Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Ο Μαρξισμός στον 21ο Αιώνα - Προσημειώσεις (5)

Συνεχίζοντας την προσπάθεια χαρτογράφησης του δρόμου για έναν Μαρξισμό του 21ου αιώνα και έχοντας πάντα στο μυαλό μου την απορία του φίλου μου που ζει φτωχός στην Ελβετία και πλούσιος στην Γκάνα, θα ρίξω μια ματιά  στο οπλοστάσιο του Μαρξισμού, έτσι όπως αυτό ενισχύθηκε τα τελευταία χρόνια στη Γαλλία και την Ιταλία. Βασίζομαι, ως επί το πλείστον, στο άρθρο του André Tosel ("Η ανάπτυξη του Μαρξισμού: Από το τέλος του Μαρξισμού - Λενινισμού στους χίλιους Μαρξισμούς – Γαλλία/Ιταλία, 1975-2005", από το "Critical Companion to Contemporary Marxism", edited by Jacques Bidet, University of Paris-X and Stathis Kouvelakis, King's College London, 2008) αλλά και σε άλλα άρθρα του τόμου. 

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Το άδοξο τέλος του σοβιετικού κομμουνισμού, η διάλυση της ΕΣΣΔ, η νίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας και, πάνω απ’ όλα η νίκη της καπιταλιστικής οικονομίας, έδειχναν να έχουν τελειώσει το μαρξισμό και να έχουν αποκλείσει οποιαδήποτε αναβίωσή του.

Το σύστημα σκέψης που ηγεμονεύει είναι ο φιλελευθερισμός (περισσότερο ή λιγότερο κοινωνικός ή, περισσότερο ή λιγότερο νεοφιλελεύθερος).

Πίσω από το αντι-απολυταρχικό πρόταγμα της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αγορά έχει επιβάλλει τον εαυτό της ως τον απόλυτο θεσμό της μετανεωτερικότητας.

Ο Μαρξισμός θεωρείται ότι ανήκει σε ένα παρελθόν σφαλμάτων και τρόμου. Αυτό είναι το δόγμα της la pensιe unique (απλής σκέψης), της άποψης που αντιστρέφοντας τα οράματα του Γκράμσι, έχει γίνει κοινός τόπος στους κύκλους των διανοούμενων, των επιχειρηματιών και των πολιτικών και η οποία θεμελιώνεται ως θρησκεία του ατόμου με την απόλυτη υποστήριξη των επικοινωνιακών μέσων.
Μπορεί, δηλαδή, κάποιος να κάτσει και γράψει τη νεκρολογία του Μαρξισμού και να προσπαθήσει να αναπτύξει μια σκέψη ικανή να αντιμετωπίσει «το τέλος εποχή των μεγάλων χειραφετητικών αφηγήσεων».

Αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η ιστορία των ετών 1968-2005 είναι εξαιρετικά ανομοιογενής.

Ενώ ο Μαρξισμός-Λενινισμός βυθιζόταν σε μια ολοένα και μη αντιστρεπτή κρίση και βάδιζε προς το τέλος του, μια σειρά από σημαντικές προσπάθειες θεωρητικής ανασυγκρότησης δοκιμαζόταν απέναντι στις βασικές θέσεις του μαρξικού έργου.

Μεταξύ 1968 και 1977 και, είτε στα χνάρια της Τρίτης Διεθνούς είτε στο περιθώριό της, έγινε η τελευταία προσπάθεια αναβίωσης της μαρξικής θεωρίας. Αποτελούνταν από προτάσεις πνευματικής, ηθικής και πολιτικής μεταρρύθμισης των Κομμουνιστικών Κομμάτων, προτάσεις που έγιναν από θεωρητικούς που ήταν μέλη των κομμάτων αυτών και τα οποία ήταν ή και δεν ήταν στην εξουσία.
Το έργο αυτό των μεγάλων αιρετικών και κομμουνιστών φιλοσόφων είχε σημαντική αλλά πρόσκαιρη απήχηση. Ο Γκ. Λούκατς (1885-1971) συνεισφέρει με το τελευταίο του μεγάλο έργο «Η Οντολογία του Κοινωνικού Είναι», ο Ερνστ Μπλοχ (1885-1977) δημοσιεύει το «Αθεϊσμός και Χριστιανοσύνη» (1968), το «Πρόβλημα του Υλισμού» (1968) και το «Experimentum Mundi. Ερώτημα, Κατηγορίες Πραγμοποίησης, Πράξις» (1975). Στην Ιταλία, η δημοσίευση των «Τετραδίων της Φυλακής» (1975) του Αντόνιο Γκράμσι διευκολύνει μια καλύτερη εκτίμηση της φιλοσοφίας της πράξης με διαφοροποίηση της ερμηνείας του Τολιάτι (ηγέτης του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) και κάνει δυνατή την αξιοποίηση του δυναμικού της φιλοσοφίας αυτή για μια τελευταία φορά. Στη Γαλλία ο Λουί Αλτουσέρ (1918-90) άνοιξε ένα διάλογο πάνω στις νέες δυνατότητες και τις μορφές μιας υλιστικής επιστήμης της ιστορίας με τη «Φιλοσοφία και αυθόρμητη φιλοσοφία των επιστημόνων» και τα «Στοιχεία Αυτοκριτικής» (και τα δυο το 1974), συμβάλλοντας στη τελευταία διεθνή συζήτηση για το Μαρξισμό.

Στην πραγματικότητα, η σκιά του 1968 έστρωνε το δρόμο για μια πορεία πέρα από την παλιά ορθοδοξία και έδινε ελπίδες για μια επιτυχή απαγκίστρωση από το Σταλινισμό από τα αριστερά, με πρωτεύον το ζήτημα ενός επαναστατικού ρεφορμισμού που θα βασιζόταν σε κάποιον ριζοσπαστικό εκδημοκρατισμό.

Ο de facto ανταγωνισμός μεταξύ των διαφορετικών μοντέλων ανασυγκρότησης της μαρξιστικής θεωρίας, καθοδηγούμενων από την επανανάγνωση του Μαρξ, αντιφατικών στη σχέση τους με τον Χέγκελ και τη διαλεκτική (ποιος Χέγκελ; ποια διαλεκτική;), χαρακτηριστικών της μεγάλης ετερογένειας των σχέσεων τους με τη φιλοσοφική και επιστημονική παράδοση, διαιρεμένων ως προς την αποτίμηση του φιλελευθερισμού, ήταν έντονος.

Αυτός ο ανταγωνισμός μεταξύ μιας οντολογίας του κοινωνικού είναι, μιας ουτοπίας του όχι-ακόμη, μιας φιλοσοφίας της πράξης και μιας φιλοσοφικής υλιστικής παρέμβασης στο χώρο των επιστημών και της φιλοσοφίας, αντιστοιχεί σε μια στιγμή ιδιαίτερης έντασης την οποία οι βιαστικοί νεκροθάφτες του Μαρξ προτιμούν να αγνοούν.

Αποτέλεσμα του ανταγωνισμού αυτού ήταν σημαντική έρευνα πάνω στη σημασία της συνεισφοράς του Μαρξ και πάνω στις μεγάλες μαρξιστικές αιρέσεις, έρευνα που έκανε το Μαρξισμό αισθητό στο πεδίο των ιστορικών και κοινωνικών επιστημών.

Αλλά ήταν πολύ σύντομος. Στην ουσία, παραμένει ακόμη ανοιχτή η εξήγηση του τι συνέβη στην ΕΣΣΔ και του τι ήταν το αποτέλεσμα της οκτωβριανής επανάστασης – η εξήγηση των αιτίων – μερικά από τα οποία ήταν εξωτερικά και άλλα εσωτερικά – που οδήγησαν ένα ανεπανάληπτο, ετερόδοξο και ριζοσπαστικό corpus ιδεών να δώσει τη θέση του σε έναν αρτηριοσκληρωτικό δογματισμό με τους δικούς του ιστορικούς νόμους και μια χούφτα «διαλεκτικών» κατηγοριών, ανοιχτών σε κάθε είδους παραποίηση, σε μια παθητική ιδεολογία νομιμοποίησης μιας πολιτικής που δεν είχε αίσθηση του πραγματικού της χαρακτήρα και που σφράγισε την ένωση μιας φιλοσοφίας που κάποτε είχε θεωρηθεί η επιστήμη των επιστημών με ένα ολοκληρωτικό Κόμμα-Κράτος.

Η ανικανότητα του σοβιετικού κομμουνισμού να αλλάξει προς μια δημοκρατική κατεύθυνση, οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα του πολίτη, η οικονομική του αναποτελεσματικότητα στην ικανοποίηση αναγκών τις οποίες το ίδιο το σύστημα αναγνώριζε – όλα αυτά αναδεικνύουν την ανικανότητα του να αντιμετωπίσει το ανελέητο πόλεμο που του κηρύχτηκε από τη πρώτη στιγμή της ίδρυσής του. Το επιχείρημα των γκουλάγκ γενικεύτηκε και απονομιμοποίησε πλήρως τον Μαρξ και το αναθεωρητικό έργο των μαρξιστών αιρετικών, τοποθετώντας τους μαζί στην κατηγορία του ονείδους και του τρόμου.

Η μαρξιστική και μαρξίζουσα ιντελιγκέντσια, η οποία είχε βολευτεί πίσω από τη θέση του Σαρτρ – ότι ο Μαρξισμός είναι ανυπέρβλητος έως ότου γίνει δυνατή η υπέρβαση της ιστορικής στιγμής της οποίας αποτελεί έκφραση (θέση που ανέπτυξε στο «Πρόβλημα της Μεθόδου» [1] το 1957 και θα γίνει η εισαγωγή στην «Κριτική της Διαλεκτικής Λογικής» το 1960), θεώρησε ότι είχε φτάσει η στιγμή της απελευθέρωσης από την απάτη του αιώνα. Οι περισσότεροι επιβιβάστηκαν στο καράβι με το όνομα «φιλελευθερισμός» και βολεύτηκαν με τις επιστημολογικές ενοράσεις του Κάρλ Πόππερ (ελεγξιμότητα/διαψευσιμότητα).

Η αυτο-διάλυση του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος της Ευρώπης (του ιταλικού), το οποίο εγκατέλειψε τις φιλόδοξες διακηρύξεις του Ευρωκομμουνισμού για να συνεργαστεί με την Ευρω-Αριστερά μετονομαζόμενο σε Κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς και η γενική κρίση στρατηγικής των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων που έκρυψαν πίσω από μια φονταμενταλιστή εκδοχή του Μαρξισμού την επαναπροσέγγισή τους με κλασικές σοσιαλδημοκρατικές θέσεις, αποτελούν το δυτικο-ευρωπαϊκό ισοδύναμο της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.

Παρόλα αυτά, ακόμη και μετά από την εντυπωσιακή αυτή εξάλειψη μιας ολόκληρης κουλτούρας, η σχετική έρευνα συνεχίστηκε. Ελεύθερη και πλουραλιστική. Είχε όμως χαθεί ένα από βασικά χαρακτηριστικά της – η σύνδεσή της με συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις (τόσο συμπαγείς όσο και το κίνημα της εργατικής τάξης) – το οποίο κονιορτοποιούσε βίαια ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός.

Η εξαφάνιση του κομματικού διανοούμενου, η αποτυχία της μορφής του διανοούμενου ως ουσία της κριτικής συνείδησης και η ανάδυση της μορφής του διανοούμενου ως ειδικού, δεν αποτέλεσαν ένα απλό επεισόδιο του τέλους της ιστορίας του οποίου η θέση στη σχέση φιλελεύθερης-αντιπροσωπευτική δημοκρατίας κι ελεύθερης αγοράς απέμενε να καθοριστεί και εν τέλει δεν επηρεάστηκαν σημαντικά από την όλη ιστορία.

Ο Μαρξ συνέχισε να είναι το αντικείμενο τοπικών επαναναγνώσεων και έγιναν προσπάθειες αναβίωσης μιας κριτικής θεωρίας που θα είναι σύστοιχη με τη νέα εποχή και διαφορετική από τις αναθεωρητικές προσπάθειες των μεγάλων αιρετικών της προηγούμενης περιόδου. Αντί το τέλος του Μαρξισμού, αυτό που συνέβη ήταν μια διάχυση και, πάνω απ’ όλα, μια ανθοφορία χιλίων τόσων Μαρξισμών [2] (αν και, εν πολλοίς, στείρων). Το θέμα, επομένως, είναι μια επαρκής κατανόηση/αποτίμηση αυτής κατάστασης που αδυνατίζει τις ελπίδες των νεκροθαφτών του Μαρξισμού για το τελευταίο κι οριστικό καρφί στο φέρετρο του (ή, για να είμαι κοντά στα φαντάσματα του Ντεριντά, για το παλούκωμα της ξύλινης σφήνας στην καρδιά του μαρξικού βαμπίρ).



Αναφορές

[1] ΖΠ Σαρτρ, Το πρόβλημα της Μεθόδου, Εξάντας 1988.

[2] Wallerstein, Immanuel 1991, Unthinking Social Science: The Limits of Nineteenth-Century Paradigms




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου