Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

«Η διαλεκτική της ήττας» των εργατικών αγώνων σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης

«Η διαλεκτική της ήττας» των εργατικών αγώνων σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης 

 Διανύουμε μια περίοδο όπου ο κομμουνισμός, είναι ανυπόληπτος, σχεδόν άγνωστος στην κοινωνική πλειοψηφία, κρυμμένος και ξεχασμένος πίσω από τόνους ιστορίας ηττών και διαψεύσεων. Ωστόσο, η κατάρρευση του σοσιαλισμού που επιχειρήθηκε, μόνο πρόσκαιρα σήμανε το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων, καθώς τα ερωτήματα εντός ενός καπιταλισμού που υποφέρει από τις εσωτερικές αντιφάσεις του και τις δομικές κρίσεις του, συνεχίζουν να υφίστανται και να επιστρέφουν με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Ερωτήματα που ωστόσο δεν βρίσκουν την απάντησή τους, σε μια νέα κομμουνιστική αφήγηση που με την ενάργεια και την δυναμική της θα μπορούσε να στρέψει τον ρου της ιστορίας σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που ο κανιβαλικός καπιταλισμός έχει επιβάλλει.

Τα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν από την κατάρρευση του αντίπαλου σοσιαλιστικού δέους απέδειξαν με τον πιο ωμό και διαυγή τρόπο, ότι ο κομμουνισμός ως ολιστικά διαφορετική λογική και μέθοδος ανάλυσης και αλλαγής των υφιστάμενων κοινωνικοοικονομικών σταθερών, δεν έχει εξαντλήσει την ιστορική του ενέργεια, με την προϋπόθεση ότι δεν θα επιχειρηθεί ξανά μέσα από το πρίσμα της ήττας και της διάψευσης των πρώτων αποπειρών ηγεμονίας του, τόσο των νικηφόρων όσο και των ηττημένων. Η υπόθεση του κομμουνισμού, χαρακτηρίζεται από μια εγγενή πολλαπλότητα, καθώς ή ίδια η «ψυχοσύνθεση» του χειραφετητικού προτάγματος, προϋποθέτει μια οπτική πολυδιάστατη, συνθετική και ρηξικέλευθη που αντιδιαστέλλεται, προς μια κομμουνιστική θεώρηση που κατανοεί τον εαυτό της –μονοδιάστατα- ως ένα ανταγωνιστικό κλειστό σύστημα πολιτικής και οικονομικής εξουσίας προς το καπιταλιστικό.

Ωστόσο μέσα στα σπλάχνα της κομμουνιστικής θεώρησης, διενεργήθηκε και συνεχίζει να διενεργείται ένας θεωρητικός και πολιτικός εμφύλιος, που αφορά στα μέσα, στις μεθόδους και στα όπλα που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να επιτευχθεί ο τελικός σκοπός. Ένας εμφύλιος που έχει την αφετηρία του στον τρόπο σύλληψης και κατανόησης της εγελιανής σκέψης, στην επιλογή επί της ουσίας ανάμεσα στον ιστορικό ή στον επιστημονικό εγελιανισμό. Προτείνοντας την θέση ότι ο μαρξισμός αποτελεί πρωταρχικά τομή και καθοριστικά συνέχεια της εγελιανής θεώρησης, αποτελεί μέγιστο ζήτημα να αποφευχθεί στην μελέτη αλλά και κάθε απόπειρα κοινωνικοοικονομικής πραγμάτωσής του, τόσο ο ιστορικισμός όσο και ο οικονομισμός ως μια διπλή παγίδα που συγκροτεί δύο «εχθρικά» στρατόπεδα που μηχανιστικά τεμαχίζουν τόσο την εγελιανή όσο και την μαρξιστική σκέψη.

Αυτός ο ιδιότυπος θεωρητικός και πολιτικός εμφύλιος, έχει άμεση σχέση με την καθημερινή πολιτική πάλη όπως αυτή εκφράζεται στα πλαίσια ενός ταξικού ανταγωνισμού που μαινόμενος , διεξάγεται υπό την ηγεμονία της κυρίαρχης αστικής τάξης. Η περίοδος της καπιταλιστικής κρίσης ισχυροποιεί παρά αποδυναμώνει την ηγεμονία του κεφαλαίου ελλείψει συγκροτημένης κοινωνικά υπαρκτής ταξικά δομημένης ανταγωνιστικής κοινωνικοπολιτικής πρότασης που να αντιδιαστέλλεται προς τις αιτίες της καπιταλιστικής επικράτησης και των αποτελεσμάτων , των συνεπειών που αυτή η επικράτηση παράγει.

Γιατί χάνουν οι αγώνες ενώ οι αντικειμενικές συνθήκες προκρίνουν την εξαγωγή σε κοινωνικό επίπεδο συμπερασμάτων που αναδεικνύουν την κοινή παραδοχή : ‘Ότι το σύστημα δεν δουλεύει ή αν δουλεύει αυτό αφορά τους κτήτορες της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας ;» Γιατί χάνουν οι αγώνες ενώ τα συμφέροντα και οι ανάγκες των εργαζόμενων βρίσκονται σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που κινούνται τα ταξικά συμφέροντα της κυρίαρχης αστικής τάξης ; Γιατί αυτή η καθαρή αντίθεση δεν λαμβάνει την μορφή της ευθείας αντιπαράθεσης στο πεδίο της πολιτικής πάλης ανάμεσα στις δυνάμεις της εργασίας και του κεφαλαίου ; Ποιο είναι τελικά το πρόβλημα που δεν είναι δυνατόν να συναντηθούν οι αντικειμενικές συνθήκες με τον υποκειμενικό παράγοντα, με την υποκειμενική διάσταση της ταξικής πάλης ;


Οι αγώνες της τελευταίας διετίας κατέδειξαν ότι :

1. Κανένας εργατικός αγώνας δεν μπορεί να νικήσει αν δεν γίνει κτήμα πλειοψηφικών κομματιών της εργατικής τάξης και δεν συνδεθεί σε πολιτικό, κοινωνικό και οργανωτικό επίπεδο με ανάλογους αγώνες εργαζομένων σε εργοστάσια και επιχειρήσεις και αν αυτοί οι αγώνες δεν αποκτήσουν συνολική κοινωνική και πολιτική έκφραση τελείως ανεξάρτητη και εχθρική προς την αστική πολιτική, τον αστικό κοινοβουλευτισμό, την αστική δημοκρατία, την εργοδοτική γραφειοκρατία τον αριστερό κυβερνητισμό και τον ρεφορμισμό κάθε είδους.

2. Κανένας εργατικός αγώνας δεν μπορεί να νικήσει αν παραμείνει εγκλωβισμένος στα στενά, πεπερασμένα όρια της συνδικαλιστικής πάλης και του οικονομικού αγώνα, ή ενώ συγκροτείται στο πεδίο της οικονομικής πάλης να προτάσσει ασύνδετα, αντιδιαλεκτικά και ανερμάτιστα το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας ως ζήτημα πολιτικής ζύμωσης ή γενικότερης προπαγάνδας. Η οπτική της συνδικαλιστικής πάλης ως οικονομικής πάλης που δεν συνδέεται διαλεκτικά με την γενικότερη πολιτική πάλη, η οποία πραγματώνεται σε κάποιο φαντασιακά ανώτερο επίπεδο και μηχανιστικά μεταφέρεται ως διαφώτιση στο εργατικό κίνημα , αποτελεί μια επιλογή που αποδέχεται την ουτοπιστική θεώρηση ότι μπορεί να υπάρξει έστω και μια μικρή νίκη στο επίπεδο της οικονομικής πάλης αν αυτή δεν είναι πρώτιστα και πραγματικά συνολική πολιτική και κοινωνική πάλη με τα πυρηνικά στοιχεία της αστικής κυριαρχίας.

3. Μεμονωμένα κομμάτια της εργατικής τάξης (περίπτωση Χαλυβουργίας) δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν με το σύνολο της αστική κρατικής καταστολής και προπαγάνδας εάν δεν υφίσταται ένα εργατικό επαναστατικό κόμμα συλλογικός διανοούμενος σε άμεσα αέναη και διαλεκτική συνέργεια με ένα πλειοψηφικό εργατικό μέτωπο και κίνημα που το σύνολο αυτών θα αποτελέσουν τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά το επαναστατικό υποκείμενο, εκείνη δηλαδή την ζητούμενη υποκειμενική συντεταγμένη που θα έρθει να προσδώσει δυναμική επαναστατικής υπέρβασης μιας αντικειμενικής πραγματικότητας που είναι αφόρητη, αβίωτη για την εργατική τάξη.



Έκδηλες αδυναμίες του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος που έχουν την αιτία τους , την πηγή τους , στην ανυπαρξία ενός κοινωνικού εργατικού ρεύματος που θα μπορεί να περιφρουρεί τους αγώνες του και θα μπορεί να τους φθάνει μέχρι το τέλος, μέχρι τα έσχατα όρια της αστικής κυριαρχίας. Ένα εργατικό ρεύμα που το κομμουνιστικά συνειδητό , οργανωμένο σε κόμμα κομμάτι του θα έχει λερωθεί από τα λασπόνερα της καθημερινότητας των εργατών, θα έχει μπλεχτεί μέσα στο λαβύρινθο των σκέψεων, των θέσεων και των δράσεων μιας εργατικής τάξης που απελπισμένη και αποκαμωμένη περπατά τον δρόμο της ιδιώτευσης και εξαιρετικά πιθανά και του φασισμού.

Το επαναστατικό εργατικό κόμμα ως αναγκαία και πρωταρχική πλευρά ενός εργατικού κοινωνικοπολιτικού ρεύματος, πρέπει να είναι κεκτημένο, υπαρκτό γεγονός, καθημερινή παρουσία στην ζωή των εργαζόμενων, ώστε κάθε μάχη να αποτελεί το έναυσμα για μια γενικευμένη αντιπαράθεση με την αστική πολιτική. Είναι σαφές πως η ταξική πάλη δεν είναι μονόπρακτο, έχει καμπές και υφέσεις, εξάρσεις, νίκες και ήττες όμως ο ρόλος της επαναστατικής πρωτοπορίας ειδικά στις υφέσεις, ειδικά στις ήττες δεν είναι να αναπολεί παλιές νίκες ή να μεγαλοποιεί τις υπάρχουσες, (ειδικά σε μια περίοδο που ελάχιστες μπορούμε να σταχυολογήσουμε) αλλά να βαθαίνει την πολιτική συζήτηση, να αναζητά νέους δρόμους προσέγγισης με την πλειοψηφία τους κόσμου της εργασίας.

Οι παλιοί κομμουνιστές, της μετεμφυλιακής Ελλάδας, που ως έμπειροι πολιτικοί οιωνοσκόποι έβλεπαν εγκαίρως τις κοινωνικές καταιγίδες να φθάνουν, προειδοποιούσαν τους νεότερους : «ετοιμάστε τις κουβέρτες σας» εννοώντας ότι τα ξερονήσια και οι εξορίες έρχονται σύντομα. Σε μια ανάλογη ιστορική συγκυρία βρισκόμαστε όπου απέναντι στην επελαύνουσα αστική πολιτική και το φασισμό, οι δυνάμεις της εργασίας έχουν να αντιπαρατάξουν ένα διαλυμένο εργατικό κίνημα, μια κομμουνιστική αριστερά ακίνδυνο αριστερό κομπάρσο, στο άκρο της αστικής πολιτικής με εμφανή την έλλειψη οργανικής σύνδεσης με πλειοψηφικά εργατικά κομμάτια, γεγονός που μεταφράζεται σε ολιστική αδυναμία εμφάνισης ενός εργατικού ρεύματος και κινήματος που θα ήταν σε θέση να αναστρέψει την πορεία ήττας της εργατικής τάξης.

Συχνά λέγεται ότι ζούμε μέρες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ωστόσο ανάλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ζούμε μέρες σαν αυτές που έζησε το ρώσικο εργατικό κίνημα μετά την ήττα του 1905. Μόνο που εδώ δεν έπεσε ούτε μια ντουφεκιά. Το ερώτημα που έντονα αναδύεται, ποια νήματα πρέπει να κινηθούν, ποιες εν υπνώσει δυνάμεις πρέπει να ενεργοποιηθούν, ώστε να υπάρξει με όρους κινήματος ένα εργατικό επαναστατικό ρεύμα που θα εισβάλλει στην καθημερινή κοινωνική ζωή κάνοντας σαφείς τις προθέσεις του απέναντι στην αστική πολιτική η οποία με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο επιτίθεται με όλο της το οπλοστάσιο πολιτικό, οικονομικό και ιδεολογικό στην εργατική τάξη.

Είναι τελείως απαραίτητο να υπάρξει μετωπική αντιπαράθεση με την αστική πολιτική, ώστε να αναδειχθεί ένας κομμουνιστικός εργατικός πόλος που σε κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο θα «περιγράφει» με υλικούς όρους ένα συνολικά διαμετρικά αντίθετο δρόμο οργάνωσης της κοινωνικής ζωής. Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος για να ηττηθούν και να υπερκεραστούν τόσο ο φασισμός που φαντάζει και είναι η εύληπτη επιλογή για την εξαθλιωμένη εργατική τάξη, όσο και η αριστερή σοσιαλδημοκρατία που δρα και υφίσταται ως απολογία μη δυνατότητας συνολικής αλλαγής του καπιταλιστικού υποδείγματος. Ο μόνος τρόπος αποσάθρωσης και διάλυσης τόσο του φασισμού όσο και της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας είναι η δημιουργία ενός κομμουνιστικού πόλου που θα ορθωθεί ως το κυρίαρχο αντίπαλο δέος απέναντι στην αστική πολιτική, οπωσδήποτε σε πολιτικό και θεωρητικό επίπεδο αλλά πρωταρχικά σε πρωτογενές κοινωνικό επίπεδο εκεί όπου η κομμουνιστική επιλογή είναι εξαιρετικά μειοψηφική, εξαιρετικά νεφελώδης και αίολη.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται η ανάγκη να απαγκιστρωθεί το κομμουνιστικό πρόταγμα ως έκφραση της μαρξικής κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής και φιλοσοφικής θεώρησης είτε από μια μονοδιάστατη οικονομική θεώρηση της κοινωνικής ζωής που υποτιμά και υποβαθμίζει τα πολιτικά, ιδεολογικά και πολιτισμικά στοιχεία που συγκροτούν την καπιταλιστική ηγεμονία, είτε από μια ημιτελής και μονομερής αντίληψη που προκρίνει επιμέρους αλλαγές σε κοινωνικό και πολιτικό πεδίο αφήνοντας ανέγγιχτη την οικονομική βάση που αποτελεί το κυρίαρχο έρεισμα της καπιταλιστικής κυριαρχίας σε όλο το εύρος της κοινωνικής ζωής. Ο μαχόμενος επαναστατικός μαρξισμός είναι πρωταρχικά οικονομία, είναι καθοριστικά πολιτική ,για αυτό και ασφυκτιά είτε ως ένα στεγνό οικονομικό μοντέλο αέναης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων είτε ως μια μεταφυσική θέση που επιμένει να θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξει συνολική αλλαγή στο πεδίο της κοινωνίας και της πολιτικής εξουσίας αν δεν ξηλωθεί εκ βάθρων το καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής.

Για αυτό και μια κομμουνιστική θεώρηση είναι αναγκασμένη να συγκρουστεί με την διαλεκτική της ήττας που προκύπτει ως απόρροια τους ως άνω μηχανιστικού διπόλου, καθώς κάθε πιθανότητα επικράτησης απέναντι στην αστική πολιτική θα προκύψει μόνο ως συνολική κοινωνική, πολιτική, οικονομική και ιδεολογική άρνηση της, που θα ανοίξει το δρόμο συγκρότησης μιας κοινωνικής απελευθερωτικής κομμουνιστικής κατάφασης. Μια τέτοια επιλογή σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, στις ειδικές συνθήκες της ελληνικής περίπτωσης, μεταφράζεται στην συγκρότηση μιας κομμουνιστικής πρωτοπορίας οργανική πλευρά ενός εργατικού ρεύματος που θα αμφισβητεί το όλο της αστικής κυριαρχίας καθοριστικά σε επίπεδο κοινωνικής πρακτικής αποδεικνύοντας σε πρωτογενές κοινωνικό επίπεδο ότι η υπέρβαση του καπιταλιστικού μοντέλου συναντά την ευόδωση ενός συλλογικού συμφέροντος που εμπεριέχει στο εσωτερικό του την κάλυψη όλων των επιμέρους αναγκών και επιδιώξεων και σε ατομικό επίπεδο.

Να αποδεικνύει δηλαδή ότι ο κομμουνισμός δεν είναι μια μεταθανάτια προοπτική, μια ανεφάρμοστη θεωρία αλλά μια κοινωνική επιλογή απτή, υλική, συνολικά υπέρτερη από την κυρίαρχη καπιταλιστική, που απελευθερώνει από τα δεσμά της καπιταλιστικής εξαθλίωσης και δημιουργεί ένα κοινωνικό και οικονομικό πεδίο όπου το σύνολο των ανθρώπινων αναγκών –και όχι μόνο η άμεση υλική διαβίωση- μπορούν να υπηρετηθούν όχι ως αποτέλεσμα φιλανθρωπίας μιας φιλεύσπλαχνης εξουσίας αλλά ως γέννημα της ίδιας της δράση του ανθρώπου που είναι ο ίδιος πηγή και φορέας της κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας. Είναι ανάγκη δηλαδή τώρα εν μέσω κοινωνικής γενοκτονίας να κληθεί ο κόσμος της δουλειάς στις γειτονιές και τους χώρους εργασίας να κάνει ο ίδιος πολιτική, να δρα ο ίδιος στο κοινωνικό πεδίο μέσα από εργατικές συλλογικότητες που θα φροντίζουν τις άμεσες υλικές ανάγκες της αβίωτης καθημερινότητας ενώ ταυτόχρονα θα προτάσσουν την ανάγκη ανατροπής της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Ο κομμουνισμός ως κοινωνικό πρόταγμα πρέπει να δρα αποδεικτικά στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων στο κέντρο του πιο σκληρού καπιταλισμού, για να μπορέσει να δράσει απελευθερωτικά σε πανκοινωνικό ιστορικό επίπεδο.

Ο κομμουνισμός δεν είναι προσκλητήριο προς ακολούθους, δεν είναι προσκλητήριο προς μυημένους, ακριβώς γιατί για να μπορέσει να υπάρξει ως μελλοντική κοινωνικά απελευθερωτική προοπτική πρέπει πρώτα και κύρια να υφίσταται ως παρούσα επιθετική και συγκρουσιακή αντίφαση σε κάθε πλευρά της αστικής κυριαρχίας αποκαθηλώνοντας μέρα με τη μέρα τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές εκφάνσεις της, ξηλώνοντας μέρα με τη μέρα από την συνείδηση της εργατικής τάξης το αιώνια απροσπέλαστο της καπιταλιστικής ηγεμονίας.

Για όλα αυτά ωστόσο χρειάζεται κομμουνιστική πρωτοπορία. Χρειάζεται εργατικό κομμουνιστικό κόμμα. Προδήλως όχι για να οργανώσει την κοινωνική ανυπακοή αλλά για να συμβάλλει ώστε αυτή καταρχήν να υπάρξει με μόνιμο και διαρκές τρόπο, ώστε αυτή να μετουσιωθεί σε δύναμη συντριβής της αστικής πολιτικής και του αστικού κράτους. Άρα η ευθύνη ενός εργατικού κομμουνιστικού κόμματος δεν είναι κυρίαρχα να οργανώσει αλλά κυρίως να εργαστεί, ώστε η πρωτογενής κοινωνική ανυπακοή να οδηγηθεί «σε μη ασφαλή ύδατα» εκτός των κόκκινων ζωνών της αστικής κυριαρχίας και τότε είναι βέβαιο ότι η ανάγκη οργάνωσης αυτής της ανυπακοής θα αποτελέσει όρο επιβίωσης και νίκης, καθώς η αντιπαράθεση προς την οργάνωση του αντίπαλου, του οποίου τα δοσμένα όρια-αστικό κράτος και αστική νομιμότητα- θα έχουν καταστρατηγηθεί θα είναι αποτέλεσμα μιας κομμουνιστικής αυτοπειθαρχίας που δεν είναι –ποτέ δεν ήταν- συγκρίσιμη με την οργάνωση και την πειθαρχία των μισθοφόρων της αστικής πολιτικής.

Συνεπώς και καταληκτικά δεν βρισκόμαστε στο σημείο που αναρωτιόμαστε για το πώς θα οργανωθεί η κοινωνική ανυπακοή, αλλά στο σημείο που η κομμουνιστική πρωτοπορία πρέπει να συμβάλλει ώστε αυτή να υπάρξει με όρους ωμής ταξικής αντιπαράθεσης. Βρισκόμαστε στο σημείο που η κομμουνιστική πρωτοπορία πρέπει να απεκδυθεί τα θεσμικά χαρακτηριστικά της αστικής δημοκρατίας και του αστικού κοινοβουλευτισμού-και αυτό είναι δείγμα οργανωμένης πολιτικής ανυπακοής- και να κατέβει στους δρόμους που περπατά η εξαθλιωμένη εργατική τάξη όχι ως καθοδηγητικός αρωγός αλλά ως ενεργός συμμέτοχος συγκρότησης ενός εργατικού κοινωνικοπολιτικού ρεύματος που θα μετουσιώσει το ίδιο άρνησή του να υπακούσει στην αστική νομιμότητα, σε έκφραση μιας εργατικής πολιτικής εξουσίας που θα χτίζεται καθημερινά στην συνείδηση και στην δράση μιας εργατικής τάξης που προς ώρας ιδιωτεύει, εξαθλιώνεται και οδηγείται στον δρόμο του ναζισμού και του φασισμού.

Αυτό είναι το διακύβευμα, αυτό είναι το κοινωνικό και πολιτικό ζητούμενο αλλά κυρίως αυτή είναι η αμετάκλητη ιστορική αναγκαιότητα με την οποία η κομμουνιστική αριστερά οφείλει να συναντηθεί.  

Πηγή: http://red-traverso.blogspot.gr/2012/11/blog-post.html#more

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου