Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Ο Μαρξισμός στον 21ο Αιώνα - Προσημειώσεις (9). Back to the future (3): Μετα-Αλτουσερισμός, αποδόμηση και ρεφορμισμός στη Γαλλία (2)


Από τη μεριά του ο Ζαν Ρομπελέν (1949) επεκτείνει τον Αλτουσέρ για να παρακολουθήσει τις θεωρητικές μεταστροφές πάνω στην κοινωνικοποίηση στις πολιτικές και οικονομικές θέσεις των Μαρξ και Ένγκελς στα πλαίσια της 2ης και της 3ης Διεθνούς.
Πράγματι, το «Marxisme et socialization» (1989) ήταν μια ιστορική κριτική της κομμουνιστικής ιδέας και του προβλήματος της πραγματοποίησης της από τη μεριά της άμεσης δημοκρατίας και των συμβουλίων, η οποία θεωρείται και ως η μόνη ουσιαστική επαναστατική πρακτική. Μαζί με αυτά τα θεμελιώδη έργα, αναπτύχθηκε και μια υπόγεια έρευνα του αιρετικού Μαρξισμού και των αδιερεύνητων δυνατοτήτων του. Στην τάση αυτή περιλαμβάνονται τα έργα των Ζιράρ Ρολέ, Μικαέλ Λεβί και Αρνό Μόνστερ πάνω στον Έρνστ Μπλοχ και το έργο του Νικολά Τερτουλιάν στον ύστερο Λούκατς. Όσον αφορά τη δεύτερη μετα-Αλτουσερινή κατεύθυνση, έχουμε το έργο του Ετιέν Μπαλιμπάρ (1942), ο οποίος, αφού έκανε σαφείς τις βασικές αρχές του ιστορικού υλισμού με τη συνεισφορά του στο «Να διαβάσουμε το κεφάλαιο»,  ξαναπιάστηκε με το ζήτημα των καθοριστικών κατηγοριών της πραγματικής υπαγωγής και προσπάθησε να δείξει τη μονιμότητα της ταξικής πάλης (Five Studies of Historical Materialism, 1974). Τα χρόνια αυτά, ο Μπαλιμπάρ εγκαταλείπει το δογματικό κονστρουκτιβισμό και υιοθετεί ένα είδος θεωρητικού πειραματισμού, απορρητικού στο ύφος, και προβληματίζεται πάνω στις αβεβαιότητες της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους, του κόμματος και της ιδεολογίας («Η κριτική της πολιτικής στον Μαρξ», 1979). Στη βάση αυτής της επανανάγνωσης του Μαρξ και υιοθετώντας τις θέσεις του Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν για την παγκόσμια οικονομία προσπάθησε να δείξει πώς η ταξική πάλη συνδέεται με τη διεθνή διαχείριση της εργατικής δύναμης, πώς υπερκαθορίζεται από την παραγωγή εθνικών φανταστικών κοινοτήτων, πώς το δυναμικό αντίστασης των εργατικών τάξεων μετασχηματίζεται και παίρνει εθνικές και ρατσιστικές μορφές και πώς συνυφαίνονται εθνικισμός και ρατσισμός («Race, Nation, Class: Ambiguous Identities» 1988 (μαζί με τον Βαλλερστάιν).
Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να ανασκευάσει τις θέσεις όσων βιάστηκαν να προεξοφλήσουν το τέλος της αλτουσερινής παρέμβασης, με την οποία συνεχίζει να διατηρεί μια κριτική και ταυτόχρονα δημιουργική σχέση («Ιcrits pour Althusser», 1991).

Με τον τρόπο αυτό συνεχίζεται η προσπάθεια που είχε διακοπεί με την αυτοκτονία του Νίκου Πουλαντζά (1936-80), ο οποίος είχε προσπαθήσει, με πιο αφηρημένο τρόπο, να καθορίσει τις γενικές γραμμές μιας στρουκτουραλιστικής θεωρίας της πολιτικής πράξης («Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό», 1968) και τις λειτουργίες του κράτους («Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός», 1978).

Κινούμενος προς την ίδια κατεύθυνση αλλά με πιο έντονη πολεμική διάθεση προς τον Αλτουσερισμό, τον οποίο κατηγορούσε για άγνοια της πραγματικής δυναμικής και των ιδιαιτεροτήτων των παραγωγικών δυνάμεων, ο Υβ Σβάρτς προσπάθησε να δείξει ότι διατηρώντας την απόσταση μεταξύ επικαθορισμένης εργασίας (τα πρότυπα της καπιταλιστικής παραγωγικότητας και η σταθερή της προσαρμογή στην τεχνολογική και κοινωνική επανάσταση της εργασιακής διαδικασίας) και πραγματικής εργασίας, η ανθρώπινη εργατική δύναμη (ή, μάλλον, η παραγωγική δράση) κατανοείται από τους εργάτες σε πρώτο πρόσωπο, επικεντρώνοντας και ανασχηματίζοντας τις αδιερεύνητες καταστάσεις της ύπαρξης, της ιστορίας και της γλώσσας («Expιrience et connaissance du travail¨, 1988).

Η προσέγγιση αυτή οδήγησε σε μια συζήτηση με άλλους θεωρητικούς, όπως ο Jean-Marie Vincent (1934-2004), ο οποίος είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του με τα «Fιtichisme et société» (1973) και «La Théorie critique de l’Εcole de Francfort» (1976). Στο «Abstract Labour: A Critique» (1987), ο Vincent προτείνει μια σύγκριση της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας και της χαϊντεγκεριανής αποδόμησης της οντολογίας της τεχνικής, οραματιζόμενος μια άποψη της δράσης πέρα από τον παραγωγισμό, επικεντρωμένης στην κατανόηση της δημοκρατίας ως μετασχηματισμό της δράσης και ως τέχνη του ζην. Τέλος μια προσπάθεια αποτίμησης των επιτευγμάτων και των προβλημάτων του ιστορικού υλισμού έγινε από τον Tony Andrιani (1935). Στο βιβλίο του «De la société à l’ historie” (1989) θέτει τα ζητήματα των τρόπων παραγωγής και ανθρωπολογίας. Στο τελευταίο πεδίο, σημαντική ήταν η συνεισφορά του Maurice Godelier (1934) «Perspectives in Marxist Anthropology» (1974) και «The Mental and the Material» (1984).
Ο Godelier προσπαθεί να δείξει ότι το συμβολικό είναι ένα συν-επιικοδόμημα της κοινωνικής σχέσης το οποίο διαφοροποιείται ανάλογα με τις κοινωνικές μορφές (δε πρέπει να συγχέουμε τη συμβολική ιεραρχία με κοινωνίες στις οποίες οι σχέσεις συγγένειας είναι σχέσεις παραγωγής και με κοινωνίες στις οποίες οι οικονομικές σχέσεις παραγωγής είναι άμεσα καθορισμένες).

Όλη αυτή η έρευνα προτείνει μια επανανάγνωση του Μαρξ και θα ήταν καλό να καθορίσουμε το ελάχιστο δογματικό όριο με βάση το οποίο αυτοχαρακτηρίζονται ως «μαρξιστικές». Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν η Πύρρειος νίκη της «σοσιαλιστικής» νέας Αριστεράς για κάποια χρόνια εξασφάλισε μια περιορισμένη αναγνωσιμότητα, δημιουργώντας κοινωνικούς θεωρητικούς παραδομένους την αιωνιότητα του καπιταλισμού, ακόμα κι αν έκανε για σύντομο χρονικό διάστημα τους ανθρώπους να πιστέψουν στις αρχές μιας «πολιτικής της άποψης», αποκομμένης από κάθε ουσιαστική κριτική των νεοκαπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, οι ερευνητές αυτοί έκαναν κάτι περισσότερο από το απλώς να αντισταθούν. Διερεύνησαν τα όρια και τις αδυναμίες του σύγχρονου κόσμου και με τον τρόπο τους ανανέωσαν το αντικαπιταλιστικό πάθος για το οποίο μιλούσε ο παλιός Λούκατς – και αυτό με πλήρη επίγνωση του ανεπιστρεπτί ξεπερασμένου, τελειωμένου και μη βιώσιμου χαρακτήρα των οργανωτικών μορφών και στρατηγικών του ιστορικού κομμουνισμού.
Η δική τους αδυναμία έγκειτο στο διαχωρισμό τους από κάθε πολιτική διεργασία που θα μπορούσε να κάνει πράξη την κριτική τους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου