Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Ο καπιταλισμός και η γέννηση των σύγχρονων σπορ (5)

(από το βιβλίο του Tony Collins «Sport in Capitalist Society. A short History», Routledge, 2013. Μτφ. Crying Wolf)

Η άρση των περιορισμών στη Τύπο στα τέλη του 17ου αιώνα, έδωσε μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη εθνικών και τοπικών εφημερίδων και περιοδικών. Η πρώτη καθημερινή εφημερίδα, η «Daily Courant», κυκλοφόρησε το 1702 και ακολούθησαν πολλές. Πάνω από 30 τοπικές εφημερίδες κυκλοφόρησαν μεταξύ 1695 και 1730. Κυκλοφόρησαν και περιοδικά, με γνωστότερα το «Tatler» (1709) και το «Gentleman’s Magazine» (1730-31) (28).

Ο έντυπος καπιταλισμός και τα σπορ ανέπτυξαν μια συμβιωτική και αλληλοεξαρτώμενη σχέση ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Είναι αλήθεια ότι τα σπορ δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν ή/και να κωδικοποιηθούν χωρίς την παράλληλη ανάπτυξη των εφημερίδων και των περιοδικών. Και αυτό έγινε ο σιδηρούς νόμος των σπορ. Όπως θα δούμε, στη Βρετανία του 18ου αιώνα, στις ΗΠΑ του 19ου και στη Γαλλία και Ιαπωνία του 20ου, ο Τύπος ήταν τόσο ο οδηγός των εμπορικών σπορ όσο και ο μεγάλος ευεργετούμενος-θέση που πήραν η τηλεόραση και το ραδιόφωνο στη διάρκεια του 20ου αιώνα. Ήδη από το πρώτο μισό που 18ου αιώνα, οι εφημερίδες κέρδιζαν από τα σπορ μέσω σχετικών διαφημίσεων και παραχώρησαν αρκετό χώρο στη σχετική ειδησεογραφία. Από την άλλη μεριά, τα σπορ κέρδιζαν δημοσιότητα και έγιναν μέρος της καθημερινότητας. Το Weekly Journal διαφήμιζε αγώνες πυγμαχίας ήδη από το 1715 ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1720 οι διαφημίσεις των σπορ ήταν καθημερινό φαινόμενο (29). Ακόμη περισσότερο, οι αναφορές του Τύπου στα σπορ αντανακλούσαν και διαμόρφωναν τη γενικότερη σχέση τους με την κοινωνία. Αυτό μπορεί αν το δει κανείς στις προσκλήσεις σε μονομαχία που δημοσίευαν οι πυγμάχοι και από τις ανακοινώσεις των προσεχών αγώνων. Το 1727 ο John Whitacre περιέγραφε τον εαυτό του ως «τον διάσημο γελαδάρη του Lincolnshire» ο οποίος ήταν «ο πιο ατρόμητος και σκληρός άνδρας που ανέβηκε ποτέ στον ρινγ». Ο αντίπαλος του, John Gretton, απαντούσε ότι θα «έδινε σ΄ αυτή τη θρασύτατη πορδή τέτοιο ξύλο που δεν ξανατολμούσε να προκαλέσει ξανά κάποιον σαν εμένα – το πρωταθλητή του κόσμου» (30). Κατ΄αυτόν τον τρόπο, η αφήγηση της πρόκλησης, της αμφισβήτησης και του ανταγωνισμού – κεντρικής σημασίας στην ανάπτυξη της καπιταλιστικής κοινωνίας – ενσωματώθηκε στον πρωτοεμφανιζόμενο κόσμο των σπορ του 18ου αιώνα.



Η ανάπτυξη των σπορ ως μέρους της ευρύτερης βιομηχανίας της διασκέδασης δεν ούτε ομοιογενής ούτε εξίσου κατανεμημένη στη Βρετανία. Το κέντρο της ήταν κυρίως στην δυναμική καπιταλιστική του Λονδίνου του 18ου αιώνα και στη νοτιοανατολική ενδοχώρα. Το 1700 το Λονδίνο ήταν η μεγαλύτερη πόλη του κόσμου, με αύξηση του πληθυσμού της από 200000 κατοίκους το 1600 σε περισσότερο από μισό εκατομμύριο. Κυριαρχούσε στο εμπόριο και τη βιομηχανία της Βρετανίας και της εμβρυακής της αυτοκρατορίας, ελέγχοντας το 80% των εισαγωγών και το 70% των εξαγωγών. Το 1750 ήταν η πόλη του 11% του αγγλικού πληθυσμού και εκτιμάται ότι ένας στους έξι κατοίκους της χώρας είχε ζήσει εκεί για κάποιο διάστημα της ζωής του (11). Ο πλούτος της πόλης δημιούργησε τις βάσεις για την πλούσια πολιτιστική της ζωή, την ανάπτυξη της εμπορικής διασκέδασης και της κουλτούρας της κατανάλωσης. Όπως είχε παρατηρήσει και ο Dr. Samuel Johnson, «όταν κάποιος βαρεθεί το Λονδίνο, σημαίνει ότι έχει βαρεθεί τη ζωή. Γιατί ό,τι αναζητά κανείς από τη ζωή, το Λονδίνο μπορεί να το προσφέρει » (32). Το Λονδίνο και η νοτιοανατολική ενδοχώρα ήταν τα χωνευτήρια μέσα στα οποία μετασχηματίστηκαν τα σπορ και από επαρχιακές, μη οργανωμένες δραστηριότητες έγιναν αυτό που είναι σήμερα. Έγινε το ίδιο που είχε γίνει με το θέατρο, τη μουσική, τη λογοτεχνία και τόσες άλλες βιομηχανίες του ελεύθερου χρόνου: μετασχηματίστηκαν από την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Αυτές οι οικονομικές αλλαγές δεν έκαναν τα σπορ απλώς μια εμπορική δραστηριότητα αλλά οδήγησαν και σε θεμελιώδεις αλλαγές στους τρόπους με τους οποίους παίζονταν, οργανώνονταν και ρυθμίζονταν. Οι διεργασίες αυτές μπορούν να ανιχνευτούν και στα τρία σημαντικά σπορ εκείνης της περιόδου: την ιππασία, την πυγμαχία και το κρίκετ.


Αναφορές
28 Raymond Williams, The Long Revolution, London, 1961, pp. 202–12. Michael
Harris, ‘Sport in the Newspapers before 1750: Representations of Cricket, Class and
Commerce in the London Press’, Media History, vol. 4, no. 1 (1998), pp. 19–28.
29 The earliest newspaper advertisement for boxing I have been able to locate is in the Weekly Journal With Fresh Advices Foreign and Domestick, 16 April 1715.
30 TheWhitacre–Gretton exchange can be found in theDailyPost (London), 13November 1727.
31 Eric Hobsbawm, Industry and Empire, pp. 63–5.
32 James Boswell, The Life of Samuel Johnson, London, 1907, vol. 2, p. 720. Pierce Egan notes the centrality of London to sport in the 1700s in his Boxiana, 1818 edition, p. 136.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου