Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η σύγχρονη εργατική τάξη και το κίνημά της

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στις μέρες μας γίνεται πολλή συζήτηση για το τι είναι «εργατική τάξη», ποιο είναι το κίνημά της, ποια η ιστορική αποστολή της.

Τόσο αστικές όσο και οπορτουνιστικές (με ιδεολογικές αναφορές και ρίζες στο εργατικό κίνημα) θεωρίες αμφισβητούν την εργατική τάξη ως συνεχώς ανερχόμενη δύναμη, καθώς και τον ιστορικό της ρόλο στην κοινωνική πρόοδο. Ιδιαίτερα από δυνάμεις των αστικών κομμάτων που δρουν στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, αμφισβητείται η ιδεολογική και πολιτική πάλη μέσα σε αυτό. Αμφισβητείται ο πολιτικός χαρακτήρας του εργατικού κινήματος, δηλαδή η ανώτερη μορφή της ταξικής πάλης για την κατάργηση της εκμετάλλευσης με την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας.

Το παρόν κείμενο αντιμετωπίζει τα πιο βασικά και επίκαιρα ζητήματα της ιδεολογικής - πολιτικής πάλης, με βάση τις Αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου και άλλες επεξεργασίες του Κόμματος. Το υλικό που περιλαμβάνει το κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ μπορεί να λειτουργήσει αυτοτελώς ως διάλεξη - συζήτηση με εργατικά στελέχη, κομματικές ομάδες και ΚΟΒ, με σκοπό την ισχυροποίηση του ιδεολογικού μετώπου, την αντίκρουση των δυνάμεων που επιδιώκουν την υποταγή του εργατικού κινήματος στη γραμμή της συναίνεσης, στην εργοδοτική και κυβερνητική χειραγώγησή του, στον ανώδυνο εγκλωβισμό του στα όρια του συστήματος.

Για την καλύτερη κατανόηση του θέματος δίνονται εισαγωγικά διευκρινίσεις ως προς τη χρησιμοποίηση της αντίστοιχης ορολογίας:

Για τον όρο «εργατική τάξη» ακολουθούμε το λενινιστικό προσδιορισμό. Διευκρινίζουμε ότι με αυτό το κριτήριο δεν εντάσσονται στην εργατική τάξη μια σειρά μισθωτοί σε κατασταλτικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους (π.χ. σώματα ασφαλείας, στρατός). Ζήτημα περαιτέρω μελέτης αφορά η ένταξη τμημάτων μισθωτών στις δημόσιες υπηρεσίες.

Με τον όρο «εργατικό κίνημα» προσδιορίζουμε όλες τις μορφές της πάλης της εργατικής τάξης, από την κατώτερη οικονομική έως την ανώτερη πολιτική.

Ως προς το πολιτικό εργατικό κίνημα παίρνουμε υπόψη μας πώς αυτό διαμορφώθηκε ιστορικά. Ετσι με τον όρο «επαναστατικό εργατικό κίνημα» εννοούμε το κομμουνιστικό κίνημα, διαχωρίζοντάς το από τα παλαιού τύπου εργατικά κόμματα (σοσιαλδημοκρατικά, σοσιαλιστικά) που μετατράπηκαν σε αστικά κόμματα ή τα κόμματα που προέκυψαν από την οπορτουνιστική μετάλλαξη και απόσχιση από κομμουνιστικά κόμματα.

Τόσο τα παλαιού τύπου εργατικά αστικά κόμματα όσο και τα σύγχρονα οπορτουνιστικά στρατολογούν εργατικές δυνάμεις, παρεμβαίνουν οργανωμένα σε μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης ή και με πρωτοβουλία τους συγκροτούν νέες. Μέσω της δράσης τους σε αυτές προσανατολίζουν τις μάζες στους πολιτικούς τους στόχους, δηλαδή λειτουργούν ιδεολογικά-πολιτικά μέσω του συνδικαλιστικού κινήματος για την ενσωμάτωση των εργατικών μαζών.

Η ιστορική εξέλιξη τόσο των κομμάτων όσο και των συνδικαλιστικών δομών, συνολικά του αστικού εποικοδομήματος, δείχνει ότι οι μαζικές εργατικές οργανώσεις (συνδικαλιστικές) δεν είναι πλέον καθαρόαιμες εργατικές οργανώσεις κατώτερου - οικονομικού - επιπέδου πάλης. Δηλαδή δεν πρόκειται πλέον για οργανώσεις που συνειδητοποιούν έστω την ανάγκη πάλης για τους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης στους κεφαλαιοκράτες, χωρίς να συνειδητοποιούν την ανάγκη πολιτικού αγώνα για ανατροπή των κεφαλαιοκρατών. Σήμερα είναι αντικειμενική η οξυμένη ιδεολογική-πολιτική διαπάλη και μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Η ιδεολογική και πολιτική διαπάλη μέσα στις γραμμές του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος αντικειμενικά οξύνεται στη βάση της αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας, πολύ περισσότερο σε συνθήκες εκδήλωσης βαθύτερης οικονομικής κρίσης.

Η ενίσχυση της ενιαίας αντίληψης και δράσης των κομμουνιστών στο συνδικαλιστικό κίνημα απαιτεί αντίστοιχα και ιδεολογική και στρατηγική απάντηση στα αστικά και οπορτουνιστικά ιδεολογήματα, με στόχο την άνοδο της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης, την ενίσχυση της αντοχής και της μαχητικότητάς της σε κάθε μέτωπο πάλης και με πολύμορφη δράση.


Α. ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» αναφέρεται: «Ολόκληρη η κοινωνία όλο και περισσότερο χωρίζεται σε δύο μεγάλα αντίπαλα στρατόπεδα, σε δύο μεγάλες τάξεις, που βρίσκονται άμεσα αντιμέτωπες η μια με την άλλη: στην αστική τάξη και το προλεταριάτο»1.

Η σύγχρονη εργατική τάξη είναι η βασική παραγωγική δύναμη της καπιταλιστικής κοινωνίας. Είναι το πιο χαρακτηριστικό προϊόν της συγκεντρωμένης καπιταλιστικής βιομηχανίας, του μονοπωλίου. Είναι εκείνη η τάξη που υφίσταται την καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Το βασικό χαρακτηριστικό της εργατικής τάξης είναι ότι στερείται μέσων παραγωγής και είναι υποχρεωμένη να πουλάει την εργατική της δύναμη (την ικανότητα για εργασία) στην τάξη των ιδιοκτητών μέσων παραγωγής, την τάξη των κεφαλαιοκρατών.

Οι κεφαλαιοκράτες μισθώνουν την εργατική δύναμη για να θέσουν σε λειτουργία τα μέσα παραγωγής, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή τους, με σκοπό το μέγιστο δυνατό κέρδος. Η «κατανάλωση» της εργατικής δύναμης της εργατικής τάξης είναι αυτή που παράγει τις νέες αξίες, ένα μέρος των οποίων δεν επιστρέφει στους άμεσους παραγωγούς με τη μορφή μισθού - ημερομισθίου - ασφάλισης - σύνταξης κλπ., αλλά, ως υπεραξία, μετατρέπεται σε κέρδος για τον καπιταλιστή. Ετσι η εργατική δύναμη είναι το μόνο εμπόρευμα που, όταν καταναλώνεται, παράγει αξία μεγαλύτερη από αυτή που έχει το ίδιο.

Στο επίκεντρο των επιστημονικών μελετών των θεμελιωτών του επιστημονικού κομμουνισμού μπήκαν οι σχέσεις ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία, δηλαδή μεταξύ της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Αυτό δεν ήταν τυχαίο, γιατί η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία είναι «ο άξονας, που γύρω του στρέφεται ολόκληρο το σημερινό μας κοινωνικό σύστημα»2.

Ο Ενγκελς, σε υποσημείωσή του στην αγγλική έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου το 1888, έδωσε τον εξής σύντομο ορισμό των δύο βασικών τάξεων της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας:

«Με τη λέξη αστική τάξη εννοούμε την τάξη των σύγχρονων καπιταλιστών, που είναι κάτοχοι των κοινωνικών μέσων παραγωγής και που εκμεταλλεύονται τη μισθωτή εργασία. Με τη λέξη προλεταριάτο εννοούμε την τάξη των σύγχρονων μισθωτών εργατών που, επειδή δεν κατέχουν καθόλου δικά τους μέσα παραγωγής, είναι αναγκασμένοι να πουλούν την εργατική τους δύναμη για να μπορούν να ζήσουν»3.

Στην εργατική τάξη ανήκουν όλοι οι σύγχρονοι μισθωτοί εργάτες που πουλούν την εργατική τους δύναμη στους κεφαλαιοκράτες για να μπορούν να ζήσουν και «ζουν μονάχα τόσο, όσο βρίσκουν δουλειά και που βρίσκουν δουλειά όσο η δουλειά τους αυξάνει το κεφάλαιο»4.

Η σχέση κεφαλαιοκρατών - εργατών δεν περιορίζεται μόνο στη σχέση ανάμεσα στον ατομικό κεφαλαιοκράτη και τους εργάτες που αυτός εκμεταλλεύεται. Είναι σχέση ανάμεσα σε τάξεις. Οι κεφαλαιοκράτες ως σύνολο εκμεταλλεύονται το απλήρωτο προϊόν της εργασίας της εργατικής τάξης που έχει κοινωνικό χαρακτήρα.

Η κεφαλαιοκρατική σχέση δεν περιορίζεται μόνο στη σφαίρα της παραγωγής εμπορευμάτων, αλλά επεκτείνεται και στη σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (εμπόριο) και του χρηματικού κεφαλαίου (τράπεζες).

Ετσι, μαζί με το βιομήχανο, καπιταλιστές είναι και ο έμπορος και ο τραπεζίτης που ιδιοποιούνται με τη μορφή του εμπορικού κέρδους ή του τόκου αντίστοιχα τμήματα της υπεραξίας που παράχθηκε στη βιομηχανία. Επομένως στην εργατική τάξη εντάσσονται όχι μόνο οι βιομηχανικοί εργάτες, αλλά και οι εμποροϋπάλληλοι και οι τραπεζοϋπάλληλοι. Η εργασία τους συμβάλλει στην απόσπαση κέρδους από τους εμπόρους ή τραπεζίτες κεφαλαιοκράτες.

Επίσης, συγκριτικά με την εποχή που έζησαν οι Μαρξ και Ενγκελς, η κεφαλαιοκρατική σχέση έχει κυριαρχήσει και σε άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής (π.χ. Υγεία, Παιδεία, ψυχαγωγία κ.ά.). Ετσι, μαζί με τους κεφαλαιοκράτες, σ’ αυτούς τους τομείς αναπτύσσονται και τα αντίστοιχα τμήματα της εργατικής τάξης.

Για την πληρέστερη κατανόηση της μεθοδολογίας, με την οποία γίνεται από το μαρξισμό ο διαχωρισμός της αστικής κοινωνίας στο σύνολό της σε τάξεις, είναι απαραίτητο να αναφέρουμε τον κλασσικό ορισμό που έδωσε ο Λένιν για τις τάξεις: «Τάξεις ονομάζονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που κατέχουν μέσα σε ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους (στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη σε νόμους) προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και συνεπώς από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας. Τάξεις είναι οι ομάδες εκείνες ανθρώπων, που η μια μπορεί να ιδιοποιείται τη δουλειά της άλλης χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα σ’ ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας»5.

Ανακεφαλαιώνοντας, η εργατική τάξη είναι ενιαία κοινωνική δύναμη, λόγω του ότι στερείται ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και είναι αναγκασμένη να πουλάει την εργατική της δύναμη, αποτελείται όμως από διάφορα τμήματα, όπως: βιομηχανικό προλεταριάτο, προλεταριάτο του εμπορίου, εφεδρικός στρατός (άνεργοι), εργάτες γης κλπ.


ΜΕΣΑΙΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Η αστική κοινωνία φυσικά δεν αποτελείται μόνο από την αστική και την εργατική τάξη. Ανάμεσά τους υπάρχουν τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού, που κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι ενώ κατέχουν μέσα παραγωγής, αυτά δεν είναι αναπτυγμένα σε τέτοιο επίπεδο, ώστε το αποτέλεσμα της κάθε ξεχωριστής εργασίας να ενσωματώνεται στο παραγόμενο προϊόν. Δηλαδή δε χρησιμοποιούν ξένη μισθωτή εργασία ή τη χρησιμοποιούν σε πολύ περιορισμένη έκταση και κυρίως με συνεργατική μορφή. Ετσι κατέχουν ενδιάμεση θέση μεταξύ της αστικής και της εργατικής τάξης. Στον καπιταλισμό κυριαρχεί η τάση απαλλοτρίωσης των άμεσων παραγωγών από τα μέσα παραγωγής που διαθέτουν. Κυριαρχεί η τάση επαναστατικοποίησης των μέσων παραγωγής, δηλαδή η αντικατάσταση των μέσων παραγωγής με νέα, τεχνολογικά εκσυγχρονισμένα, τα οποία συγκεντρώνουν την παραγωγή και το εργατικό δυναμικό, κάνουν κοινωνική την παραγωγή.

Με άλλα λόγια κυριαρχεί η τάση καταστροφής του ανεξάρτητου παραγωγού. Συμπληρωματικό στοιχείο αυτής της διαδικασίας είναι και η τάση αναπαραγωγής των μεσαίων στρωμάτων σε νέους παραγωγικούς κλάδους ή η διατήρησή τους σε υπηρεσίες (ανταλλαγή εισοδήματος με εισόδημα), όπου ακόμα δεν έχει επεκταθεί η καπιταλιστική σχέση και οργάνωση, π.χ. διάφορες κατηγορίες αυτοαπασχολούμενων, όπως φυσιοθεραπευτές, αυτοαπασχολούμενοι σε υπηρεσίες internet κ.ά. Ανάλογα με τον αριθμό απασχόλησης ξένης μισθωτής εργασίας και το ύψος του εισοδήματός τους άλλα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων βρίσκονται πιο κοντά στην εργατική τάξη και άλλα προσεγγίζουν την αστική τάξη. Τα στρώματα αυτά από τη φύση τους κοινωνικά ταλαντεύονται ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη.


ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Η αστική απολογητική αλλά και ο οπορτουνισμός εδώ και δεκαετίες επιχειρούν να πείσουν τους εργαζόμενους, με διάφορες αφορμές και κυρίως με την εισαγωγή νέων επιστημονικών επιτευγμάτων και νέων τεχνολογιών στην παραγωγή, ότι συντελείται η μετάβαση σε μια «μετακαπιταλιστική κοινωνία».

Μια από τις θεωρίες είναι αυτή της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας». Η θεωρία περί «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» εμφανίζεται με πολλές παραλλαγές6 και έχει ως κύριο στοιχείο ότι χαρακτηρίζει την κοινωνία με κριτήριο το τεχνολογικό επίπεδο των μέσων παραγωγής και όχι τις σχέσεις παραγωγής.

Επίσης ταυτίζει λανθασμένα τη βιομηχανία με τον τομέα της «μεταποίησης». Θεωρεί ως εργατική τάξη μόνο εκείνο το τμήμα της που εργάζεται χειρωνακτικά ή που εργάζεται στη μεταποίηση, ενώ τα άλλα τμήματά της, όπως π.χ. μισθωτούς επιστήμονες που δεν κατέχουν διευθυντική θέση και πληρούν τα λενινιστικά κριτήρια ένταξης στην εργατική τάξη, τα εντάσσει στα μεσαία στρώματα.

Αξιοποιεί το αντικειμενικό γεγονός ότι με την καπιταλιστική εξέλιξη φθίνει το ποσοστό της εργατικής δύναμης στη μεταποίηση ως ποσοστό του συνολικού εργατικού δυναμικού, αλλά και του προϊόντος της μεταποίησης υπολογιζόμενο σε αξίες ως ποσοστό στο σύνολο του ΑΕΠ.

Η μαρξιστική άποψη θεωρεί ως βιομηχανικό κάθε κλάδο της κοινωνικής παραγωγής όπου παράγεται αξία και επομένως υπεραξία, π.χ. της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών, των μεταφορών, που η αστική στατιστική τους κατατάσσει στις υπηρεσίες.

Ο Μαρξ, στο έργο του «Το Κεφάλαιο», αναφέρει ότι τα όρια της βιομηχανικής δραστηριότητας στον καπιταλισμό είναι σαφώς ευρύτερα από αυτά των παραδοσιακών κλάδων της «μεταποίησης» που περιλαμβάνει η αστική στατιστική.

Στο δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου αναφέρεται ότι: «Υπάρχουν όμως αυτοτελείς κλάδοι της βιομηχανίας, όπου το προϊόν του προτσές παραγωγής δεν είναι ένα καινούργιο υλικό προϊόν, δεν είναι εμπόρευμα. Οικονομική σπουδαιότητα ανάμεσα σ’ αυτούς έχει μόνο η βιομηχανία μεταφορών εμπορευμάτων και ανθρώπων είτε πρόκειται απλώς για διαβίβαση πληροφοριών, επιστολών, τηλεγραφημάτων κλπ. […] Εκείνο που πουλάει η βιομηχανία μεταφορών είναι αυτή η ίδια η μετακίνηση […] Το ωφέλιμο αποτέλεσμα είναι καταναλώσιμο μόνο στη διάρκεια του προτσές παραγωγής, το αποτέλεσμα αυτό δεν υπάρχει σαν ένα αντικείμενο χρήσης διαφορετικό απ’ αυτό το προτσές […] Η ανταλλακτική όμως αξία αυτού του ωφέλιμου αποτελέσματος καθορίζεται όπως και η ανταλλακτική αξία των στοιχείων παραγωγής που έχουν καταναλωθεί σ’ αυτό (εργατική δύναμη και μέσα παραγωγής) συν την υπεραξία που έχει δημιουργηθεί από την υπερεργασία των εργατών που εργάζονται στη βιομηχανία μεταφορών […] Το βιομηχανικό κεφάλαιο είναι ο μοναδικός τρόπος ύπαρξης του κεφαλαίου, όπου λειτουργία του κεφαλαίου δεν είναι μόνο η ιδιοποίηση υπεραξίας ή υπερπροϊόντος αλλά ταυτόχρονα και η δημιουργία τους»7.

Οπως είναι φυσικό, οι κλάδοι της παραγωγικής δραστηριότητας που διαχωρίζονται με βάση την παραγωγή διαφορετικών αξιών χρήσης εξελίσσονται και μεταβάλλονται με το πέρασμα του χρόνου. Κλάδοι όπως η πληροφορική και οι τηλεπικοινωνίες γνωρίζουν ραγδαία ανάπτυξη τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Ομως η βιομηχανική συγκέντρωση δεν ταυτίζεται με την πορεία συγκεκριμένων κλάδων που ανθίζουν ή φθίνουν.

Σήμερα μπορούμε να μιλάμε για βιομηχανία πληροφορικής, βιομηχανία τηλεπικοινωνιών. Ανεξάρτητα εάν η εν λόγω περίπτωση αφορά την παραγωγή νέων υλικών προϊόντων, τη διαβίβαση πληροφοριών ή τη μετακίνηση εμπορευμάτων, σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει κεφαλαιοκρατική σχέση, εκμετάλλευση μισθωτής εργασίας για παραγωγή αξίας και υπεραξίας. Επομένως σε αυτούς τους τομείς η μισθωτή εργατική δύναμη, δηλαδή η εργατική τάξη, είναι η βασική παραγωγική δύναμη. Επίσης θα πρέπει να συνυπολογίσουμε την επίδραση της καπιταλιστικοποίησης της αγροτικής παραγωγής στην αύξηση της εργατικής τάξης, τη διεύρυνσή της με εργάτες γης. Πρόκειται για ένα αναπτυσσόμενο τμήμα της εργατικής τάξης που στην Ελλάδα δεν καταγράφεται στατιστικά, γιατί περιλαμβάνει κυρίως «παράνομους» οικονομικούς μετανάστες.

Αλλη παραλλαγή της προηγούμενης θεωρίας είναι αυτή που αναφέρεται στο «τέλος» της εργατικής τάξης8. Εκτός από το παραπάνω επιχείρημα της συρρίκνωσης της εργατικής τάξης στη μεταποίηση, ως επιπλέον επιχείρημα χρησιμοποιεί την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των μισθωτών, τη συγκυριακή αύξηση των εισοδημάτων τους με το μοίρασμα μετοχών (ιδιαίτερα κατά τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης κρατικών επιχειρήσεων).

Χρησιμοποιώντας ενιαία τα λενινιστικά κριτήρια στην ανάλυση μιας σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας διαπιστώνεται η διεύρυνση της εργατικής τάξης σε απόλυτους αριθμούς και ως ποσοστό στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό. Επίσης διαπιστώνεται και η διεύρυνση των εσωτερικών διαφορών της, όπως «μπλε - άσπρα κολάρα», «ειδικευμένοι - ανειδίκευτοι», «υψηλόμισθοι - χαμηλόμισθοι», «εργαζόμενοι - άνεργοι», με συλλογικές συμβάσεις ή με ευέλικτες εργασιακές σχέσεις. Οι διαφορές αξιοποιούνται από την αστική τάξη με στόχο να διασπάται η ενότητα της εργατικής τάξης και να διευκολύνεται η ενσωμάτωσή της στο σύστημα.

Οι μισθωτοί εργαζόμενοι στην Ελλάδα το 2007 ξεπέρασαν τα 2,8 εκατομμύρια, αυξανόμενοι κατά 800 χιλιάδες την τελευταία δεκαετία. Οι μισθωτοί αποτελούν περίπου το 65% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, ενώ το μεγαλύτερο μέρος τους ανήκει στην εργατική τάξη. Η αύξηση του ποσοστού της μισθωτής εργασίας στο διάστημα 1981-2007 δείχνει ότι όχι μόνο δεν εξαφανίζεται η εργατική τάξη στη χώρα μας, αλλά αντίθετα διευρύνεται και αυξάνει ο βαθμός συγκέντρωσής της γιατί βαθαίνει ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας.

Ανακεφαλαιώνοντας, η εργατική τάξη αποτελεί την κύρια και ολοένα αναπτυσσόμενη παραγωγική δύναμη. Οι εργαζόμενοι που είναι υποχρεωμένοι να ζουν πουλώντας την εργατική τους δύναμη, που είναι στερημένοι από την κατοχή μέσων παραγωγής και ύπαρξης, που αμείβονται με τη μορφή μισθού ή ημερομισθίου, που έχουν εκτελεστικό ρόλο ανεξάρτητα από τον κλάδο που εργάζονται και το είδος της εργασίας, ανήκουν στην τάξη των μισθωτών εργατών.


ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΜΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Δεν παραγνωρίζουμε τη διαστρωμάτωση μέσα και γύρω από την τάξη των μισθωτών εργαζομένων, τις δυσκολίες που δημιουργεί στη συνειδητοποίηση των εργατών και τα εμπόδια που υψώνει στην ενότητά τους, όπως βεβαίως και την επίδραση του μισο-προλεταριακού μικροαστικού περίγυρου.

Ηδη ο Λένιν τον Απρίλη του 1920 σημείωνε: «Ο καπιταλισμός δεν θα ήταν καπιταλισμός αν το “καθαρό” προλεταριάτο δεν ήταν περιτριγυρισμένο από ένα σωρό εξαιρετικά πολύμορφους μεταβατικούς τύπους από τον προλετάριο ως το μισοπρολετάριο (εκείνον που κατά το μισό βγάζει το ψωμί του, πουλώντας την εργατική του δύναμη), από τους μισοπρολετάριους ως το μικροαγρότη, από το μικρό ως το μεσαίο αγρότη κτλ., αν μέσα στο ίδιο το προλεταριάτο δεν υπήρχαν διαιρέσεις σε περισσότερο και λιγότερο αναπτυγμένα στρώματα, διαιρέσεις τοπικές, επαγγελματικές, κάποτε θρησκευτικές κτλ.»9.

Με την επέκταση της μισθωτής εργασίας, τροποποιούνται και οι εσωτερικές διαφορές της. Π.χ. με την καπιταλιστική ανάπτυξη περιορίζεται -αν και διατηρείται- η ψαλίδα στους μισθούς μεταξύ ανδρικής και γυναικείας ίδιας ειδικευμένης εργασίας. Εμφανίζονται νέες διαιρέσεις στους κόλπους της εργατικής τάξης στις σύγχρονες συνθήκες, για παράδειγμα οι αποκλίσεις ως προς το κριτήριο του εισοδήματος ανάμεσα σ’ έναν ηλεκτρολόγο μισθωτό της ΔΕΗ ή του ΟΤΕ όταν ήταν κρατικές σε σχέση με τον αντίστοιχο μισθωτό σε μια ιδιωτική επιχείρηση. Η απόκλιση ως προς το κριτήριο του εκτελεστικού ρόλου ανάμεσα σε ένα μισθωτό προγραμματιστή - αναλυτή ή σ’ ένα μισθωτό επόπτη μηχανικό και σ’ έναν εργάτη χειριστή μιας αυτόματης μηχανής.


ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ

Ενα σημαντικό στοιχείο στους κόλπους της εργατικής τάξης είναι η εμφάνιση της εργατικής αριστοκρατίας. Εργατική αριστοκρατία είναι το στρώμα των εργατών που εξαγοράζουν τα μονοπώλια χάρη στα γιγαντιαία κέρδη που διασφαλίζουν από τη μονοπωλιακή - ισχυρή θέση τους στην αγορά σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Ο Λένιν χαρακτηρίζει τον ιμπεριαλισμό, το μονοπωλιακό καπιταλισμό, ως καπιταλισμό που σαπίζει, ως ιστορική εποχή που είναι αναπόφευκτη η όξυνση στο έπακρο της βασικής αντίθεσης της καπιταλιστικής κοινωνίας, ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην ατομική μορφή ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της.

Η κυριαρχία των μονοπωλίων, των ισχυρών μετοχικών εταιρειών, αναδεικνύει όλο και περισσότερο τον παρασιτικό χαρακτήρα του καπιταλισμού. Τα μονοπώλια, που συγκεντρώνουν σημαντικά μερίδια της καπιταλιστικής αγοράς, προκύπτουν από την κεφαλαιακή συγκεντροποίηση μέσω της μετοχικής ιδιοκτησίας. Ταυτόχρονα διαχωρίζονται οι λειτουργίες της διεύθυνσης της καπιταλιστικής επιχείρησης από την ιδιοκτησία των μετόχων κεφαλαιοκρατών. Ετσι οι μέτοχοι δε συμμετέχουν πλέον άμεσα στην παραγωγική διαδικασία.

Ο Μαρξ, καθώς μελετούσε τη συγκεκριμένη τάση που εμφανίστηκε στην εποχή του, ανέφερε ότι δημιουργούνταν μια «νέα οικονομική αριστοκρατία», «παράσιτα νέου είδους» που ασχολούνταν με την έκδοση και το εμπόριο των μετοχών10.

Ομως αυτός ο παρασιτικός χαρακτήρας δεν αφορά μόνο την αστική τάξη, αλλά το σύνολο της κοινωνίας στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Δίπλα στους μετόχους - παράσιτα αναδεικνύεται ένα στρώμα αστοποιημένων εργατών, η «εργατική αριστοκρατία». Οι Μαρξ και Ενγκελς ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με το ρόλο της «εργατικής αριστοκρατίας» στην Αγγλία, ως ένα φαινόμενο που μόλις είχε δημιουργηθεί και αφορούσε την εργατική τάξη αυτής της χώρας. Στα γράμματα προς το Μαρξ, της 7ης Οκτώβρη 1858, ο Ενγκελς αναφέρεται συνολικά στο αγγλικό προλεταριάτο και επισημαίνει ότι «αστικοποιείται ολοένα και περισσότερο».

Ο Λένιν σημειώνει ότι στην εποχή του ιμπεριαλισμού το φαινόμενο αυτό επεκτείνεται και στις υπόλοιπες καπιταλιστικές χώρες. Επίσης προσδιορίζει την εργατική αριστοκρατία ως το στρώμα «που είναι πέρα για πέρα μικροαστικό ως προς τον τρόπο ζωής του, το μέγεθος των απολαβών του και την όλη κοσμοθεωρία του, το κύριο στήριγμα της Β΄ Διεθνούς (σ.σ. εννοεί τον οπορτουνισμό) και στις μέρες μας το κύριο κοινωνικό στήριγμα της αστικής τάξης»11.

Η ύπαρξη της εργατικής αριστοκρατίας αποτελεί την κοινωνική ρίζα του οπορτουνισμού. Γι’ αυτό ο Λένιν χαρακτηρίζει αυτούς τους εργάτες σαν «πράκτορες της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα», «αληθινούς εντολοδόχους των καπιταλιστών», αγωγούς του ρεφορμισμού και του σωβινισμού. Ο Λένιν εστιάζει τόσο στην ταξική θέση όσο και στην ταξική συνείδηση αυτού του στρώματος και τονίζει ότι αν δεν κατανοηθούν οι οικονομικές ρίζες του φαινομένου και η πολιτική σημασία του «δεν μπορεί να γίνει ούτε βήμα στον τομέα της λύσης των πρακτικών καθηκόντων του κομμουνιστικού κινήματος».

Το άπλωμα και το βάθεμα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην εποχή του ιμπεριαλισμού δυσκολεύει την ενότητα της εργατικής τάξης, γενικεύει σταδιακά το φαινόμενο της «εργατικής αριστοκρατίας», η οποία συμβάλλει στη διείσδυση μικροαστικών αντιλήψεων και στάσης στο συνδικαλιστικό και πολιτικό κίνημά της στον καταμερισμό του.

Ομως η προσπάθεια διαφθοράς και ενσωμάτωσης τμημάτων της εργατικής τάξης δεν περιορίζεται μόνο στην υλική εξαγορά μέσω της αγοράς της εργατικής δύναμης. Η εξαγορά γίνεται και στα πλαίσια των μονοπωλιακών ομίλων, αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο, μέσω των μηχανισμών του αστικού κράτους. Ο Λένιν, ένα χρόνο πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, επεσήμαινε: «Πάνω στην οικονομική βάση που αναφέραμε, οι πολιτικοί θεσμοί του νεότατου καπιταλισμού -τύπος, κοινοβούλιο, ενώσεις, συνέδρια κλπ.- έχουν δημιουργήσει για τους σεβόμενους τα καθιερωμένα, τους φρόνιμους ρεφορμιστές και πατριώτες υπαλλήλους και εργάτες πολιτικά προνόμια και ψιχία. Προσοδοφόρες και ζεστές θεσούλες στα Υπουργεία και στην Επιτροπή πολεμικής βιομηχανίας, στο κοινοβούλιο και στις διάφορες επιτροπές, τις συντάξεις των “σοβαρών” νόμιμων εφημερίδων ή στις διοικήσεις των όχι λιγότερο σοβαρών και “αστικά - πειθήνιων” εργατικών συνδικάτων. Να με τι προσελκύει και αμείβει η ιμπεριαλιστική αστική τάξη τους εκπροσώπους και οπαδούς των “αστικών εργατικών κομμάτων”»12.

Η ανάπτυξη του φαινομένου στην Ελλάδα ακολουθεί την πορεία της καπιταλιστικής της ανάπτυξης. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται και με την επέκταση του κρατικού μονοπωλίου μεταπολεμικά. Στις πρώην ΔΕΚΟ (ΟΤΕ, ΔΕΗ κ.ά.) και σε μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα η εξαγορά τμήματος εργαζομένων και πάνω σε αυτή τη βάση η διαμόρφωση συσχετισμών στα συνδικάτα που υπηρετούν το κράτος και την εργοδοσία. Επίσης το φαινόμενο της «εργατικής αριστοκρατίας» στην Ελλάδα αναπτύχθηκε παραπέρα μέσω των μηχανισμών διαχείρισης κοινοτικών προγραμμάτων. Οι πληρωμένες θέσεις των συνδικαλιστών στις διάφορες οικονομικές-κοινωνικές επιτροπές είναι ουσιαστικές και τυπικές μορφές διαμόρφωσης σύγχρονης «εργατικής αριστοκρατίας».

Το φαινόμενο επίσης συνδέεται με την επέκταση της κρατικής υπαλληλίας, τον εκτεταμένο χρηματισμό υπαλλήλων που στελεχώνουν τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του κράτους, τα περιβόητα «φακελάκια» σε εργαζόμενους στις υπηρεσίες υγείας, τους όρους εργασίας και πληρωμής ορισμένων εργαζομένων σε πολυτελή ξενοδοχεία και κέντρα διασκέδασης.

Το αστικό κράτος αξιοποιεί όχι μόνο το κοινοβουλευτικό σύστημα αλλά και το μηχανισμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με τα «αιρετά όργανά» του, τους θεσμούς συμμετοχής εργοδοτών - εργαζομένων, αρκετές «μη κυβερνητικές οργανώσεις» και πλήθος άλλων μηχανισμών εξαγοράς και ενσωμάτωσης των εργαζομένων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα περιβόητα κοινοτικά προγράμματα αμειβόμενης επιμόρφωσης (εξαγοράς) για συνδικαλιστικά στελέχη και άλλους εργαζόμενους που υποδεικνύουν οι ενσωματωμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες.

Οταν λοιπόν αναφερόμαστε στο φαινόμενο της «εργατικής αριστοκρατίας», δεν εννοούμε κάποιες μισθολογικές διαφορές μεταξύ των εργαζομένων που αντανακλούν διαφορές στην αξία της εργατικής δύναμης, όπως διαμορφώνεται σε επιμέρους αγορές -κλαδικές, τοπικές, φύλου, μεταναστών κλπ. Εννοούμε την εξαγορά που προκύπτει από μια ολοκληρωμένη παρέμβαση του αστικού κράτους που συνδυάζει τη διανομή υλικών προνομίων που προέρχονται από τα κέρδη των μονοπωλίων σε τμήματα εργαζομένων με μηχανισμούς άμεσης επίδρασης στη συνείδησή τους.


Β. Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Η εργατική τάξη στην Ελλάδα, όπως και στις υπόλοιπες καπιταλιστικές χώρες, από την ίδια τη θέση της στην κοινωνική παραγωγή είναι αντικειμενικά η κινητήρια δύναμη για το πέρασμα σε έναν ανώτερο τρόπο παραγωγής και οργάνωσης της κοινωνίας, με την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής κοινωνίας.

Η εργατική τάξη είναι η κύρια παραγωγική δύναμη. Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου σε μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους συνεπάγεται και τη συγκέντρωση του εργατικού δυναμικού, την κοινωνικοποίηση της εργασίας και της παραγωγής, καθιστά την εργατική τάξη το κέντρο και το νεύρο της παραγωγής και γενικότερα της οικονομίας, ιδιαίτερα σε κλάδους στρατηγικής σημασίας, όπως είναι η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες - πληροφορική, οι μεταφορές, οι κλάδοι παραγωγής μέσων παραγωγής κλπ. Ο απόλυτος αριθμός και ο βαθμός συγκέντρωσης της εργατικής τάξης είναι δείκτες του υψηλού βαθμού κοινωνικοποίησης της εργασίας, η οποία όμως παραμένει υποταγμένη στις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις. Η εργατική τάξη είναι η μόνη κοινωνική δύναμη που δεν έχει ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, αλλά παράγει το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου της καπιταλιστικής κοινωνίας. Είναι αυτή η τάξη που αντικειμενικά μπορεί να ηγηθεί της πάλης για την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, η μοναδική τάξη που έχει συμφέρον από την αντιστοίχηση των σχέσεων παραγωγής στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Στη βάση της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, το εργατικό κράτος (η δικτατορία του προλεταριάτου) σχεδιάζει κεντρικά την αναλογική ανάπτυξη της παραγωγής, με σκοπό τη διευρυμένη ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Ετσι η κοινωνική εργασία εναρμονίζεται με το κίνητρο ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών και λύνεται η αντίφασή της ως προς το κίνητρο της ατομικής ιδιοποίησης, του καπιταλιστικού κέρδους. Αυτός είναι ο χαρακτήρας της εργατικής τάξης ως της μόνης επαναστατικής δύναμης, φορέα των κομμουνιστικών σχέσεων στην προοπτική της αταξικής κοινωνίας.

Ο Ενγκελς υπογράμμιζε το ειδικό βάρος του βιομηχανικού προλεταριάτου λόγω της θέσης του στην παραγωγή, τη συγκέντρωσή του στους χώρους δουλειάς και στις πόλεις και τη δυνατότητα οργάνωσής του:

«Οι πρώτοι προλετάριοι ανήκαν στη βιομηχανία και γεννήθηκαν άμεσα από αυτήν […] στους προλετάριους της βιομηχανίας θα ξαναβρούμε αυτή τη σειρά και θα δούμε πως οι εργάτες των εργοστασίων, αυτοί οι πρωτότοκοι γιοι της βιομηχανικής επανάστασης, υπήρξαν από την αρχή ως τις μέρες μας ο πυρήνας του εργατικού κινήματος και πως οι άλλοι συνενώθηκαν με το κίνημα στο μέτρο που το επάγγελμά τους παρασύρθηκε στη δίνη της βιομηχανίας»13.

Η διαδικασία της καπιταλιστικής εξέλιξης, της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, οδηγεί αντικειμενικά στην ανάπτυξη της εργατικής τάξης, στην όξυνση της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργατικής δύναμης, στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης και στη διαμόρφωση του νέου επαναστατικού υποκειμένου, δηλαδή της εργατικής τάξης και της πρωτοπορίας της, του επαναστατικού εργατικού κόμματος (του ΚΚ).

Η δύναμη της εργατικής τάξης ως ηγέτιδας της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν καθορίζεται από το μέγεθός της, αλλά από τη θέση της στο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής.

«Η δύναμη του προλεταριάτου σε οποιαδήποτε καπιταλιστική χώρα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη απ’ ό,τι το ποσοστό του προλεταριάτου στο σύνολο του πληθυσμού. Αυτό συμβαίνει, γιατί το προλεταριάτο κυριαρχεί στα οικονομικά κέντρα και στα νευραλγικά σημεία ολόκληρου του οικονομικού συστήματος του καπιταλισμού και γιατί το προλεταριάτο, οικονομικά και πολιτικά, εκφράζει τα πραγματικά συμφέροντα της τεράστιας πλειονότητας των εργαζομένων στον καπιταλισμό…»14.

Αντίθετα προς την εργατική τάξη, οι σύμμαχοί της, φτωχοί αγρότες και αυτοαπασχολούμενοι, κατέχουν τέτοια θέση στο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής που προκαθορίζει την ασυνέπεια και τις ταλαντεύσεις τους σε σχέση με την πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Οι Μαρξ και Ενγκελς τόνιζαν στην εποχή τους ότι: «Απ’ όλες τις τάξεις, που σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπες με την αστική τάξη, μόνο το προλεταριάτο είναι τάξη αληθινά επαναστατική. Οι υπόλοιπες τάξεις χάνονται και εξαφανίζονται από τη μεγάλη βιομηχανία, ενώ το προλεταριάτο είναι το πιο χαρακτηριστικό προϊόν της»15.

Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται απ’ όλη την εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος, ειδικά σε συνθήκες μονοπωλιακού καπιταλισμού. Η πολιτική καθοδήγηση του προλεταριάτου -που μόνο αυτό μπορεί να εκφράζει τα γενικά συμφέροντα των εργαζομένων- μπορεί και πρέπει να συνενώσει στην πάλη ενάντια στα μονοπώλια σημαντικά τμήματα του πληθυσμού από τις σκόρπιες, ταλαντευόμενες μάζες των μη προλεταριακών στρωμάτων.

Στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ υπογραμμίζεται: «Το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο πάλης εκφράζει αντικειμενικά μια ευρύτερη κοινωνική βάση, τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού, που δέχεται τις συνέπειες από τη δράση των πολυεθνικών και από τη συμμετοχή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς: Τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, της εργαζόμενης αγροτιάς, των μεσαίων στρωμάτων της πόλης, των κοινωνικών κινημάτων που αγωνίζονται για τα δημοκρατικά δικαιώματα, για την απόκρουση των ιμπεριαλιστικών σχεδίων σε βάρος των λαών και της ειρήνης. Συσπειρώνει τους εργαζόμενους στον τομέα του πολιτισμού και της επιστήμης, που αντιστέκονται στην υποκουλτούρα, στην εμπορευματοποίηση και στη χειραγώγηση […]

Η δύναμη του Μετώπου βρίσκεται στον ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης και του κόμματός της, στην ενότητα δράσης της, στη συμμαχία της με τα κοινωνικά στρώματα, που παλεύουν σε αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση»16.

Ανακεφαλαιώνοντας, η ιστορική αποστολή του προλεταριάτου συμπυκνώνεται στην πάλη για την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και την πλήρη κατάργηση των τάξεων στην αναπτυγμένη κομμουνιστική κοινωνία. Σε αυτό το καθήκον το προλεταριάτο πρέπει να καθοδηγήσει τις μη προλεταριακές καταπιεζόμενες μάζες.


Γ. Η ΠΑΛΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Η κατανόηση από το προλεταριάτο της ιστορικής αποστολής του δεν μπορεί να γίνει αυθόρμητα. Στη βάση των ίδιων των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής αναπαράγεται η «στρεβλή συνείδηση», δηλαδή η συσκότιση των καπιταλιστικών σχέσεων και της ουσίας της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Ιστορικά, το εργατικό κίνημα αναπτύχθηκε ξεχωριστά από τη θεωρία του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Ετσι, για ένα χρονικό διάστημα, το εργατικό κίνημα ήταν περιορισμένο στα στενά όρια της οικονομικής πάλης μέσα στο σύστημα.

Η ανάπτυξη του μαρξισμού και η επιστημονική θεμελίωση του κομμουνισμού καθώς και η συνένωση με το εργατικό κίνημα οδήγησε στη διαμόρφωση του επαναστατικού κινήματος της εργατικής τάξης, στη χειραφέτηση του εργατικού κινήματος από την αστική ιδεολογία και πολιτική. Προϊόν της συνένωσης του μαρξισμού με το εργατικό κίνημα αποτελεί η διαμόρφωση του ΚΚ.

Ο Λένιν ήδη από το 1899 υπογράμμιζε την αδιάρρηκτη σχέση επαναστατικής θεωρίας και εργατικού κινήματος που κατακτήθηκε με τη θεμελίωση του μαρξισμού:

«Ο προσανατολισμός του σοσιαλισμού προς τη συγχώνευση με το εργατικό κίνημα αποτελεί τη βασική υπηρεσία που πρόσφεραν ο Κ. Μαρξ και ο Φ. Ενγκελς: δημιούργησαν μια τέτοια επαναστατική θεωρία, που εξήγησε την ανάγκη αυτής της συγχώνευσης κι έβαλε το καθήκον στους σοσιαλιστές να οργανώσουν την ταξική πάλη του προλεταριάτου»17.

Η ταξική πάλη -για να είναι ολοκληρωμένη ταξική πάλη, δηλαδή πάλη τάξης ενάντια σε τάξη- πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να είναι πάλη επαναστατική. Δηλαδή να στρέφεται όχι ενάντια στους χωριστούς κεφαλαιοκράτες, αλλά ενάντια στο σύνολο της τάξης των κεφαλαιοκρατών και της εξουσίας τους. Το ΚΚ οργανώνει με τη δράση του τους εργάτες και μετατρέπει την αυθόρμητη πάλη τους ενάντια στους εκμεταλλευτές τους σε «πάλη ολόκληρης της τάξης, σε πάλη ενός καθορισμένου πολιτικού κόμματος για καθορισμένα πολιτικά και σοσιαλιστικά ιδανικά»18.

Ο Λένιν υποστήριζε: «…μόνο το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης, δηλαδή το Κομμουνιστικό κόμμα είναι σε θέση να συνενώσει, να διαπαιδαγωγήσει και να οργανώσει την πρωτοπορία του προλεταριάτου και όλης της εργαζόμενης μάζας, πρωτοπορία που είναι μόνη ικανή να αντιταχθεί στις αναπόφευκτες μικροαστικές ταλαντεύσεις της μάζας αυτής, στις αναπόφευκτες παραδόσεις και υποτροπές της επαγγελματικής στενότητας ή των επαγγελματικών προλήψεων μέσα στο προλεταριάτο και να καθοδηγήσει τη δράση όλου του προλεταριάτου στο σύνολό της, δηλαδή να το καθοδηγεί πολιτικά και μέσω του προλεταριάτου να καθοδηγεί όλες τις εργαζόμενες μάζες»19.

Ανάμεσα στον οικονομικό και πολιτικό αγώνα δεν υπάρχει τείχος. Ο μαρξισμός συνέδεσε σε ένα αδιάρρηκτο σύνολο την οικονομική και πολιτική πάλη της εργατικής τάξης20. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο σήμερα που είναι υπερώριμες οι υλικές προϋποθέσεις για το πέρασμα στην κοινωνική ιδιοκτησία των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής. Στο σύγχρονο καπιταλισμό είναι πρωτοφανής η διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στις δυνατότητες των σύγχρονων επιστημονικών και τεχνικών επιτευγμάτων για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και τη μη ικανοποίησή τους. Π.χ. οι δυνατότητες αντισεισμικής θωράκισης από τη μια και τα εκατομμύρια των αστέγων και παράλληλα των «αδιάθετων» (απούλητων ή κατασχεμένων) σπιτιών από την άλλη λόγω κρίσης στην καπιταλιστική παραγωγή. Αντικειμενικά σήμερα η ραγδαία όξυνση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού επιβάλλει να μην ξεκόβεται ο οικονομικός αγώνας από τον πολιτικό, αλλά αντίθετα να βαθαίνει η ιδεολογική και πολιτική πάλη μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Στην εποχή τους οι Μαρξ και Ενγκελς ανέδειξαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ότι το κόμμα όχι μόνο αγωνίζεται για την επίτευξη των άμεσων σκοπών και συμφερόντων της εργατικής τάξης, αλλά ότι «στο σημερινό κίνημα εκπροσωπεί ταυτόχρονα το παρόν και το μέλλον του κινήματος»21. Στη σημερινή εποχή, εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, αυτή η θέση αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Για να μπορεί η εργατική τάξη όχι μόνο να παλεύει με συνέπεια και αποτελεσματικότητα για τα οικονομικά της αιτήματα, αλλά -και το σπουδαιότερο- για να πραγματοποιήσει τους μεγάλους τελικούς σκοπούς της, πρέπει να διεξάγει ολοκληρωμένο ιδεολογικοπολιτικό αγώνα που μόνο το ΚΚ μπορεί να οργανώνει, να προσανατολίζει, να διευθύνει. Αυτό πραγματοποιείται μέσω της αυτοτελούς δράσης του Κόμματος, αλλά και από τη δράση των μελών του ΚΚ μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Είναι δε μοναδικός αυτός ο ρόλος για τα μέλη του ΚΚ, ανεξάρτητα από τη δομή και το συσχετισμό δυνάμεων στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Τα συνδικάτα, ως μορφή οργάνωσης της εργατικής τάξης, προηγούνταν ιστορικά από την ίδρυση των εργατικών κομμάτων. Τα συνδικάτα αποτελούν οργανώσεις της οικονομικής πάλης της εργατικής τάξης. Στα συνδικάτα λοιπόν, σε αντίθεση με το ΚΚ, συμμετέχουν εργατικές μάζες με διαφορετικό επίπεδο συνείδησης και προφανώς με διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές επιρροές-αντιλήψεις. Οπως ήδη αναφέρθηκε εισαγωγικά, στα συνδικάτα εντείνεται η αστική επιρροή από την εποχή που διαμορφώθηκαν εργατικά αστικά κόμματα. Αν και τα συνδικάτα από τη φύση τους δεν μπορούν να χαράσσουν αυτοτελώς πολιτική, η δράση τους αντικειμενικά έχει πολιτικά χαρακτηριστικά. Ανάλογα με το συσχετισμό κυριαρχεί σε αυτά είτε η αστική πολιτική είτε η εργατική.

Π.χ. οι ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ από τη δεκαετία του 1990 στήριξαν και συνεχίζουν να στηρίζουν την πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, περιορίζοντας τις «διεκδικήσεις» σε ψίχουλα για τους εργαζόμενους. Ετσι αυτές οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έγιναν στηρίγματα της αντεργατικής πολιτικής, έχασαν τον ταξικό τους χαρακτήρα, έστω ως εργατικές οργανώσεις για μαχητική υπεράσπιση των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης στο κεφάλαιο. Μετατράπηκαν σε φορείς ενσωμάτωσης των εργατικών μαζών που τις ακολουθούν. Αυτή η εξέλιξη είναι προϊόν μακρόχρονης διάβρωσης του εργατικού κινήματος από παλιά και νέα οπορτουνιστικά ρεύματα. Είναι προϊόν του γεγονότος ότι κόμματα με εργατικές ρίζες, έχοντας την πλειοψηφία σε ανώτερα συνδικαλιστικά όργανα, τα μετέτρεψαν σε στυλοβάτες της αστικής πολιτικής, έδωσαν νέες δυνατότητες σε αστικά φιλελεύθερα κόμματα να αυξήσουν την επιρροή τους στο συνδικαλιστικό κίνημα (π.χ. της ΝΔ στην Ελλάδα). Σήμερα από κοινού καλλιεργούν αυταπάτες ότι υπάρχει φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση, ότι υπάρχει φιλολαϊκή εκδοχή της ΕΕ. Οι κομμουνιστικές δυνάμεις μαζί με τις συνεργαζόμενες μέσω του ΠΑΜΕ πρέπει να ανοίξουν μέτωπο σε όλη αυτή την αποπροσανατολιστική παρέμβαση χειραγώγησης.

Οι ταξικά προσανατολισμένες δυνάμεις θέτουν στόχους πάλης και αιτήματα για την αντιμετώπιση άμεσων αναγκών των μισθωτών - συνταξιούχων - των οικογενειών τους, που διαμορφώνουν ένα συνεκτικό διεκδικητικό πλαίσιο. Αυτό έρχεται σε σύγκρουση με την κερδοφορία του κεφαλαίου, αιτήματα όπως με την πλήρη - σταθερή εργασία, 7ωρο -5ήμερο -35ωρο, την κατάργηση των ελαστικών μορφών απασχόλησης και πάγωμα των απολύσεων, την κατάργηση της φορολογίας στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης και τα καύσιμα, τη μείωση των επιτοκίων για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια των εργαζομένων και την κατάργηση του ανατοκισμού, το πάγωμα όλων των δανείων των ανέργων, την αποκλειστικά δημόσια - δωρεάν υγεία-πρόνοια, παιδεία με κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας, επίδομα ανεργίας στο 80% του κατώτερου μισθού χωρίς καμιά προϋπόθεση, σύνταξη στα 60 χρόνια για τους άνδρες και στα 55 χρόνια για τις γυναίκες κ.ά.

Το ταξικά συνεπές συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα πρέπει να αποκαλύψει, να απορρίψει τις σκόπιμα παραπλανητικές απόψεις αυτών των ηγεσιών περί «εθνικών παραγωγικών στόχων και προβλημάτων παραγωγικότητας, ανταγωνιστικότητας», «συναίνεσης για την έξοδο από την κρίση», αναζήτησης «ρυθμίσεων εξυγίανσης, εξανθρωπισμού του καπιταλισμού», απόψεις που «δαιμονοποιούν» το φιλελευθερισμό μόνο και μόνο για να σώσουν τον καπιταλισμό.

Η δράση των αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης συνιστά πολιτικό ρεύμα με στόχο τη χειραγώγηση της συνείδησης της εργατικής τάξης. Είναι το κύριο εμπόδιο για να μαζικοποιηθεί το συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα, για να δυναμώσει ο ταξικός πόλος στις γραμμές του και για ν’ απομονωθεί ο κυβερνητικός-εργοδοτικός συνδικαλισμός.

Το ΚΚΕ στηρίζει την ταξική κατεύθυνση στο συνδικαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης, τον ταξικό πόλο που συγκροτείται στο ΠΑΜΕ. Οι κομμουνιστές οφείλουν να δουλεύουν στα συνδικάτα με σκοπό η οικονομική πάλη των εργατών να συμβάλλει και στην πολιτική ωρίμανσή τους, στην μαχητικοποίησή τους απέναντι στην τάξη των κεφαλαιοκρατών και της εξουσίας τους. Στα καθήκοντα της δράσης των κομμουνιστών συνδικαλιστών είναι και η ιδεολογική-πολιτική ζύμωση για την ανάγκη ανάπτυξης και οργάνωσης της πάλης με στόχο την εξουσία.

Το Κόμμα με την ιδεολογική του παρέμβαση και δράση πρέπει να συμβάλλει στη διαμόρφωση ριζοσπαστικής συνείδησης, να ωριμάζουν οι μάζες της εργατικής τάξης μέσα από την πείρα τους. Να βλέπουν ότι π.χ. η συνεπής υπεράσπιση του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση, συνεπάγεται σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό, τα μονοπώλια, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, τα κόμματα και τις κυβερνήσεις που τα υπηρετούν ανοιχτά ή συγκαλυμμένα.

Η παρέμβαση των κομμουνιστών πρέπει να συμβάλλει στο να ξεπερνιέται η κλαδική, επιχειρησιακή στενότητα που επιβάλλεται από την αντικειμενική λειτουργία του καπιταλισμού, να προωθείται η αλληλεγγύη ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της εργατικής τάξης και η κοινή δράση.

Η οργάνωση και πολιτικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης, με στόχους πάλης ενταγμένους σ’ ένα συνεκτικό πλαίσιο, απαιτεί αντιπαράθεση με τη συντεχνιακή τακτική που περιορίζει την πάλη και τα αιτήματα μόνο σε στενό επιχειρησιακό, τοπικό ή κλαδικό επίπεδο, που αποδυναμώνει ακόμη και την προστασία κεκτημένων δικαιωμάτων, τη διεκδίκηση μόνο εισοδηματικών αιτημάτων, αδυνατίζει την ταξική ενότητα της εργατικής τάξης που αποτελεί προϋπόθεση για επιμέρους και γενικότερες κατακτήσεις. Η πείρα δείχνει ότι ακόμη και η ανάκληση μιας απόλυσης προϋποθέτει ευρύτερη κινητοποίηση.

Η παρέμβαση των κομμουνιστών στο συνδικαλιστικό κίνημα δε θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στην παρουσίαση των προβλημάτων ή στην καταγγελία των αντιπάλων ή στην προβολή ορισμένων αιτημάτων και προτάσεων για τα προβλήματα των εργαζομένων. Χρειάζεται να αποκαλύπτει στους εργαζόμενους το μηχανισμό της εκμετάλλευσης, της υπεραξίας, να διαπαιδαγωγεί την εργατική τάξη στην ασυμφιλίωτη αντίθεση με το κεφάλαιο, ώστε με αυτό το βασικό κριτήριο να διαμορφώνει τα αιτήματά της. Να αποκαλύπτει ότι η καπιταλιστική κρίση είναι προϊόν της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων, του ίδιου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Να ανοίγει σφοδρό μέτωπο με την αστική διαχείριση σε όλες τις παραλλαγές της, την κλασσική φιλελεύθερη ή τη σοσιαλδημοκρατική, στην Ευρωζώνη και στην υπόλοιπη ΕΕ, συνυπεύθυνες για τη νέα αύξηση της φτώχειας και της εξαθλίωσης, για την ένταση της κρατικής βίας και της καταστολής. Να προβάλλονται αιτήματα που αμφισβητούν την καπιταλιστική κερδοφορία.

Η παρέμβαση των κομμουνιστών στη συγκεντρωμένη εργατική τάξη σε κλάδους της καπιταλιστικής οικονομίας (π.χ. στον τουρισμό) προϋποθέτει την παρακολούθηση και βαθιά γνώση των εξελίξεων σε κάθε κλάδο. Σε αυτή τη βάση μπορεί να ζυμώνεται η στρατηγική πρόταση για το ρόλο του κάθε κλάδου στα πλαίσια της Λαϊκής Οικονομίας. Σε αυτό τον άξονα να συγκροτείται η αντιμονοπωλιακή γραμμή πάλης, να μελετώνται οι δυνατότητες συμμαχιών με αυτοαπασχολούμενους.

Η πάλη της εργατικής τάξης πρέπει να διευρύνεται για τη δημόσια δωρεάν παιδεία, υγεία και πρόνοια, για ενιαία, καθολική, δημόσια κοινωνική ασφάλιση, για τα συλλογικά δημοκρατικά δικαιώματα και τις λαϊκές ελευθερίες, ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, πάλη που αντικειμενικά πρέπει να παίρνει πολιτικό περιεχόμενο, να στρέφεται ενάντια στο αστικό κράτος, τα αστικά κόμματα, τις κυβερνήσεις, τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, να διαπερνά όλα τα μέτωπα πάλης της εργατικής τάξης, να αναπτύσσεται μέσα στις οργανωμένες μορφές δράσης του εργατικού κινήματος, συνδικάτα, επιτροπές αγώνα κ.ά.

Οπως επισημαίνει το κλείσιμο της ΚΕ στο 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ στο πρώτο θέμα: «Το συνδικαλιστικό κίνημα είναι σχολειό, μόνο που τα μαθήματα τώρα πρέπει να είναι πιο προωθημένα σε σχέση με την αρχική περίοδο δράσης των σωματείων. Αν την αρχική περίοδο ήταν δημοτικό σχολείο, τώρα πρέπει να είναι τουλάχιστον Λύκειο. Ο ερασιτεχνισμός δε σε πάει μακριά»22.

Σε συνθήκες εκδήλωσης της οικονομικής κρίσης δεν είναι προκαταβολικά δοσμένη, αυτόματη και αυθόρμητη η άνοδος της ταξικής πάλης. Η επίδραση που ασκεί η κρίση στην εργατική, τη λαϊκή συνείδηση, έχει αντιφατικό χαρακτήρα. Μεγαλώνουν οι ευθύνες του ΚΚ για την προετοιμασία της ανόδου του κινήματος.

Στις συνθήκες της κρίσης μεγαλώνει η δυσαρέσκεια και η τάση διαμαρτυρίας σε μικροαστικές δυνάμεις, εισοδηματικά ανώτερα τμήματα της εργατικής τάξης, σε εργαζόμενους στη δημόσια διοίκηση κλπ. Είναι κρίσιμο το ζήτημα της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος, ώστε αυτό να προσανατολίσει τη διαμαρτυρία και την αγανάκτηση που συσσωρεύεται και να μπορέσει να τη στρέψει σε ριζοσπαστική κατεύθυνση. Η προσπάθειά μας για την άνοδο της ταξικής πάλης δε θα αναμετρηθεί μόνο με το επίπεδο της ωριμότητας των μαζών, αλλά και με την παρέμβαση της αστικής τάξης, των μηχανισμών της, των κομμάτων εξουσίας, των ρεφορμιστών και οπορτουνιστών.

Η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος προϋποθέτει την οργάνωση νέων μαζών στο ταξικά προσανατολισμένο συνδικαλιστικό κίνημα, την περιθωριοποίηση των εργοδοτικών και κυβερνητικών ηγεσιών στα συνδικαλιστικά όργανα. Προϋποθέτει την ίδρυση νέων ταξικών σωματείων, όπου αυτά δεν υπάρχουν, αλλά και τη διαμόρφωση ποικίλων μορφών οργάνωσης, όπως π.χ. απεργιακές επιτροπές, επιτροπές αγώνα, επιτροπές ενάντια στις απολύσεις και τη συνένωσή τους σ’ ένα γενικό πλαίσιο πάλης και δράσης, του ταξικού πόλου, του ΠΑΜΕ. Ιδιαίτερα προϋποθέτει την οργάνωση των χαμηλόμισθων εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, των ανέργων, των νέων ηλικιακά εργατών, των μεταναστών και των γυναικών. Μέσα από αυτή την κατεύθυνση θα ενισχύεται και το ΠΑΜΕ ως ταξικός πόλος στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Στην Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ προσδιορίζεται ως εξής η ανασύνταξη: «Σήμερα, δεν αρκεί το κίνημα να έχει απλά κάποιους θετικούς επιμέρους στόχους. Αυτό που καθορίζει την αποτελεσματικότητα του κινήματος, το ρόλο του στη θετική προοπτική είναι ποιο ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο στηρίζει τους στόχους πάλης. Δεν αρκεί η “ενότητα στο πρόβλημα” ή η “πάλη για τα προβλήματα” γενικά, σημασία έχει σε ποιο πολιτικό πλαίσιο εντάσσονται τα αιτήματα, ποιες ιδεολογικές θέσεις τα διέπουν, ο σκοπός του αγώνα. Το εργατικό κίνημα, από τις ίδιες τις απαιτήσεις της πάλης, πρέπει να κατακτά αντιμονοπωλιακό - αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό, να αναπτύσσει μέτωπο αντιπαράθεσης με τις αστικές αντιλήψεις και τα ιδεολογήματα, με το ρεφορμισμό και οπορτουνισμό, με βάση την πείρα που διαμορφώνει στην ταξική πάλη, στους μαζικούς αγώνες. Ο ιδεολογικός, πολιτικός και οικονομικός αγώνας διεξάγεται ενιαία, δε διαχωρίζεται με στεγανά.

Να προσανατολίζονται οι εργατοϋπάλληλοι, οι εργαζόμενοι γενικότερα μέσα από την πείρα τους, αλλά και από τη δική μας εντατική και εύστοχη ιδεολογικοπολιτική δουλειά, στην επιλογή του άλλου δρόμου ανάπτυξης, σε αντίθεση με τα μονοπώλια, την ιμπεριαλιστική πολιτική. Να γίνεται κατανοητό τι έχει να προσφέρει στη μεγάλη πλειοψηφία του λαού η Λαϊκή Εξουσία - Οικονομία που μπορεί να εκφράσει όλους εκείνους που συμφωνούν στην πάλη κατά της εξουσίας των μονοπωλίων, διαφέρουν όσον αφορά στην αντίληψη για το σοσιαλισμό»23.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, το ταξικά προσανατολισμένο συνδικαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης θα πρέπει να πρωτοστατεί σε πρωτοβουλίες που να βοηθούν στην κατεύθυνση της κοινωνικής συμμαχίας με τους φτωχούς αγρότες και αυτοαπασχολούμενους. Πρωτοβουλίες που να έχουν και το στοιχείο της αλληλεγγύης, π.χ. την παρουσία του ΠΑΜΕ στα μπλόκα των αγροτών στις κινητοποιήσεις του χειμώνα, αλλά ταυτόχρονα να συμβάλλουν στην ενιαιοποίηση της πάλης κάτω από ένα κοινό πλαίσιο ενάντια στα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό.

Παρέμβαση για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος σημαίνει ένταση της ιδεολογικής-πολιτικής παρέμβασης των κομμουνιστών πρώτα στις μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης για να κατανοηθεί η ανάγκη σύγκρουσης όχι μόνο με την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά με τον ταξικό χαρακτήρα της εξουσίας. Να συνειδητοποιείται η αναγκαιότητα αλλαγής του ταξικού χαρακτήρα της εξουσίας. Η ανάγκη να πρωτοστατήσει η εργατική τάξη στην ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, στην κατάληψη της εξουσίας από αυτήν, σε συμμαχία με τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Για να μπορεί το Κόμμα να παίζει το ρόλο του στην αφύπνιση της εργατικής τάξης, στον προσανατολισμό του συνδικαλιστικού κινήματος θα πρέπει να αναπτύξει τη δουλειά του, τη συγκρότηση ΚΟΒ, ιδιαίτερα σε κλάδους, μεγάλους εργασιακούς χώρους, ιδιαίτερα στα μεγάλα εργοστάσια και εμπορικά κέντρα.

Η υλοποίηση αυτής της κατεύθυνσης προϋποθέτει στοχοπροσήλωση όλου του Κόμματος στην εργατική τάξη. Η ΚΟΒ πρέπει να προσανατολίζεται στην εργατική τάξη, ανεξάρτητα αν είναι συγκροτημένη εδαφικά ή κλαδικά. Η εργατική ΚΟΒ να αναπτύσσει αυτοτελές πρόγραμμα ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης, μέσα στο οποίο να εντάσσεται η παρέμβαση στο σωματείο, το συνδικάτο, την οργάνωση των εργαζομένων που δεν πρέπει να μένει υπόθεση των εκλεγμένων. Και η εδαφική ΚΟΒ να διατάσσει τις δυνάμεις της με στόχο τη συνδικαλιστική δουλειά στην εργατική τάξη, ιεραρχώντας ανάλογα και με τη σύνθεση του χώρου, τη συγκέντρωση στους συγκεκριμένους κλάδους, π.χ. του εμπορίου, σε βιομηχανικές ή βιοτεχνικές ζώνες. Η ενεργοποίηση του περίγυρου των ΚΟΒ με κλαδικά παραγωγικά κριτήρια είναι κρίσιμο ζήτημα για την υλοποίηση των καθηκόντων της ΚΟΒ, για την ανάπτυξη και ανανέωση των δυνάμεών της.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

2. Κ. Μαρξ: «Μισθός, Τιμή και Κέρδος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

3. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 2, σελ. 53-54, 147-148.

4. Β. Ι. Λένιν: «Η Μεγάλη πρωτοβουλία», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 39, σελ. 1-29 ή στη συλλογή «Για τη Σοσιαλιστική Οικοδόμηση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 151-175.

5. Β. Ι. Λένιν: «Τι να Κάνουμε», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 6, κεφ. ΙΙΙ «Τρεϊντγιουνιονιστική και σοσιαλδημοκρατική πολιτική», κεφ. IV «Ο χειροτεχνισμός των οικονομιστών και η οργάνωση των επαναστατών».

6. ΚΜΕ: «Προσεγγίσεις στην κατάσταση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», στο κεφάλαιο «Κριτική των σύγχρονων αστικών θεωριών περί του τέλους της εργατικής τάξης», σελ. 90 -116.

7. «Ο Καρλ Μαρξ για τον εργάσιμο χρόνο», έκδοση ΚΕ του ΚΚΕ.

8. «Απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ για τη δράση του Κόμματος στην εργατική τάξη και στο συνδικαλιστικό της Κίνημα», ΚΟΜΕΠ, τ. 2/2002.

9. «Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ», ΚΟΜΕΠ, τ. 3/2009.

10. Μ. Παπαδόπουλου: «Η κοινωνική ρίζα του οπορτουνισμού: “εργατική αριστοκρατία”, διάσπαση της εργατικής ενότητας», ΚΟΜΕΠ τ. 1/2008.




ΣHMEIΩΣEIΣ:

1. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 21.

2.Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 1, σελ. 548.

3. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 25.

4. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 27.

5. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 39, σελ. 15.

6. Από αυτές η πιο γνωστή είναι αυτή που παρουσιάστηκε από τον Ντανιέλ Μπελ το 1968. Μια επόμενη παραλλαγή ήταν το «τρίτο κύμα» του Αλβιν Τόφλερ, δύο δεκαετίες μετά την εμφάνιση του όρου «μεταβιομηχανική κοινωνία» από τον Μπελ.

7. Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 2, σελ. 53-54.

8. Στην αρχή της δεκαετίας του 1980 ο Αντρέ Γκορτς, με το βιβλίο του «Αντίο Προλεταριάτο», διατύπωσε τη θέση ότι η «μεταβιομηχανική» επανάσταση οδηγεί στην «εξαφάνιση του πολυτάλαντου τεχνίτη - εργάτη που μπορούσε να είναι υποκείμενο της εργασίας του», στην εμφάνιση της μη-τάξης των μεταβιομηχανικών προλεταρίων: «…στη θέση του συλλογικού παραγωγικού εργάτη γεννιέται μια μη-τάξη μη-εργατών, που προεικονίζουν μέσα στους κόλπους της σημερινής μια μη-κοινωνία, όπου οι τάξεις θα καταργηθούν μαζί με την ίδια την εργασία και όλες τις μορφές κυριαρχίας» (Αντρε Γκορτς: «Αντίο Προλεταριάτο», εκδ. «Νέα Σκέψη», 1986, σελ. 100-102).
Επίσης το 1995 εκδίδεται το δεύτερο βιβλίο - σταθμός της σύγχρονης αιτιολόγησης της δήθεν μετεξέλιξης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Πρόκειται για το γνωστό «Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της», του Τζέρεμι Ρίφκιν, ο οποίος έγραφε: «Στο παρελθόν, όταν οι νέες τεχνολογίες αντικαθιστούν εργαζόμενους σε ένα δεδομένο τομέα, πάντα εμφανίζονταν νέοι τομείς για να απορροφήσουν όσα άτομα είχαν χάσει τις δουλειές τους. Σήμερα οι τρεις βασικοί τομείς της οικονομίας -γεωργία, βιομηχανία και υπηρεσίες- χάνουν θέσεις εργασίας εξαιτίας της τεχνολογίας, ωθώντας βίαια εκατομμύρια στους καταλόγους των ανέργων. Ο μόνος νέος τομέας που εμφανίζεται είναι αυτός των γνώσεων που αποτελείται από μια μικρή ελίτ επιχειρηματιών, επιστημόνων τεχνικών, προγραμματιστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ελεύθερων επαγγελματιών, καθηγητών και συμβούλων» (Τζέρεμι Ρίφκιν: «Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της», εκδ. «Νέα Σύνορα», σελ. 51-52).

9. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 41, σελ. 58-59.

10. Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 3, σελ. 550-551.

11. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 27, σελ. 314.

12. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 30, σελ. 175.

13. Φρ. Ενγκελς: «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», μέρος Α΄, εκδ. «Μπάιρον», σελ. 59.

14. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 40, σελ. 23.

15. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 38.

16. «Πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», εκδ. «Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ», 1996, σελ. 28.

17. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 4, σελ. 250-251.

18. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 4, σελ. 192-193.

19. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 43, σελ. 94.

20. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 4, σελ. 173-174.

21. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 67.

22. «Τελική ομιλία εκ μέρους της ΚΕ του ΚΚΕ στο πρώτο θέμα», ΚΟΜΕΠ, τ. 2/2009, σελ. 92.

23. «Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ», ΚΟΜΕΠ, παρόν τεύχος, σελ.135.

Ελλάδα: όταν η νεοφιλελεύθερη δικτατορία απειλεί με στρατιωτική δικτατορία!

του system failure

Όλα βαδίζουν σύμφωνα με το σχέδιο. Το συστημικό κατεστημένο εκμεταλλεύτηκε άριστα την δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τους νεοναζί στην Ελλάδα λίγο πριν από την επανεκλογή της Μέρκελ στη Γερμανία.

Τι πέτυχε η Ευρωπαϊκή νεοφιλελεύθερη δικτατορία:

1ον: αποπροσανατόλισε για άλλη μια φορά τους πολίτες, Έλληνες και Ευρωπαίους, από τα νέα μέτρα στα οποία επιμένει η Μέρκελ, πίσω από την οποία βρίσκονται οι μεγαλοτραπεζίτες και το μεγάλο κεφάλαιο, και τα οποία έχουν σαν στόχο, όχι μόνο να ολοκληρώσουν το νεοφιλελεύθερο πείραμα στην Ελλάδα, αλλά και να το επεκτείνουν σε ολόκληρη την Ευρώπη, ακόμα και στην ίδια τη Γερμανία.

2ον: μάζεψε τα λουριά της Χρυσής Αυγής που πήρε φόρα και κινδύνευε να βγει εκτός του ελέγχου της. Αλλά τόσο, όσο χρειάζεται για να συνεχίζει να παίζει τον ρόλο του μπαμπούλα σε περίπτωση μιας απροσδόκητης νέας ανόδου της Αριστεράς και τόσο όσο χρειάζεται για να ενισχυθεί, ενδεχομένως, σε ψήφους, η ακροδεξιά πτέρυγα της νεοφιλελεύθερης δεξιάς, από τους μετριοπαθέστερους των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής, όπως έδειξαν και οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις που οργάνωσε, όπως πάντα, το συστημικό κατεστημένο.

3ον: ανέδειξε το πιο φρικτό πρόσωπο του “τέρατος” απειλώντας ακόμα και με μια στρατιωτική δικτατορία. Μετά το κάλεσμα της οργάνωσης “Κοινότητα Εφέδρων Ειδικών Δυνάμεων” για παραίτηση της κυβέρνησης και σύμπραξη λαού-στρατού, η οποία παίχτηκε κατά κόρον από τα κεντρικά δελτία ειδήσεων των κυρίαρχων ΜΜΕ, επιστρατεύτηκε και η δικαιοσύνη με έκτακτη σύσκεψη στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου, προκειμένου το κοινό να πεισθεί για την σοβαρότητα της κατάστασης.

Έπειτα, ήρθε και η πρόσφατη δήλωση-απειλή Μιχαλολιάκου: “... εάν η χώρα μπει σε κύκλο αποσταθεροποιήσεως δεν θα είναι ένοχη η Χρυσή Αυγή, αλλά αυτοί οι οποίοι δαιμονοποιούν τη Χρυσή Αυγή και τη χτυπούν με τόσο βρώμικο και παράνομο τρόπο...”. Η “γκάφα” Μιχαλολιάκου έγκειται στο γεγονός ότι μίλησε για επικείμενη αποσταθεροποίηση της χώρας, πράγμα που σημαίνει ότι αποδέχεται ότι η χώρα αυτή τη στιγμή απολαμβάνει την σταθερότητα που προσφέρει το συστημικό κατεστημένο, το οποίο ο ίδιος και η Χρυσή Αυγή κατηγορούν συνεχώς χρησιμοποιώντας μια συγκεκριμένη ρητορική. Επομένως τα ίδια τα λόγια του Μιχαλολιάκου αποδεικνύουν ότι η ΧΑ είναι ένα εργαλείο του συστήματος που το χρησιμοποιεί όταν νιώθει ότι απειλείται από μια “αποσταθεροποίηση”.

Παρά τα χιουμοριστικά σχόλια που κατέκλυσαν το twitter, σχετικά με την φημολογία για στρατιωτικό πραξικόπημα στο “κάλεσμα” των εφέδρων αυτό το Σάββατο, η απειλή είναι πραγματική και το μήνυμα σαφές: ή θα δεχθείτε την δική μας νεοφιλελεύθερη δικτατορία με το προσωπείο μιας ψευδο-δημοκρατίας και τα παρελκόμενα (διάλυση του κράτους πρόνοιας, διάλυση των εργασιακών, νέες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, μαζικές απολύσεις και ιδιωτικοποιήσεις), ή θα πάρετε μια στρατιωτική, με τους νεοναζί να δρουν ανεξέλεγκτα ανάμεσά σας!

Τα κυρίαρχα ΜΜΕ για άλλη μια φορά έπαιξαν άριστα το ρόλο τους. Ενώ ήταν αυτά που ουσιαστικά εκκόλαψαν το αυγό του φιδιού με ρεπορτάζ τρόμου, μπόλικη “κοπτοραπτική” και μπόλικες υπερβολές, τώρα πήραν εντολή από τα αφεντικά να μαζέψουν τα γκέμια του “τέρατος” που αμόλησαν.

Αλλά δεν πρέπει να το παρακάνουν γιατί η νεοφιλελεύθερη δικτατορία έχει ακόμα ανάγκη το “τέρας”. Ανάμεσα στα υποκριτικά ρεπορτάζ καταγγελιών κατά της ΧΑ παρεμβάλλονται μπόλικες εικόνες και πληροφορίες του τύπου “πως εκπαιδεύονται τα μέλη της ΧΑ”, “τι ρούχα φοράνε”, “πώς παρελαύνουν”, ή, αμφισβητείται έμμεσα ακόμα και το κατά πόσο ο δολοφόνος του Φύσσα ανήκει ή δεν ανήκει στην ΧΑ. Στην πραγματικότητα, αυτές τις μέρες τα κυρίαρχα ΜΜΕ διαφήμισαν την Χρυσή Αυγή περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, παρόλο που ορισμένα μέλη της δήλωναν μέσα από τα ίδια αυτά ΜΜΕ ότι τους έχουν αποκλείσει!

Το μήνυμα λοιπόν ήταν σαφές: αποδεχθείτε την νεοφιλελεύθερη δικτατορία, αλλιώς θα πάρετε μια στρατιωτική!

Πηγή:  failedevolution

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Θεόδωρος Μαριόλης -Κριτική Ανασύνθεση της Συμβολής του Δημήτρη Μπάτση


Κριτική Ανασύνθεση της Συμβολής του Δημήτρη Μπάτση

Θεόδωρος Μαριόλης (Αν. Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο)

Το παρόν κείμενο αποτελεί σημαντικά συντομευμένη και «κωδικοποιημένη» εκδοχή δοκιμίου περιεχόμενου στον υπό έκδοση τόμο: «Σχεδιασμένη Καθυπόταξη ή Σχεδιασμένη Ανάπτυξη; Μελέτες στο Έργο του Δημήτρη Μπάτση». Παρουσιάστηκε σε σεμινάριο του «Study Group on Sraffian Economics» στο έργο του Δημήτρη Μπάτση (Μάϊος-Δεκέμβριος 2012), στο Σεμινάριο του Δημήτρη Καλτσώνη «Κράτος και Δίκαιο στον 21ο Αιώνα» (Πάντειο Πανεπιστήμιο, 26 Μαρτίου 2013), και στη «15η Συνάντηση Ελλήνων Ιστορικών της Οικονομικής Σκέψης» (Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 14-15 Ιουνίου 2013): Ευχαριστώ τους συμμετέχοντες, και στις τρεις παρουσιάσεις, για εύστοχα σχόλια και εκτενείς συζητήσεις, και ιδιαιτέρως τους Μιχάλη Ζουμπουλάκη, Νίκο Θεοχαράκη, Δημήτρη Καλτσώνη, Γιώργο Νίνο, Δημήτρη Παϊταρίδη, Κώστα Παπουλή, Νίκο Ροδουσάκη, Σπύρο Σακελλαρόπουλο, Στέλιο Σφακιωτάκη, Γιώργο Σώκλη και Λευτέρη Τσουλφίδη.

I. Εισαγωγή

 Το βιβλίο του Δημήτρη Μπάτση, Η Βαρειά Βιομηχανία στην Ελλάδα (1947), αποτελεί ένα εξαιρετικά γνωστό αλλά όχι εξίσου μελετημένο έργο, εάν κρίνουμε από τη σχετικά διαθέσιμη βιβλιογραφία. Στόχος του παρόντος κειμένου είναι, πρώτον, η ανάδειξη του θεωρητικού, οικονομολογικού πυρήνα αυτού του βιβλίου, και, δεύτερον, ο προσδιορισμός εκείνης της πλευράς των οικονομολογικών αναλύσεών του, η οποία διαθέτει διαχρονική ισχύ.

Το υπόλοιπο του παρόντος δομείται ως εξής: Η Ενότητα ΙΙ συνοψίζει την ανάλυση του Μπάτση, κατά τρόπον που αναδεικνύει την εσωτερική λογική και συνοχή της. Ειδικότερα, θίγει τα ακόλουθα ζητήματα:


1. Φθίνον ποσοστό κέρδους και κρίσεις


2. Η κύρια τεχνολογική αντίθεση και η επίλυσή της


3. Ο τρόπος επίλυσης


4. Εξάρτηση και απεξάρτηση


5. Λαϊκή Δημοκρατία και Σοσιαλιστική Δημοκρατία


6. Βιωσιμότητα


7. Δυναμικό και χρηματοδότηση της ανάπτυξης.


Στην Ενότητα ΙΙΙ εκτίθενται ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις επί της ανάλυσης του Μπάτση, οι οποίες αφορούν στα εξής ζητήματα:


1. Οικονομικές κρίσεις


2. Βιωσιμότητα και σχεδιασμός


3. Εξωτερικός πλούτος και εσωτερική συσσώρευση


4. Εκβιομηχάνιση και απεξάρτηση


Τέλος, η Ενότητα ΙV είναι συμπερασματική.


ΙΙ. Η Ανάλυση του Μπάτση


Οι βασικοί άξονες της ανάλυσης του Μπάτση έχουν, κατά λογική σειρά, ως ακολούθως:


1. Φθίνον ποσοστό κέρδους και κρίσεις
Ακολουθώντας τον Marx, ο Μπάτσης (1947) υποστηρίζει ότι κάθε κεφαλαιοκρατικά ανεπτυγμένη οικονομία διέπεται από το «νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους», ο οποίος ανάγεται στο τεχνολογικό δεδομένο-χαρακτηριστικό ότι κάθε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας προϋποθέτει μία ισχυρή αύξηση της «οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου» (βλέπε, κυρίως, σσ. 344-345). Αυτός ο νόμος οξύνει το προσιδιάζον, στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, σύστημα ανταγωνιστικών αντιθέσεων, το οποίο εκδηλώνεται, κατά βάση, με «περιοδικές» κρίσεις υπερσυσσώρευσης (ή υπερπαραγωγής) κεφαλαίου, οι οποίες ανάγονται, με τη σειρά τους και σε τελική ανάλυση, στην «υποκατανάλωση» (έλλειψη επαρκούς αγοραστικής-ενεργού ζήτησης) των εργαζομένων (σσ. 202-205, 346-348 και 387-390 – βλέπε και Μπάτσης, [1945] 2000, σελ. 3).


2. Η κύρια τεχνολογική αντίθεση και η επίλυσή της
Η κύρια τεχνολογική αντίθεση του συστήματος επιλύεται με τον σοσιαλιστικό σχεδιασμό και εκβιομηχάνιση, οι οποίες δίνουν προτεραιότητα στην ανάπτυξη της βαρειάς βιομηχανίας. Διότι επιφέρουν θεμελιώδη μεταβολή στην τεχνική βάση του οικονομικού συστήματος, υπό την έννοια ότι καθιστούν εφικτή την ταυτόχρονη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και της παραγωγικότητας του κεφαλαίου (ή, τουλάχιστον, την αύξηση της πρώτης χωρίς τη μείωση της δεύτερης). Έτσι, αναιρείται η θεμελιώδης προϋπόθεση της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, και το σύστημα οδηγείται σε τροχιές μεγέθυνσης, οι οποίες δεν δεσμεύονται από αυτήν την τάση.


Αν και δεν φαίνεται ότι ο Μπάτσης έχει πλήρως κατανοήσει (ή «απομονώσει») την ειδική συνθήκη της πτώσης του ποσοστού κέρδους (δηλαδή, ότι είναι η μείωση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου, και όχι, γενικά, η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου), είναι σαφές ότι αντιλαμβάνεται τη δημιουργία της σοσιαλιστικής βαρειάς βιομηχανίας ως μη κεφαλαιοκρατική τεχνολογική μεταβολή, δηλαδή μετάβαση σε ένα νέο «φάσμα» τεχνικών παραγωγής, οι οποίες χαρακτηρίζονται από όλο και υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας και κεφαλαίου (κυρίως, σσ. 206-212, 338-339 και 360-361).

3. Ο τρόπος επίλυσης
Ο τρόπος με τον οποίο συντελείται η δημιουργία της νέας τεχνικής βάσης ορίζεται από το σοβιετικό υπόδειγμα κεντρικού σχεδιασμού του ηλεκτρολόγου μηχανικού Grigorii Alexandrovich Fel’dman (1928), το οποίο ο Μπάτσης επιχειρεί να εξειδικεύσει για την ελληνική οικονομία. Εκτενή τμήματα του βιβλίου του δεν πραγματεύονται παρά αυτήν ακριβώς την εξειδίκευση, προσφέροντας πολύ μεγάλο όγκο εμπειρικού υλικού και υπολογισμών (μηχανολογικών και οικονομολογικών).

Το υπόδειγμα Fel’dman συλλαμβάνει τη σημασία της ανάπτυξης του τομέα παραγωγής μέσων παραγωγής, ως αναγκαία προϋπόθεση ή βάση ανάπτυξης του σύνολου οικονομικού συστήματος και, ταυτοχρόνως, προτείνει την υλοποίησή της μέσω κεντρικού σχεδιασμού. Ειδικότερα, αφού πρώτα εντοπίσει εκείνη τη συνθήκη, η οποία εγγυάται την αναλογική και ισόρροπη μεγέθυνση του συστήματος (συνθήκη γνωστή και ως «πρώτο θεώρημα του Fel’dman»), εν συνεχεία αποδεικνύει ότι η επισώρευση ενός διαχρονικά αυξανόμενου τμήματος του καθαρού προϊόντος του τομέα παραγωγής στον εαυτό του οδηγεί το σύστημα σε (i) διαδικασία επιταχυνόμενης μεγέθυνσης, (ii) ισχυρή (μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα) αύξηση της κατανάλωσης, και (iii) δυνατότητα ταυτόχρονης αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και του κεφαλαίου.[1]


Ο Μπάτσης, αν και δεν αναφέρεται ποτέ στο «υπόδειγμα του Fel’dman», έχει μελετήσει εκτενώς τη μη «τεχνική» (από άποψη αναλυτικών-μαθηματικών υποδειγμάτων) σοβιετική βιβλιογραφία και έχει κατανοήσει τη λειτουργία, τους στόχους και τα πορίσματα των αντιστοίχων (επιμέρους και γενικών) υποδειγμάτων σχεδιασμού, τα οποία εφαρμόστηκαν στην πράξη. Μία σύνθεση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το βιβλίο του είναι η εξής: «[Η] δημιουργία ισχυρής βιομηχανίας ύστερα από τη συσσώρευση δυνάμεων και μέσων είναι ο βασικός μοχλός που πρέπει να κινηθεί για να αποκτήσουμε την τεχνικοοικονομική εκείνη βάση που πάνω σ’ αυτή θα στηριχθεί η πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής σχεδιασμένης οικονομίας. […] [Τα πεντάχρονα σχέδια] αποτελούν στην ιστορία το πρώτο μεγαλόπρεπο παράδειγμα που η ανθρώπινη κοινωνία όχι μόνο καθόρισε ολοκληρωμένα και συνειδητά τους σκοπούς και τα μέσα της δράσης του κοινωνικού συνόλου και του κάθε μέλους της, αλλά και πραγματοποίησε με επιστημονική ακρίβεια τους σκοπούς αυτούς (σελ. 228). […] Η ανάπτυξη της σοσιαλιστικής βιομηχανίας έχει για αποτέλεσμα να αλλάξει η σύνθεση του εθνικού εισοδήματος.

[…] Την αλλαγή στη σύνθεση του εθνικού εισοδήματος πρέπει να την εξετάζουμε σε συσχετισμό με το ποσοστό της αύξησης του εθνικού εισοδήματος στο σύνολό του. Επίσης πρέπει να την εξετάζουμε σε συσχετισμό με το ύψος όπου φτάνει το ποσοστό της συσσώρευσης. Και ξέρουμε πως, στο διάστημα των σταλινικών πεντάχρονων, ο ρυθμός στην αύξηση του ποσοστού αυτού ξεπέρασε και το μεγαλύτερο που πραγματοποιήθηκε στις καπιταλιστικές χώρες στο μεσοπόλεμο. […] [Ακόμα] βλέπουμε να πλαταίνει ολοένα ο σοσιαλιστικός τομέας και αντίθετα να μικραίνει ο ιδιωτικός τομέας. Στην ΕΣΣΔ, έπειτα από το πρώτο σταλινικό πεντάχρονο, είδαμε τον ιδιωτικό τομέα να εξαφανίζεται σχεδόν, να μην έχει πια υπολογίσιμη οικονομική δύναμη. Το κοινωνικό αποτέλεσμα στην περίοδο αυτή είναι πως επικρατούν οι σοσιαλιστικές παραγωγικές σχέσεις στην οικονομία. Και επικρατούν έπειτα από αδιάκοπη διαλεχτική εξέλιξη και όχι μηχανικά και «απ’ τα πάνω», όπως το βλέπανε οι κάθε λογής «αντιπολιτευόμενοι» στην ΕΣΣΔ (σσ. 230-231).

[…] [Μ]έσα στις σοσιαλιστικές συνθήκες το κοινωνικό εισόδημα που παράγεται μπορεί να μεγαλώνει παράλληλα με την αύξηση των αναγκών του κοινωνικού συνόλου και με τις δοσμένες τεχνικές δυνατότητες της κοινωνίας. Καμία αντίφαση ή αντίθεση ανάμεσα στην επέκταση της παραγωγής και στην επέκταση του καταναλωτικού πεδίου του κοινωνικού συνόλου. Οι μόνοι παράγοντες (δεν μπορούμε βέβαια να τους θεωρήσουμε «τελικά όρια») που ρυθμίζουν το βαθμό της βιομηχανικής ανάπτυξης είναι οι τεχνικές δυνατότητες και ο βαθμός της οικονομικής συσσώρευσης και της ειδικευμένης εργασίας.

Και οι παράγοντες όμως αυτοί εξασφαλίζονται πάλι με την αδιάκοπη και αδέσμευτη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αγνοούν […] [ότι] η χωρίς αντιθέσεις ανάπτυξη και επέκταση της βιομηχανικής παραγωγής δε συναντάει «τελικά όρια» στις ανάγκες σε βιομηχανικά προϊόντα, γιατί απλούστατα και οι ανάγκες αυτές εξελίσσονται και μεγαλώνουν παράλληλα. Αγνοούν πως ο δημοκρατικός μετασχηματισμός στην οικονομία μας θα σπάσει τα εμπόδια των «τελικών ορίων». Τα αγνοούν όλα αυτά, όπως αγνοούν και τους πραγματικούς νόμους που διέπουν την καπιταλιστική οικονομία και τις ενδογενείς της αντιθέσεις. Κι όμως θέλουν να ονομάζονται και να θεωρούνται σοσιαλιστές και «αντικειμενικοί» επιστήμονες και οικονομολόγοι [αναφέρεται στους Π. Κουβέλη, Ξ. Ζολώτα κ.ά., οι οποίοι υποστήριζαν ότι υπάρχει τελικό όριο στην ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας το οποίο καθορίζεται από το βαθμό των προπολεμικών αναγκών της οικονομίας σε βιομηχανικά προϊόντα ή, γενικότερα, από τη «φυσική στενότητα της ελληνικής εσωτερικής αγοράς» – Θ. Μ.] (σσ. 392-393). […] Το ζήτημα είναι πώς θα αυξήσουμε την ατομική απόδοση της εργασίας και το ζήτημα τούτο θα λυθεί μέσα στο δρόμο της ανάπτυξης και της προόδου της οικονομικής μας ζωής. Η πείρα από τη σοσιαλιστική οικονομία στη Σοβιετική Ένωση μας έδειξε πως η σοσιαλιστική συσσώρευση πραγματοποιήθηκε με την ολοένα διευρυνόμενη αναπαραγωγή των κλάδων που θεμελιώθηκαν σε ανώτερη τεχνική βάση και με την παράλληλη ανύψωση του επιπέδου ζωής και πολιτισμού των δουλευτών. Για την εξασφάλιση των προϋποθέσεων, για την ανάπτυξη σε μία τέτοια βάση προχωρεί η οικονομία και στις λαϊκές δημοκρατικές χώρες της Ευρώπης. Αυτές είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να σφυρηλατηθούν και θα σφυρηλατηθούν στην οικονομία της Λαϊκής Δημοκρατίας. (σσ. 450-451)».


4. Εξάρτηση και απεξάρτηση
Η ελληνική οικονομία, η οποία ορίζεται ως «οικονομία χώρας με μέσο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, δηλαδή χώρας που δεν έχει τελειώσει τον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό της» (σελ. 194), δεν αντιμετωπίζει μόνον το προαναφερθέν σύνολο προβλημάτων αλλά και το ζήτημα της «ιμπεριαλιστικής εξάρτησης». Στο τελευταίο ζήτημα αντιστοιχεί διακριτό σύνολο, οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων, το οποίο διαπλέκεται με το πρώτο, και, μάλιστα, κατά τρόπο εξαιρετικά σύνθετο, με συνέπεια να εμποδίζεται «η ανάπτυξη των εσωτερικών δυνατοτήτων της χώρας, η αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών της πόρων και ο σχηματισμός, με την πλατειά συσσώρευση, μίας γερής εσωτερικής αγοράς.» (σελ. 194).

Η σχετική θεωρητική ανάλυση του Μπάτση αποτελεί συνδυασμό του «νόμου της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης» του Lenin, για τον μονοπωλιακό καπιταλισμό-ιμπεριαλισμό (βλέπε και Στάλιν, 1924, σσ. 3-5, 21-25 και 58-67), και μίας θεωρίας περί «μητροπόλεων ή πιστωτριών, γενικά, χωρών και αποικιακών ή μισοαποικιακών ή εξαρτημένων, γενικά, χωρών». Είναι αρκετά εντυπωσιακό ότι πρόκειται για το ίδιο, κατά βάση, «σχήμα» που εκθέτει, δύο δεκαετίες αργότερα, ο φημισμένος μαρξιστής, πολωνός οικονομολόγος Oscar Lange ([1963] 1974), σε μία διάλεξή του στην Κεντρική Τράπεζα της Αιγύπτου, το 1963 (προφανώς, και ο τόπος και ο χρόνος αυτής της διάλεξης έχουν την ιδιαίτερη σημασία τους).


5. Λαϊκή Δημοκρατία και Σοσιαλιστική Δημοκρατία
Σε απόλυτη συνοχή με τις – τότε – αναλύσεις και θέσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας, ο Μπάτσης διευκρινίζει ότι ο καταρχάς προτεινόμενος, από αυτόν, οικονομικός σχεδιασμός δεν ταυτίζεται με τον σοσιαλιστικό σχεδιασμό:[2] «Η σχεδιασμένη οικονομική δράση την περίοδο της ανασυγκρότησης, χωρίς να παύει να έχει την απώτερη προοπτική της σοσιαλιστικής οικονομίας, είναι όμως κάτι διαφορετικό από αυτήν για πολιτικοοικονομικούς και τεχνικοοικονομικούς λόγους (σελ. 213). […] Πρέπει λοιπόν να έχουμε δημιουργήσει την απαραίτητη τεχνικοοικονομική βάση που επιτρέπει να μετατραπούν παράλληλα οι σχέσεις στην παραγωγή από αστικές που ήταν σε σοσιαλιστικές. Και για να δημιουργήσουμε μία τέτοια τεχνική βάση στην αγροτική οικονομία και στη βιομηχανία, πρέπει να εκβιομηχανίσουμε σε μεγάλη κλίμακα τη χώρα, πρέπει με άλλα λόγια να δημιουργήσουμε ενεργειακή βάση, βαρειά βιομηχανία, μεταλλουργία, μηχανουργία και χημική βιομηχανία, και συγκοινωνίες. Υπάρχουν όλα αυτά σήμερα; Όχι. Θα ήταν λοιπόν ανεδαφικό, αν υποστηρίζαμε πως σε μία οικονομία που δεν δημιούργησε ακόμα τις προϋποθέσεις για την τεχνική της ανοικοδόμηση σε ανώτερη βάση μπορεί να οργανωθεί άμεσα, όπως μία σχεδιασμένη σοσιαλιστική οικονομία. Η εσωτερική πάλι οργανική ανάπτυξη της οικονομίας και των παραγωγικών της δυνάμεων χρειάζεται σαν προϋπόθεση, όπως λέει ο Ν. Ζαχαριάδης: «να καταργηθούν πρώτα τα δεσμά που τις δεσμεύουν, δηλαδή πριν από όλα τ’ άλλα, οι μισοφεδουαρχικές σχέσεις στο χωριό και η εξάρτηση της χώρας από το ξένο κεφάλαιο. Δηλαδή πριν από όλα να ολοκληρωθεί ο εθνικοδημοκρατικός μετασχηματισμός».


6. Βιωσιμότητα
Κατά τον Μπάτση, «το πρόβλημα της βιωσιμότητας δεν είναι κανένα μεταφυσικό ή φυσικογεωγραφικό πρόβλημα στη βάση του, παρά ένα συγκεκριμένο κοινωνικοοικονομικό πρόβλημα που η λύση του σημαίνει: ν’ αντικαταστήσουμε τις παλιές παραγωγικές σχέσεις, που κρατούν σε καθυστέρηση τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, με τις καινούργιες παραγωγικές σχέσεις, που θα ανοίξουν το δρόμο στην αδέσμευτη ανάπτυξη του παραγωγικού δυναμικού και της οικονομίας της χώρας. Και η πορεία για την ανέλιξη της οικονομίας μέσα σε ανώτερης μορφής κοινωνικό πλαίσιο αρχίζει για την Ελλάδα με τη λαϊκή δημοκρατία. Αυτοί που αρνιούνται τη βασική αυτή αλήθεια και προσπαθούν να την κρύψουν από το λαό με μεγαλόστομες φράσεις, είναι οι ψευτοσοσιαλιστές που κυκλοφορούν στην αγορά της ελληνικής «ντιλετάντικης» διανόησης, τόσο από τα δεξιά όσο και από «τ’ αριστερά». Σε καμία όμως περίσταση δεν πρέπει να τους αφήσουμε να βλάπτουν τον λαό χρησιμοποιώντας μία τέτοια απατηλή μάσκα.» (σελ. 232). Ασκώντας, λοιπόν, κριτική σε διάφορες – αφετηριακά ετερογενείς αλλά καταληκτικά συγκλίνουσες – αναλύσεις, οι οποίες αρνούνται τη δυνατότητα εκβιομηχάνισης της ελληνικής οικονομίας, υπογραμμίζει ότι αυτές είναι άστοχες, καταρχάς διότι στηρίζονται σε διατομεακές συγκρίσεις της χρηματικής αξίας των αντιστοίχων καθαρών προϊόντων (κυρίως, του βιομηχανικού τομέα με του αγροτικού τομέα).

Υποστηρίζει δε ότι οι εν λόγω συγκρίσεις δεν πρέπει να γίνονται ούτε καν σε όρους της παραγωγικότητας της εργασίας αλλά σε όρους του ποσοστού υπεραξίας (ή του λόγου κερδών-μισθών, εμπειρικά), το οποίο εξαρτάται θετικά από την παραγωγικότητα της εργασίας και αρνητικά από το ύψος του πραγματικού ωρομισθίου, και σε συνδυασμό, μάλιστα, με συγκρίσεις των αντιστοίχων, τομεακών οργανικών συνθέσεων του κεφαλαίου (ή των λόγων χρησιμοποιούμενου αποθέματος κεφαλαίου-μισθών, εμπειρικά), οι οποίες αντανακλούν (και) τις τομεακές τεχνικές συνθέσεις του κεφαλαίου (ή τις εντάσεις του κεφαλαίου, εμπειρικά). Σύμφωνα με εμπειρικές εκτιμήσεις του, αυτές οι πιο αντιπροσωπευτικές συγκρίσεις δείχνουν, χωρίς αμφιβολία, ότι η εκβιομηχάνιση είναι όχι μόνον δυνατή αλλά συνιστά και το «κλειδί» για την αύξηση της παραγωγικότητας (και του ωρομισθίου) στους τεχνολογικά καθυστερημένους τομείς, όπως ο αγροτικός, όπου ο λόγος κερδών-μισθών είναι πολύ υψηλός, όχι λόγω υψηλής παραγωγικότητας της εργασίας αλλά λόγω πολύ χαμηλού ωρομισθίου (σσ. 343-372 και 404-451). Τέλος, επισημάνει, στο πλαίσιο της ίδιας αντιπαράθεσης, ότι οι υποστηρικτές της αντίθετης άποψης δεν έχουν καθόλου κατανοήσει τη δυναμική που θέτει σε κίνηση η εντατική επισώρευση κεφαλαίου στον τομέα παραγωγής μέσων παραγωγής, αλλά αρκούνται σε ποσοτικές εκτιμήσεις οι οποίες – ακόμα και αν ήταν βάσιμες – είναι στατικές, δηλαδή προϋποθέτουν, άρρητα ή ρητά, δεδομένη τη διάρθρωση και το παραγωγικό και καταναλωτικό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας.[3]


7. Δυναμικό και χρηματοδότηση
Σε πλήρη αντιστοιχία με την οικονομική λογική που υπαγορεύεται από το υπόδειγμα Fel’dman, o Μπάτσης διακρίνει μεταξύ (i) δυναμικού της οικονομίας (προϊόν του τομέα παραγωγής μέσων παραγωγής), και (ii) χρηματοδότησης (χρηματική αξία αποταμιεύσεων), όσον αφορά στην εκτέλεση του σχεδίου εκβιομηχάνισης: «Το οικονομικό δυναμικό δείχνει τις δυνατότητες αποθέματος και συσσώρευσης οικονομικών μέσων, που έχει μία δοσμένη οικονομία από την εσωτερική οργανική της ανάπτυξη, μέσα σε μία καθορισμένη χρονική περίοδο. Από το βαθμό της συσσώρευσης και το μέγεθος του αποθέματος των οικονομικών μέσων εξαρτάται και ο βαθμός της δυνατότητας που έχει η οικονομία αυτή για καινούργιες παραγωγικές τοποθετήσεις. […] Χρηματοδότηση ή ικανότητα χρηματοδότησης για την εκτέλεση ενός παραγωγικού σχεδίου σημαίνει η εξασφάλιση των, ποσοτικά, απαραίτητων διαθέσιμων κεφαλαίων, σε ρευστή ή γενικότερα άμεσα καταναλώσιμη μορφή, για την προμήθεια των απαραιτήτων οικονομικών μέσων και την πληρωμή της εργασίας. […] Έτσι η δυνατότητα χρηματοδότησης βλέπουμε πώς είναι έννοια πολύ στενότερη από την έννοια του οικονομικού δυναμικού, γιατί, ενώ η δεύτερη αφορά τη δυνατότητα για τη δημιουργία διαθεσίμων κεφαλαίων, η πρώτη περιορίζεται στην ταμειακή, θα λέγαμε, ευχέρεια για την άμεση χρησιμοποίηση των διαθεσίμων κεφαλαίων σε μία δοσμένη περίοδο.» (σελ. 461 – πρόσθετη έμφαση).

Παρουσιάζοντας με αυστηρότητα όλες τις προϋποθέσεις και απλοποιήσεις των υπολογισμών του, ο Μπάτσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το «κύκλωμα δυναμικού-χρηματοδότησης» μπορεί πράγματι να «κλείσει» στο ύψος των 11 δισ. δρχ., ή στο 18.5%, περίπου, του εθνικού εισοδήματος, το οποίο επαρκεί για την εκτέλεση του σχεδίου της εκβιομηχάνισης. Τονίζει δε ότι, σε κάθε περίπτωση, το δυναμικό δεν είναι της τάξης του 1.9% του εθνικού εισοδήματος, όπως υποστηρίζουν όσοι αρνούνται τη δυνατότητα δημιουργίας βαρειάς βιομηχανίας, ενώ στο ποσοστό της τάξης του 18.5% θα πρέπει να συνυπολογιστούν τα διαθέσιμα κεφάλαια που θα προκύψουν από την αύξηση του γεωργικού εισοδήματος, από τους νέους κλάδους της βαρειάς βιομηχανίας και από την ανάπτυξη της ελαφράς βιομηχανίας, των μεταφορών και της αλιείας. Άρα, «[ο]ι δυνατότητες συσσώρευσης οικονομικών μέσων από την παραγωγική ανάπτυξη σε όλους τους τομείς της οικονομίας για την πραγματοποίηση του οικονομικού σχεδίου παρουσιάζονται σημαντικές.» (σελ. 480).


ΙΙΙ. Κριτικές Παρατηρήσεις


1. Οικονομικές κρίσεις
Σύμφωνα με ό,τι είναι γνωστό, έως σήμερα, θα πρέπει να θεωρείται ότι ο – λεγόμενος – «ύστερος» κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής δεν διέπεται από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, χωρίς αυτό να συνεπάγεται, προφανώς, ότι το ισχύον μέσο ποσοστό κέρδους δεν μειώνεται ποτέ, διότι, για παράδειγμα, μπορεί να μειωθεί (και έχει όντως μειωθεί, σε διάφορες περιόδους) συνεπεία μείωσης του λόγου κερδών-μισθών ή/και μείωσης του βαθμού απασχόλησης του επενδεδυμένου κεφαλαίου (αναλυτικά, βλέπε Μαριόλης, 2006, κεφ. 4-5, και, 2010, Δοκίμιο 10, και την εκεί παρατιθέμενη βιβλιογραφία). Η δυνατότητα μη μείωσης της παραγωγικότητας του κεφαλαίου στον μετά το 1910 ανεπτυγμένο κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής δεν θίγει, βέβαια την υπόλοιπη ανάλυση του Μπάτση, αλλά δηλώνει, αντιθέτως, ότι ο νέος, σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής δεν θα έχει να αντιμετωπίσει (και) αυτό το πρόβλημα ή, αλλιώς, ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής θα του προσφέρει μία ευνοϊκότερη, από αυτήν την άποψη, τεχνική βάση.[4] Ας σημειωθεί, τέλος, ότι και η θέση του περί «κρίσεων υπερσυσσώρευσης» θα πρέπει κριθεί ως «μονοδιάστατη», αλλά αυτό μόνον υπό το φως των νεότερων επιστημονικών δεδομένων και χωρίς να θίγεται η υπόλοιπη ανάλυσή του (βλέπε Bhaduri and Marglin, 1990, Kurz,1990, Μαριόλης, 2011, Δοκίμιο 3, και Mariolis, 2013).


2. Βιωσιμότητα και σχεδιασμός
Όπως γνωρίζουμε, η σύγχρονη οικονομική επιστήμη έχει κατορθώσει να ορίσει τη «βιωσιμότητα» και, κατ’ επέκταση, την «κερδοφορία» με αυστηρό τρόπο (βλέπε π.χ. Bródy, 1970, και Kurz and Salvadori, 1995). Επομένως, ορισμένα από τα κεντρικά ζητήματα που απασχόλησαν τον Μπάτση (και ιδίως όλα αυτά που αφορούν στην κατάστρωση και υπολογισμό του σχεδίου, από οικονομολογική άποψη) είναι δυνατόν να τεθούν και να διερευνηθούν, συνεκτικά και πλήρως, μόνον βάσει της «ανάλυσης εισροών-εκροών» και των – επακόλουθων – θεωριών περί «διατομεακών συνδέσεων» και «κατανομής και μεγέθυνσης του εισοδήματος», οι οποίες, ωστόσο, δεν μπορούν να θεωρηθούν ανεπτυγμένες στην εποχή του. Αλλά και να ήταν ανεπτυγμένες, η εμπειρική εφαρμογή τους θα απαιτούσε ισχυρές υπολογιστικές μηχανές, οι οποίες δεν ήταν διαθέσιμες.


3. Εξωτερικός πλούτος και εσωτερική συσσώρευση
Θα πρέπει να αποσαφηνιστεί μία άποψη του Μπάτση, η οποία τείνει, από ό,τι φαίνεται, σε αυτήν ορισμένων άλλων, μεταγενέστερων «θεωριών εξάρτησης», και μάλλον περισσότερο σε αυτήν περί «(επαν-)ιδιοποίησης του υπερπροϊόντος-πλεονάσματος» του Baran (1957). Πρόκειται, βασικά, για την ακόλουθη: «Η συσσώρευση και η αποταμίευση που πραγματοποιεί το ξένο κεφάλαιο δεν γίνεται μέσα στην ελληνική οικονομία, παρά έξω απ’ αυτή [δηλαδή, στον κύκλο της ξένης αγοράς]. […] Έτσι ενώ η ελληνική οικονομία γίνεται η πηγή κεφαλαίων, όμως μόλις παραχθούν τα χάνει από τα χέρια της και [ματαιώνεται] η ανάπτυξη του οικονομικού της δυναμικού» (σελ. 186 – βλέπε, επίσης, Μπάτσης, [1948] 2000, καθώς και Porter, 2010, σσ. 144, 195, και 267-269). Η διερεύνηση μπορεί να δείξει ότι αυτή η άποψη είναι ελεγχόμενη, υπό την έννοια ότι η αγορά περιουσιακών στοιχείων στην αλλοδαπή δεν συνεπάγεται κατανάγκην τη μείωση του ρυθμού επισώρευσης του κεφαλαίου στην ημεδαπή, εάν λάβει χώρα αύξηση της ροπής προς αποταμίευση από τα κέρδη. Και αυτή η ένσταση κάθε άλλο παρά εξασθενεί όταν συνυπολογίζεται η απόδοση του καθαρού εξωτερικού πλούτου (βλέπε Μαριόλης, 2000, σσ. 192-194, και, 2011, σσ. 83-84).


4. Εκβιομηχάνιση και απεξάρτηση
Είναι αλήθεια ότι ο Μπάτσης δεν εξηγεί αναλυτικά τον οικονομικό μηχανισμό δια του οποίου η δημιουργία βαρειάς βιομηχανίας καθίσταται αναγκαία συνθήκη απεξάρτησης, αλλά η σύγχρονη οικονομική επιστήμη κάθε άλλο παρά αρνείται την ύπαρξή του. Ως γνωστόν, σήμερα το ζήτημα μπορεί να αναλυθεί μέσω των «υποδειγμάτων κυκλικής και σωρευτικής αιτιότητας», τα οποία αναπτύχθηκαν, κατά πρώτον, από τους Myrdal και Kaldor, ενώ βρήκαν την ολοκληρωμένη τους μορφή με τις επεξεργασίες των Dixon και Thirlwall (βλέπε Thirlwall, 1979, 2011, Dixon, and Thirlwall, 1975).

ΙV. Συμπέρασμα
Ο θεωρητικός πυρήνας της συμβολής του Μπάτση αποτελεί ένα καλώς ορισμένο σύστημα εμβάθυνσης, εξειδίκευσης και εφαρμογής, στην περίπτωση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, μαρξι(στι)κών θεωριών περί κρίσεων, εξάρτησης και σχεδιασμού της εκβιομηχάνισης και της ανάπτυξης. Αυτή η συμβολή δεν εκκινεί από αφηρημένες προθέσεις ή ιδέες, ακόμα και από αυτές περί σοσιαλισμού ή κομμουνισμού, αλλά από τις συγκεκριμένες αντιθέσεις της υλικής αναπαραγωγής του συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού.

Βάσει λεπτομερέστερων στατιστικών δεδομένων και σύγχρονων μεθόδων, μηχανικοί και οικονομολόγοι δύνανται να ελέγξουν την ακρίβεια και τη συνοχή των εμπειρικών υπολογισμών και των αντιστοίχων προβλέψεων του Μπάτση. Παράλληλα, ιστορικοί δύνανται να εξετάσ(ζ)ουν κατά πόσον η βιομηχανική και, γενικά, η οικονομική πολιτική που όντως ακολουθήθηκε, με την όποια αρχική ώθηση έδωσε το Σχέδιο Μάρσαλ (ζήτημα για το οποία δεν υπάρχει ομοφωνία, μεταξύ των ειδικών), πρώτον, ενσωμάτωσε-αφομοίωσε επιμέρους τμήματα των προτάσεων του Μπάτση, δεύτερον, πέτυχε τους διακηρυγμένους στόχους της, και, τρίτον, είχε πραγματοποιηθέντα αποτελέσματα ασύμμετρα ή μη με αυτά των υπαρκτών ευρωπαϊκών Λαϊκών Δημοκρατιών. Ωστόσο, κάθε τελική κρίση οφείλει να συνυπολογίσει τα δεδομένα (θεωρητικά και εμπειρικά – ελληνικά και διεθνή) εκείνης της εποχής. Περισσότερο σημαντικός είναι, κατά την άποψή μου, ο περιορισμός της έρευνας στα σημερινά, επείγοντα και δυσεπίλυτα προβλήματα της πατρίδας μας. Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση οφείλει να αναλογιστεί κανείς εξαρχής πόσο επίκαιρη είναι η ακόλουθη επισήμανση του Μπάτση (σελ. 485): «Πού οδηγούν λοιπόν, τα σχέδια αυτά; Καταλήγουν άλλο λιγότερο, άλλο περισσότερο στη διαπίστωση της ανάγκης να εξευρεθούν τα κεφάλαια που λείπουν, από τον εξωτερικό δανεισμό. Ο δανεισμός αυτός παίρνει διάφορες, φυσικά, μορφές και προβλέπεται κάτω από διαφορετικούς για κάθε σχέδιο όρους, για τον έλεγχο και τη διαχείριση των κεφαλαίων αυτών, όσο και για τη μορφή της τοποθέτησής τους. Οι όροι της παροχής, η μορφή της παροχής και ο έλεγχος για τη διαχείριση των κεφαλαίων αυτών συνομολογούνται με προνομιακά δικαιώματα επέμβασης, κηδεμονίας και ελέγχου σ’ ολόκληρη την ελληνική οικονομία και στην κρατική διοίκηση, ή με προνόμια, μονοπωλιακά προκειμένου για τοποθετήσεις ξένων ιδιωτικών κεφαλαίων. Δε γίνεται, δηλαδή, διαπραγμάτευση για το δανεισμό των κεφαλαίων με όρους που να περιορίζονται στην οικονομική εξυπηρέτηση των κεφαλαίων, αλλά γίνεται αποδεκτή μία μονόπλευρη υπαγόρευση όρων όχι μόνο για ό,τι αφορά τα κεφάλαια που ζητούνται, αλλά για ολόκληρο το σχέδιο ανασυγκρότησης και αξιοποίησης. […] Η όλη υπόθεση της ανασυγκρότησης από ζήτημα ανάπτυξης οργανικής της οικονομίας, από ζήτημα του ελληνικού λαού, γίνεται μία δανειακή επιχείρηση που τα πολιτικά και οικονομικά της αποτελέσματα οδηγούν στην εθνική και οικονομική υποτέλεια.».

Σημειώσεις
[1]. Τρεις δεκαετίες αργότερα, ο λαμπρός στατιστικός Prasanta Chandra Mahalanobis (1953, 1955) συγκρότησε, χωρίς καμία γνώση της συμβολής του Fel’dman, το ίδιο, στην ουσία, υπόδειγμα, το οποίο αποτέλεσε τη βάση του 2ου Σχεδίου Ανάπτυξης (1955-1960) της ινδικής οικονομίας. Για μία αναλυτική παρουσίαση του υποδείγματος Fel’dman-Mahalanobis, βλέπε Μαριόλης (2013), ενώ από άποψη οικονομικής πολιτικής, ειδικά, η πληρέστερη ελληνόγλωσση παρουσίασή του βρίσκεται στο Προδρομίδης (1973, σσ. 81-92)
[2]. Η αναλυτικά σχολιασμένη, χρονολογικά και πραγματολογικά, έκδοση των γραπτών του Νίκου Ζαχαριάδη (2011), τότε Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας, από τον Γιώργο Πετρόπουλο, μας επιτρέπει να ελέγξουμε την εν λόγω συνοχή, η οποία έχει αμφισβητηθεί από ορισμένους μελετητές (βλέπε, για παράδειγμα, Μελετόπουλος, 2005-6, ο οποίος επεκτείνεται και σε διάφορες μεθερμηνείες). Έτσι, οδηγούμαστε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν μόνον σχέσεις απόλυτης συνοχής αλλά, για την ακρίβεια, ανάδρασης (βλέπε, κυρίως, Ζαχαριάδης, 1945α, 1945β, σσ. 94, 105-116, 1945γ, σσ. 223-226, 239-244 και 249-270, 1945δ, σσ. 284-288 και 295-297).
[3]. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η κριτική, περί μη κατανόησης (ή άγνοιας) της υποκείμενης δυναμικής, επεκτείνεται και σε ορισμένους άλλους, παλαιότερους και νεότερους, οικονομικούς ή/και πολιτικούς σχολιαστές του έργου του Μπάτση (αλλά και γενικά των σχετικών άρθρων που δημοσιεύτηκαν στον Ανταίο), οι οποίοι διατείνονται, ως οιονεί-προφανές, ότι η επιχειρηματολογία του μάλλον συνίσταται σε εικασίες και μελλοντολογίες, εάν όχι σε ασυναρτησίες (βλέπε π.χ. Στίνας, 1985, σελ. 450 – ενώ για μία πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή, χωρίς αναφορές στον Μπάτση αλλά στην εμπειρία του εθνικο-επαναστατικού, λαϊκοδημοκρατικού και σοσιαλιστικού σχεδιασμού, βλέπε Καστοριάδης, [1974] 1984). Ουσιαστικά, κάθε παρανόηση του έργου του Μπάτση ανάγεται, άμεσα ή έμμεσα, στην παραγνώριση του υποδείγματος Fel’dman, ενώ φέρεται είτε από οικονομολόγους που εμμένουν στην κυρίαρχη, νεοκλασική θεωρία ή από σχολιαστές με – λεγόμενες – «τροτσκιστικές» καταβολές.
[4]. Πάντως, από τα ευρήματα των Kollintzas et al. (2012, p. 26), σχετικά με τον ρυθμό μεταβολής της λεγόμενης «συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής», συνάγεται ότι στην ελληνική οικονομία (1975-2010) μάλλον δεν αντιστοιχεί ισχυρή δυνατότητα ταυτόχρονης αύξησης των δύο παραγωγικοτήτων (κάτι που μπορεί να συναχθεί και από παλαιότερες, αντίστοιχες μελέτες).

Αναφορές
Ελληνόγλωσσες
Ζαχαριάδης, Ν. (1945α) Μόνο μία Λαϊκή Δημοκρατία με την υποστήριξη του λαού θα λύσει τα κοινωνικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα, στο: Ν. Ζαχαριάδης (2011) Ιστορικά Διλήμματα, Ιστορικές Απαντήσεις. Άπαντα τα Δημοσιευμένα 1940-1945, Έρευνα-Ιστορική Επιμέλεια: Γιώργος Πετρόπουλος, Αθήνα, Καστανιώτης.
Ζαχαριάδης, Ν. (1945β) Εισήγηση στη 12η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ (25-6-1945), στο: Ν. Ζαχαριάδης (2011) Ιστορικά Διλήμματα, Ιστορικές Απαντήσεις. Άπαντα τα Δημοσιευμένα 1940-1945, Έρευνα-Ιστορική Επιμέλεια: Γιώργος Πετρόπουλος, Αθήνα, Καστανιώτης.
Ζαχαριάδης, Ν. (1945γ) Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα και τα προβλήματα της Λαϊκής Δημοκρατίας. Εισήγηση στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ (2-10-1945), στο: Ν. Ζαχαριάδης (2011) Ιστορικά Διλήμματα, Ιστορικές Απαντήσεις. Άπαντα τα Δημοσιευμένα 1944-1945, Έρευνα-Ιστορική Επιμέλεια: Γιώργος Πετρόπουλος, Αθήνα, Καστανιώτης.
Ζαχαριάδης, Ν. (1945δ) Τελικός Λόγος στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ (4-10-1945), στο: Ν. Ζαχαριάδης (2011) Ιστορικά Διλήμματα, Ιστορικές Απαντήσεις. Άπαντα τα Δημοσιευμένα 1944-1945, Έρευνα-Ιστορική Επιμέλεια: Γιώργος Πετρόπουλος, Αθήνα, Καστανιώτης.
Καστοριάδης, Κ. ([1974] 1984) Σκέψεις πάνω στην «ανάπτυξη» και την «ορθολογικότητα», στο: L. Bianco, J. M. Domenach, R. Dumont, K. Καστοριάδης, J. Minces, E. Moren, E. (1984) Υπάρχει Σοσιαλιστικό Μοντέλο Ανάπτυξης;, Αθήνα, Ύψιλον.
Lange, Ο. ([1963] 1974) Οικονομική Ανάπτυξη, Σχεδιασμός και Διεθνής Συνεργασία, στο: O. Lange (1974) Οικονομικός Σχεδιασμός και Πολιτικές Σχέσεις, Αθήνα, Κάλβος.
Μαριόλης, Θ. (2000) Το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών: ιδεολογήματα και πραγματικότητα, στο Θ. Μαριόλης και Γ. Σταμάτης (2000) Η Εντός ΟΝΕ Εποχή. Παγκοσμιοποίηση, ΟΝΕ, Δραχμή, Χρηματιστήριο, Αθήνα, Στάχυ.
Μαριόλης, Θ. (2006) Εισαγωγή στη Θεωρία των Ενδογενών Οικονομικών Διακυμάνσεων. Γραμμικοί και Μη Γραμμικοί Οικονομικοί Ταλαντωτές, Αθήνα, Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.
Μαριόλης, Θ. (2010) Δοκίμια στη Λογική Ιστορία της Πολιτικής Οικονομίας, Αθήνα, Matura.
Μαριόλης, Θ. (2013) Το υπόδειγμα κεντρικού σχεδιασμού Fel’dman-Mahalanobis, στο: Σχεδιασμένη Καθυπόταξη ή Σχεδιασμένη Ανάπτυξη; Μελέτες στο Έργο του Δημήτρη Μπάτση (υπό έκδοση).
Μελετόπουλος, Μ. Η. (2005-6) Δημήτρης Μπάτσης: Η αριστερή πρόταση για την οικονομική ανάπτυξη, Νέα Κοινωνιολογία, 42, σσ. 135-161.
Μπάτσης, Δ. ([1945] 2000) Το βασικό πρόβλημα της ανοικοδόμησης, στο: Ανταίος, Τόμος Α, 1945-1947, Αριθμός 1, 20 Μαΐου 1945, Αθήνα, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.
Μπάτσης, Δ. ([1947] 1977) Η Βαρειά Βιομηχανία στην Ελλάδα, 3η έκδοση, Αθήνα, Κέδρος.
Μπάτσης, Δ. ([1948] 2000) Ο προσανατολισμός της ελληνικής οικονομίας, Μέρος Β: Ο μαρασμός της εσωτερικής αγοράς, στο: Ανταίος, Τόμος Β, 1948-1951, τεύχος 4, Μάιος-Ιούλιος 1948, Αθήνα, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.
Προδρομίδης, Κ. Π. (1973) Οικονομική Πολιτική και Προγραμματισμός. Εισαγωγικά Μαθήματα, Αθήνα.
Porter, P. A. (2010) Ζητείται ένα Θαύμα για την Ελλάδα. Ημερολόγιο ενός Προεδρικού Απεσταλμένου, 20 Ιανουαρίου-27 Φεβρουαρίου 1947, Παρουσίαση-Εισαγωγή: Μιχάλης Μ. Ψαλιδόπουλος, Τεκμηρίωση-Επίμετρο: Σπύρος Α. Βρετός, Μεταφράσεις Κειμένων: Νερίνα Κιοσέογλου, Αθήνα, Το Βήμα.
Στάλιν, Ι. Β. (1924) Για τις βάσεις του λενινισμού, στο: Ι. Β. Στάλιν (χ.χ) Ζητήματα Λενινισμού, 11η έκδοση, Αθήνα.
Στίνας, Α. (1985) Αναμνήσεις, Αθήνα, Ύψιλον.

 Ξενόγλωσσες
Baran, P. A. (1957) The Political Economy of Growth, New York, Monthly Review Press (ελληνική έκδοση (1977): Αθήνα, Κάλβος).
Bhaduri, A. and Marglin S. (1990) Unemployment and the real wage rate: the economic basis for contesting political ideologies, Cambridge Journal of Economics, 14, pp. 375-393.
Bródy, A. (1970) Proportions, Prices and Planning. A Mathematical Restatement of the Labor Theory of Value, Amsterdam, North Holland.
Dixon, R. and Thirlwall, A. P. (1975) A model of regional growth-rate differences on Kaldorian lines, Oxford Economic Papers, 27, pp. 201-214.
Fel’dman, G. A. (1928) On the theory of growth rates of national income, in: N. Spulber (Ed.) (1964) Foundations of Soviet Strategy for Economic Growth: Selected Soviet Essays, 1924-1930, Bloomington, Indiana University Press.
Kollintzas, T., Papageorgiou, D. and Vassilatos, V. (2012) An explanation of the Greek crisis: “the insiders – outsiders society”.
http://www.aueb.gr/conferences/Crete2012/papers/papers%20senior/Vasilatos.pdf.
Kurz, H. D. (1990) Technical change, growth and distribution: a steady-state approach to ‘unsteady’ growth’, in: H. D. Kurz (1990) Capital, Distribution and Effective Demand. Studies in the ‘Classical’ Approach to Economic Theory, Cambridge, Polity Press.
Kurz, H. D. and Salvadori, N. (1995) Theory of Production. A Long-Period Analysis, Cambridge, Cambridge University Press.
Mahalanobis, P. C. (1953) Some observations on the process of growth of national income, Sankhyā, The Indian Journal of Statistics, 12, pp. 307-312.
Mahalanobis, P. C. (1955) The approach of operational research to planning in India, Sankhyā, The Indian Journal of Statistics, 16, pp. 3-130.
Mariolis, T. (2013) Goodwin’s growth cycle model with the Bhaduri-Marglin accumulation function, Evolutionary and Institutional Economics Review, 10, pp. 131-144.
Thirlwall, A. P. (1979) The balance of payments constraint as an explanation of international growth rate differences, Banca Nazionale del Lavoro Quarterly Review, 32, pp. 45-53.
Thirlwall, A. P. (2011) Balance of payments constrained growth models: history and overview, PSL Quarterly Review, 64, pp. 307-351.


Πηγή: PRAXIS



H περιπέτεια της (σύγχρονης) Γαλλικής φιλοσοφίας (5)

του Αλαίν Μπαντιού


Υπέρ και εναντίον του Φρόιντ
 
Παράλληλη με την επινόηση της νέας γραφής είναι η δημιουργία ενός νέου γνωστικού πεδίου μέσα στη φιλοσοφία και μαζί η αναδιάρθρωση του φιλοσοφικού πεδίου μάχης.

Το ορθολογικό, συνειδητοποιημένο υποκείμενο του Ντεκάρτ δεν είναι πια το υποκείμενο που ενδιαφέρει. Το σύγχρονο ανθρώπινο υποκείμενο είναι πιο σκοτεινό, πιο περίπλοκο από το καρτεσιανό μοντέλο, περισσότερο εμπλεκόμενο στη διαδικασία της παραγωγής ή της δημιουργίας, ένα υποκείμενο που κρύβει μέσα του πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις.

Η Γαλλική φιλοσοφία αναζητεί το όνομα αυτού του υποκειμένου και το στοχασμό πάνω σ’ αυτό. Το ότι ψυχανάλυση είναι ένας συνομιλητής σε αυτή τη διαδιακασία οφείλεται στο ότι η επινόηση του Φρόιντ ήταν, στην ουσία της, μια ακόμη πρόταση σχετική με αυτό το υποκείμενο.

Αυτό που ο Φρόιντ εισήγαγε με την ιδέα του ασυνείδητου ήταν η αντίληψη ενός ανθρώπινου υποκειμένου που ήταν κάτι περισσότερο από το συνειδητό – περιείχε το συνειδητό αλλά περιοριζόταν σ’ αυτό. Το «ασυνείδητο» ήταν θεμελιώδους σημασίας.

Έτσι, η σύγχρονη Γαλλική φιλοσοφία ενεπλάκη σε μια μακροχρόνια συζήτηση με την ψυχανάλυση. Η συζήτηση αυτή ήταν δραματική, περίπλοκη και αποκαλυπτική και για τα δυο ρεύματα σκέψης.

Πιο σημαντική ήταν η διαίρεση της Γαλλικής φιλοσοφίας, από τη μια μεριά σ’ αυτό που θα αποκαλούσα υπαρξιακό βιταλισμό με καταγωγή από τον Μπερξόν και κύριους εκπροσώπους τον Σαρτρ, τον Φουκώ και τον Ντελέζ και από την άλλη μεριά στον εννοιακό φορμαλισμό με καταγωγή από τον Μπρούνσβικ και κύριους εκπροσώπους τον Αλτουσέρ και τον Λακάν.

Εκεί που τα δυο ρεύματα σκέψης συναντιούνται είναι το ζήτημα του υποκειμένου, το οποίο, σε όρους Γαλλικής φιλοσοφίας, μπορεί τελικά να οριστεί ως το ον που θέτει αυτό το ερώτημα.

Κατά μια συγκεκριμένη έννοια το φροϋδικό ασυνείδητο καταλαμβάνει τον ίδιο χώρο. Είναι κάτι εξίσου ζωτικό και υπάρχον, που παράγει, που θέτει το ζήτημα της έννοιας του υποκειμένου. Πώς μπορεί μια ύπαρξη να θέση ένα ερώτημα, πως μπορεί να δημιουργηθεί κάτι έξω από το σώμα;

Εάν αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα, τότε μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η φιλοσοφία μπήκε σε έναν τόσο έντονο διάλογο με την ψυχανάλυση.

Και είναι φυσικό, όταν κοινοί στόχοι επιδιώκονται με διαφορετικά μέσα, να αναπτύσσονται τριβές και αντιθέσεις. Υπάρχει ένα στοιχείο ταύτισης – κάνεις το ίδιο πράγμα που κάνω κι εγώ – αλλά κι ένα στοιχείο αντιπαλότητας: το κάνεις με διαφορετικό τρόπο.

Η σχέση φιλοσοφίας και ψυχανάλυσης στο πλαίσιο της Γαλλικής φιλοσοφίας είναι ακριβώς αυτή: μια σχέση ανταγωνισμού και συνεργασίας, σαγήνης και διαμάχης, αγάπης και μίσους. Επομένως, δεν πρέπει να απορεί κανείς για το ότι η σχέση αυτή είναι τόσο βίαιη και τόσο περίπλοκη.

Τρία είναι τα κείμενα που μπορούν να δώσουν μια ιδέα των παραπάνω.

Το πρώτο είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ανταγωνισμού – συνεργασίας. Είναι από τα πρώτα έργα του Μπασελάρ, η «Ψυχανάλυση της Φωτιάς» (1938) στο οποίο προδιαγράφει μια νέα ψυχανάλυση θεμελιωμένη στην ποίηση και το όνειρο, μια ψυχανάλυση των στοιχείων – φωτιά, νερό, αέρας και γη. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Μπασελάρ προσπαθεί να αντικαταστήσει την φροϋδική σεξουαλική αναστολή με την ονειροπόληση, να καταδείξει ότι αυτή είναι είναι η μεγαλύτερη και πιο ανοιχτή κατηγορία.

Το δεύτερο κείμενο έρχεται από το τέλος του «Το Είναι και το Μηδέν», όπου ο Σαρτρ, με τη σειρά του, προτείνει τη δημιουργία μιας νέας ψυχανάλυσης, αντιπαραθέτοντας στην «εμπειρική» ψυχανάλυση του Φρόιντ το δικό του θεωρητικό υπαρξιακό μοντέλο. Ο Σαρτρ αναζητά την αντικατάσταση του φροϋδικού συμπλόκου – τη δομή του ασυνείδητου – με αυτό που ορίζει ως «πρωτογενή επιλογή». Γι’ αυτόν, αυτό που ορίζει το υποκείμενο δεν είναι μια δομή, νευρωτική ή διεστραμένη, αλλά ένα θεμελιώδες σχέδιο της ύπαρξης. Για άλλη μια φορά, ένα παράδειγμα συνδυασμένης αντιπαλότητας -συνέργιας.

Το τρίτο κείμενο είναι το Κεφάλαιο 4 του «Αντι-Οιδίποδα» των Ντελέζ και Γκουαταρί. Εδώ η ψυχανάλυση αντικαθίσταται από μια μέθοδο που ο Ντελέζ αποκαλεί σχιζοανάλυση σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Φρόιντ.

Για τον Μπασελάρ είναι μάλλον ονειροπόληση παρά αναστολή, για τον Σαρτρ το σχέδιο παρά το σύνδρομο. Για τον Ντελέζ, όπως γίνεται σαφές στον «Αντι-Οιδίποδα», είναι η κατασκευή μάλλον παρά η έκφραση. Η βασική του ένσταση στην ψυχανάλυση είναι ότι δεν κάνει τίποτε παραπάνω από το να εκφράζει τις δυνάμεις του ασυνείδητου ενώ όφειλε να το κατασκευάζει. Μιλάει ευθέως για αντικατάσταση της «φροϋδικής έκφρασης» με την κατασκευή που είναι το έργο της σχιζοανάλυσης. Είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό να βρίσκουμε τρεις φιλόσοφους, τον Μπασελάρ, τον Σαρτρ και τον Ντελέζ, να προτείνουν την αντικατάσταση της ψυχανάλυσης με ένα, διαφορετικό ο καθένας, άλλο μοντέλο.

Πηγή: New Left Review 35 (2005) (μτφ. Crying Wolf)