Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Ο καπιταλισμός και η γέννηση των σύγχρονων σπορ (2)


(από το βιβλίο του Tony Collins «Sport in Capitalist Society. A short History», Routledge, 2013. Μτφ. Crying Wolf)

Πώς μπορούμε, επομένως, να εξηγήσουμε το γεγονός ότι τα σύγχρονα σπορ πρωτοεμφανίστηκαν στο μέρος αυτό που ο Τζωρτζ Όργουελ περιέγραφε ως «ένα ψυχρό και ασήμαντο νησί» στη βορειοδυτική ακτή της Ευρώπης (7); Και γιατί εντός αυτής της ιστορικής περιόδου.


Αυτό δεν έγινε γιατί οι Βρετανοί αγαπούσαν τα σπορ περισσότερο από τους Ευρωπαίους γείτονές τους. Κι άλλα ευρωπαϊκά έθνη είχαν παρόμοιες παραδόσεις. Τοπικές αγωνιστικές συνήθειες υπήρχαν σχεδόν σε κάθε περιοχή της Ευρώπης. Από το Calcio, το περίτεχνο ποδόσφαιρο που παιζόταν στη Φλωρεντία, σε απλά αγωνίσματα δρόμου και άλματος σε ολόκληρη την Ήπειρο. Οι ταυρομαχίες στην Ισπανία αντανακλούσαν τη δημοφιλία των αιματηρών αγωνισμάτων στο δυτικό κόσμο, τα οποία στη Βρετανία έκαναν την εμφάνισή τους με τις κοκορομαχίες και τις κυνομαχίες. Η Γαλλία είχε επίσης μια ισχυρή παράδοση παιχνιδιών παρόμοιων με τα βρετανικά. Το soule, ένα παιχνίδι που παιζόταν με μπάλα στις ενορίες και σε άλλες τοπικές κοινότητες ήταν πολύ κοινό στην βόρεια Γαλλία. Το savate ήταν ένα δημοφιλές αγώνισμα που έμοιαζε με το σημερινό kick-boxing και το jeu de paume ήταν ο μεσαιωνικός πρόδρομος του τένις (8). Στο jeu de mail χρησιμοποιούσαν ένα κομμάτι ξύλου για να κινούν την μπάλα με τρόπο παρόμοιο με το κρόκετ (9). Όπως κι βρετανοί ευγενείς, έτσι κι η γαλλική αριστοκρατία ήταν παθιασμένη με το τζόγο. Ένας παρατηρητής του πρώιμου 17ου αιώνα δεν θα έβρισκε ουσιαστικές διαφορές στις προτιμήσεις των κατοίκων των δυο πλευρών της Μάγχης. Αλλά ούτε η Γαλλία ούτε κάποιο άλλο έθνος θα έβλεπαν τα παραδοσιακά τους παιχνίδια να δημιουργούν τη βάση της αθλητικής επανάστασης που σάρωσε την Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα. Αυτό το ρόλο έπαιξαν μόνο τα σπορ που κατάγονταν από την Βρετανία ή βασίστηκαν στο βρετανικό μοντέλο. Ακόμη και τα αμερικάνικα παιχνίδια που θα γινόντουσαν τα βασικά σπορ του 20ου αιώνα – το ράγκμπι, το μπέιζμπολ και το μπάσκετ των Μυωδών Χριστιανών - είχαν τις ρίζες τους στη Βρετανία (10). Σε αντίθεση με την Ευρώπη, τα σπορ της Αμερικής ήταν για χρόνια υποανάπτυκτα και αναιμικά, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα (11). Η κεντρική θέση της Βρετανίας στη γένεση των σύγχρονων σπορ, μπορεί να γίνει κατανοητή μέσα από τον τρόπο με τον οποίο τα επαρχιακά παραδοσιακά παιχνίδια μετασχηματίστηκαν από τις οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές που έλαβαν χώρα στα Βρετανικά Νησιά κατά τον 18ο αιώνα.


Τον 18ο αιώνα η Βρετανία ήταν μια ανερχόμενη καπιταλιστική δύναμη αλλά όχι ακόμη μια βιομηχανική οικονομία (12). Τα τελευταία υπολείμματα της φεουδαρχίας έπνεαν τα λοίσθια. Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δυο αιώνων η φύση της οικονομίας και της κοινωνίας είχαν αλλάξει δραματικά. Σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, η αγροτική οικονομία δεν οργανωνόταν πλέον στη βάση των προκαθορισμένων ιεραρχικών παραδόσεων του φεουδαλισμού αλλά στη βάση μιας καπιταλιστικής οικονομίας με στόχο το κέρδος. Η Αγγλική επανάσταση στα μέσα του 16ου αιώνα σήμανε την αρχή του τέλους του φεουδαλισμού. Ο ανταγωνισμός για μισθώματα, γη και εργασία ήταν πλέον ο κανόνας. Σε αντίθεση με τα ξαδέρφια τους στην Ευρώπη, οι Άγγλοι αριστοκράτες δεν μετρούσαν πλέον την ισχύ τους με τον αριθμό των ακολούθων τους αλλά το μέγεθος του πλούτου τους. Ήταν μια οικονομία σχεδιασμένη έτσι ώστε να δημιουργεί κέρδη. Είτε στην πόλη είτε στην ύπαιθρο, στην πατρίδα ή στο εξωτερικό, στον ελεύθερο χρόνο και στις στιγμές ψυχαγωγίας.


Λόγω της διαφορετικής πορείας που ακολούθησε η αγροτική οικονομία στη Βρετανία και ειδικότερα στην Αγγλία, η στάση της βρετανικής αριστοκρατίας απέναντι στο χρήμα ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας. Οι Βρετανοί αριστοκράτες διέθεταν πολύ περισσότερο χρήμα, χρήμα που το κέρδιζαν όχι μόνο από την αγροτική οικονομία αλλά και από πολέμους, από συμβάσεις με την κυβέρνηση, από κερδοσκοπία στο χρηματιστήριο και από επενδύσεις στις περιοχές που είχε προσαρτήσει η Βρετανική Αυτοκρατορία. Ακόμη περισσότερο, η παλιά και βαθιά ριζωμένη στη βρετανική αριστοκρατία παράδοση για τζογάρισμα, παράδοση που είχε τις ρίζες της στα χρόνια της Ελισάβετ, ταίριαξε άριστα με τη καινούργια μανία για χρηματιστική κερδοσκοπία. Όπως σημειώνει ο Lawrence Stone για την αριστοκρατία «δεν υπήρχε ψυχολογική διαφορά μεταξύ ενός πονταρίσματος £100 στα ζάρια και μιας επένδυσης σε ένα επικίνδυνο ταξίδι εξερεύνησης, μεταξύ της αγοράς ενός μερίσματος στην Virginia Company και ενός στοιχήματος πάνω σε ένα άλογο» (13). Το αριστοκρατικό κύρος στη Βρετανία δεν επιδεικνυόταν μόνο μέσω της υπερβολικής κατανάλωσης αλλά και μέσω του υπερβολικού ξοδέματος, ειδικά από τους νεαρούς βλαστούς της αριστοκρατίας για τους οποίους ο τζόγος ήταν σύμβολο ανεξάντλητου πλούτου, υπέρμετρης αρρενωπότητας και άφθονου ελεύθερου χρόνου. Το 1750 ο Δούκας του Κάμπερλαντ έχασε £10000 στοιχηματίζοντας στον αγώνα πυγμαχίας μεταξύ του Jack Broughton και του Jack Slack  (14). Κι αυτό δεν ήταν σε καμιά περίπτωση κάτι το ασυνήθιστο, ούτε και το μεγαλύτερο ποσό που χάθηκε σε στοίχημα πάνω σε κάποιο σπορ.

Αναφορές
7 George Orwell, The Road to Wigan Pier, London, 1937, p. 148.
8 Andrew Leibs, Sports and Games of the Renaissance, Connecticut, 2004. Jean-Franηois Loudcher, ‘The Origins of French Boxing: Bare-knuckle Duelling, Savate and Chausson 1820–45’, International Journal of the History of Sport, vol. 18, no. 2 (2001), pp. 168–78.
9 For an English-language outline of the history of sport in France see Richard Holt, Sport and Society in Modern France, London, 1981.
10 Baseball is referred to in Jane Austen, Northanger Abbey, Oxford, 1980, p. 7, written in 1798–99.
11 Elliott Gorn, The Manly Art, Ithaca, NY, 1986, pp. 46–68, and Elliott Gorn and Warren Goldstein, A Brief History of American Sports, New York, 1993, pp. 49–53.
12 For a more detailed exposition of this view see Eric Hobsbawm, Industry and Empire, Harmondsworth, rev. edn 1999, pp. 10–16. For an outline of the debate on the transition see Perry Anderson, Arguments within English Marxism, London, 1980, and Ellen Meiksins Wood, The Origin of Capitalism: A Longer View, London, 2002, pp. 11–72.
13 Lawrence Stone, The Crisis of the Aristocracy, 1558–1641, Oxford, 1968, p. 383. For aristocratic gambling in general, see pp. 567–72.
14 The Broughton–Slack fight is described in Pierce Egan, Pancratia, or, a History of Pugilism, London, 1812, p. 47




(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου