Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Ο καπιταλισμός και η γέννηση των σύγχρονων σπορ (4)

(από το βιβλίο του Tony Collins «Sport in Capitalist Society. A short History», Routledge, 2013. Μτφ. Crying Wolf)


Κατ’ αυτόν τον τρόπο η σημασία των σπορ, μιας δραστηριότητα που από τη φύση της ενέχει την ανταγωνιστική δυαδικότητα νικητής-χαμένος, ενισχύθηκε ιδιαίτερα σε κοινωνικό επίπεδο. Ήταν πλέον και μια μεταφορά και αντανάκλαση της καθημερινής ζωής στην καπιταλιστική κοινωνία (22). Η καινούργια ιδέα ότι τα σπορ ήταν σε ευθεία αναλογία με τη ζωή – μια ιδέα αδιανόητη στο παρελθόν, όπου τα παιχνίδια θεωρούνταν απλώς αποκλίσεις από τις ανάγκες της καθημερινότητας – συνοψίζεται από έναν ανώνυμο συγγραφέα της λαϊκής (άτεχνης) ποίησης των αρχών του 18ου αιώνα:


«Η ζωή μού φαινόταν πάντα σαν παιχνίδι –
Όχι της τύχης, μα σαν ένα παιχνίδι που η ικανότητα
Πολύ συχνά θα μας προσφέρει τις ευκαιρίες καθώς προχωρούμε» (23)

 Η αναλογία μεταξύ σπορ και ζωής χρησιμοποιούνταν με τον καιρό όλο και περισσότερο από διάφορους συγγραφείς και δημοσιογράφους. Το πρώτο μηναίο περιοδικό για τα σπορ, το Sporting Magazine (1792)


εξώφυλλό του ως το περιοδικό του «Άνδρα της Ηδονής και της Επιχειρηματικότητας». «Τα ανθρώπινα πλάσματα μπορούν να θεωρηθούν και να αναλυθούν, χωρίς σημαντικό σφάλμα, ως αναβάτες, ο καθένας εκ των οποίων τρέχει στο δικό του αγώνα με στόχο το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα», έγραφε ο συγγραφέας του «The Jockey Club, or A Sketch of the Manners of the Age» το 1793 (24).


Ο Pierce Egan, ο εντεταλμένος δημοσιογράφος της αντιβασιλείας, το ταλέντο του οποίου στο γράψιμο και την αυτοπροβολή έκανε την αθλητικογραφία να είναι κάτι παραπάνω από απλή αφήγηση γεγονότων, υποστήριζε στην «Pancratia», την ιστορία της πυγμαχίας που έγραψε το 1812, ότι «αυτοί που ήταν σε συνεχή ανταγωνισμό προσέδωσαν πάθος σε κάθε σπορ» (25). Και στην έκδοση της «Boxiana» του το 1824, το στομφώδες χρονικό της επαγγελματικής πυγμαχίας, ξεκινούσε με μια ρήση παρμένη από τον «Πλούτο των Εθνών» (26).


Τα σπορ ήταν απλώς ένα παράδειγμα της γενικότερης εμπορευματοποίησης του ελεύθερου χρόνου κατά το 18ο αιώνα. Για πρώτη φορά οι δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου προσέφεραν συχνές και μεγάλες ευκαιρίες για τη δημιουργία πλούτου – μια νέα βιομηχανία γεννιόταν (27). Το ξόδεμα χρήματος και χρόνου κατακυρίευσε τόσο τις μεσαίες όσο και τις ανώτερες τάξεις. Το θέατρο, η μουσική και οι τέχνες επεκτάθηκαν σημαντικά μέσα στον 18ο αιώνα. Κατά την βασιλεία του Καρόλου του 2ου δεν υπήρχε ούτε ένα θέατρο εκτός Λονδίνου ενώ το 1775 κάθε σημαντική πόλη της Αγγλίας είχε κι από ένα. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τις βιβλιοθήκες, τις μουσικές αίθουσες και τις γκαλερί. Τα ψώνια και η κατανάλωση αγαθών αποτελούσαν σημαντικό μέρος της οικονομίας των πόλεων. Και ένα από τα πιο αξιοπρόσεκτα σημάδια αυτής της ραγδαίας επέκτασης της εμπορικής ψυχαγωγίας ήταν η ανάπτυξη του Τύπου.


Aναφορές

22 It should be noted that this pre-dated sport’s use in the service of Social Darwinism by around 100 years.
23 Pierce Egan’s Book of Sports, no. XXII (1833), p. 337.
24 Anon., The Jockey Club, or A Sketch of the Manners of the Age, p. 2.
25 Pierce Egan, Pancratia, or, a History of Pugilism, p. 6.
26 Pierce Egan, Boxiana, 1824 edition, London, p. 1.
27 For a broader discussion of the development of leisure, see J.H. Plumb, The Commercialisation of Leisure in Eighteenth-century England, Reading, 1973 and Neil McKendrick, John Brewer and J.H. Plumb, The Birth of a Consumer Society: The Commercialization of Eighteenth-century England, London, 1982.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου