοξη κατάσταση μιας οικονομίας όπου μάλλον η χρηματιστηριοποίηση παρά η συσσώρευση είναι πλέον η κινητήριος δύναμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου