Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Ο Α Καμύ για την προλεταριακή λογοτεχνία. Επιστολή στον Μωρίς Λιμ

Αφού πιστεύετε ότι αυτά που σας είπα τις προάλλες αξίζουν τον κόπο να παρουσιαστούν, θα προσπαθήσω να τα αναπτύξω εδώ. Πρέπει όμως, πρώτα απ’ όλα, να επαναλάβω αυτό που ήδη σας έχω πει: ότι δεν είμαι σίγουρος ότι έχω δίκιο και ότι, επιπλέον, μπροστά στο δικό σας εγχείρημα, αισθάνομαι υποδεέστερος. Όταν κάποιοι άνθρωποι που περνούν όλη τη μέρα τους στο εργοστάσιο ή το εργοτάξιο αφιερώνουν τον ελεύθερο χρόνο τους στην προσπάθεια να εκφραστούν σ’ ένα περιοδικό, τότε με ποιο δικαίωμα θα έρθει να ξινίζει τα μούτρα του και να τους δίνει αφ’ υψηλού συμβουλές κάποιος επαγγελματίας συγγραφέας, που απολαμβάνει πλήρους ελευθερίας για να γράφει και να δουλεύει; Ακόμη κι αν, όλως τυχαίως, έχει δίκιο, δεν διακινδυνεύει να χάσει τίποτε, και αυτό αρκεί για να κάνει τα λόγια του ύποπτα. 

Για να αποδεχτώ έναν τόσο γελοίο ρόλο –που εύκολα μπορεί να γίνει και αισχρός– , θα έπρεπε να είμαστε μεταξύ παλιόφιλων και σε ατμόσφαιρα πλήρους χαλάρωσης. Χωρίς να θέλω να σας προσβάλω, αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Από την άλλη πλευρά όμως, αισθάνομαι ότι θα ήταν κάποιου είδους χυδαία λιποψυχία από μέρους μου, μια έλλειψη συναδελφικότητας, να μην σας πω εντελώς απλά αυτό που σκέφτομαι, ξεκαθαρίζοντας από την αρχή ότι είμαι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να αναγνωρίσω ότι έχω άδικο.

Το πρώτο-πρώτο που πρέπει να πω είναι ότι δεν πιστεύω ότι θα μπορούσε να υπάρχει μια ειδική εργατική λογοτεχνία. Μπορεί να υπάρχει λογοτεχνία γραμμένη από εργάτες, αλλά αυτή, εφόσον είναι καλή, δεν διακρίνεται από τη μεγάλη λογοτεχνία. Από την άλλη πλευρά, πιστεύω επίσης ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να συνεισφέρουν στη σημερινή λογοτεχνία κάτι που φαίνεται ότι έχει χάσει στο μεγαλύτερο μέρος της. Εξηγούμαι. Μπορεί κάποιος να θεωρεί, για παράδειγμα, τον Γκόρκι, ως έναν από τους καλύτερους εκπροσώπους της εργατικής λογοτεχνίας. Για μένα, όμως, δεν υπάρχει ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στα βιβλία του Γκόρκι και τα βιβλία του μεγαλογαιοκτήμονα Τολστόι. Αντίθετα, μου αρέσουν και οι δύο, εν μέρει για τους ίδιους λόγους: σε μια γλώσσα απλή και ταυτόχρονα ωραία, μιλούν για ό,τι μεγαλειώδες υπάρχει στην ψυχή ενός ανθρώπου, είτε πρόκειται για χαρά είτε για πόνο. Απεναντίας, υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ του Τολστόι και ενός μεγάλου συγγραφέα όπως, για παράδειγμα, ο Ζιντ, ο οποίος προέρχεται από την αστική τάξη. Από τους δύο, αυτός που γράφει, με τον δικό του τρόπο, για το λαό και με το λαό, είναι ο μεγαλογαιοκτήμονας.

Ο Τολστόι και ο Γκόρκι, οι δυο τους, ορίζουν αρκετά καλά αυτό που εγώ εννοώ ως λογοτεχνία και που εσείς μπορεί να την ονομάζατε εργατική, ενώ εγώ θα την ονόμαζα, ελλείψει άλλης λιγότερο γελοίας λέξης, αληθινή. Σ’ αυτή την τέχνη, είναι δυνατόν να συνυπάρχουν η πιο απλή και ανεπιτήδευτη καρδιά και το πιο εκλεπτυσμένο γούστο. Στην ουσία, όταν λείπει το ένα από αυτά, χάνεται η ισορροπία. Όντως, η λογοτεχνία του καιρού μας, που στην πραγματικότητα είναι μια λογοτεχνία για εμπορικές κοινωνικές τάξεις (αυτό αφορά τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος των έργων), έχει χαλάσει την ισορροπία. Και δεν τη χάλασε μόνον προς την κατεύθυνση της σχολαστικότητας και της επιτήδευσης, πράγμα που την απομάκρυνε μεμιάς από το εργατικό αναγνωστικό κοινό× τη χάλασε επίσης, όπως είναι φυσικό όταν θέλει κανείς να αρέσει σε εμπόρους, με την έννοια της ευτέλειαςκαι της κοροϊδίας, πράγμα που αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορεί να ενδιαφέρει κάποιον σαν τον Τολστόι (ο οποίος έλεγε ότι η δημοσιογραφία είναι ένα διανοητικό πορνείο, και η σημερινή λογοτεχνία, τις περισσότερες φορές, χαρακτηρίζεται από τον εύκολο λόγο της δημοσιογραφίας). Ε, λοιπόν, όσο θεωρώ ότι ένα εργατικό περιοδικό οφείλει να αντιδράσει ενάντια στην επιτήδευση και τις φορμαλιστικές λεπτολογίες μιας κάποιας λογοτεχνίας, προκειμένου να απευθυνθεί ξανά σ’ εκείνους τους ανθρώπους που εργάζονται παντοιοτρόπως, άλλο τόσο μου φαίνεται απαραίτητο να αντιδράσει, και μάλιστα εντόνως, ενάντια στον αστικό εκχυδαϊσμό. Για να επαναλάβω το παράδειγμά μου, ο Τολστόι είναι μεγάλος στο μάτια μου στο μέτρο που καταφέρνει να συγκινήσει ακόμη και τον λιγότερο καλλιεργημένο (ή επαρκή) αναγνώστη. Αντιστρόφως, η εργατική λογοτεχνία έχει έννοια και μεγαλείο μόνον όταν, με αφετηρία την αλήθεια της δουλειάς, του πόνου, της χαράς, επανασυνδέει, με τον πιο ευθύ, βαθύ και άμεσο λόγο, αυτή την ίδια αλήθεια που ακολουθούσε και ο Τολστόι με όλα τα μέσα της τέχνης και της σκέψης. Αντιθέτως, όταν αυτή η λογοτεχνία περιορίζεται στο να επαναλαμβάνει απλώς αυτά τα ίδια που διαβάζουμε και στις εφημερίδες, θα είναι βέβαια ενδιαφέρουσα, αλλά εξαιτίας των περιστάσεων μέσα στις οποίες γεννήθηκε, όχι επειδή είναι λογοτεχνία.

Αυτό που μ’ ενοχλεί μερικές φορές στο περιοδικό σας (όχι πάντα, αυτό το λέω με σιγουριά), είναι μια κάποια συγκαταβατικότητα που καταλήγει να ταυτίζεται με αυτά που δεν μ’ αρέσουν στη σημερινή λογοτεχνία. Θα σας αναφέρω δύο παραδείγματα. Όταν ένας αστός παραγωγός διεκπεραιώνει στο γόνατο μια κινηματογραφική ταινία που θα του αποφέρει εκατομμύρια, χάρη στις καμπύλες μιας βεντέτας που φτιάχτηκε εκ του μηδενός μέσα σ’ έξι μήνες, δεν υπάρχει λόγος να τον δικαιώνει κανείς, γράφοντας ότι η ταινία βλέπεται μόνον χάρη σ’ αυτές τις καμπύλες. Όπως όλος ο κόσμος, όσον αφορά τις καμπύλες, έχω κι εγώ τις απόψεις μου και τα γούστα μου. Άλλο πράγμα όμως οι καμπύλες κι άλλο η ταξική κουλτούρα, και η κριτική της παρακμιακής βιομηχανίας του αστικού κινηματογράφου πρέπει να γίνεται διαφορετικά. Δεύτερο παράδειγμα. Η αναφορά στην πρέφα, που παίζει κανείς στο καφενείο της γειτονιάς (για λεπτομέρειες πρόκειται, αλλά τις αναφέρω μόνον και μόνον για να γίνω πλήρως κατανοητός): «Είναι αλήθεια ότι η πρέφα αξίζει όσο και μια κοσμική δεξίωση». Μα η κοσμική δεξίωση δεν έχει καμιά αξία. Για ποιο λόγο, λοιπόν, τις συγκρίνουμε; Η πρέφα είναι διασκεδαστική κι ευχάριστη (για να ξεκαθαρίσω τη θέση μου, προσθέτω ότι είναι το μόνο χαρτοπαίγνιο που με συναρπάζει), αλλά δεν έχει ανάγκη ν’ αναφερθεί σ’ ένα περιοδικό για να γίνει γνωστή× τα καταφέρνει μια χαρά από μόνη της.

Ξέρω, φυσικά, ότι ένα περιοδικό πρέπει να είναι ζωντανό, και δεν θα υποστήριζα ποτέ έναν προσανατολισμό που θα προκαλούσε θανάσιμη πλήξη. Υπάρχουν πολλά περιοδικά σήμερα, που, ενώ η πρόθεσή τους είναι να αρέσουν, δεν καταφέρνουν ούτε καν να δυσαρεστούν τους αναγνώστες τους: τους κάνουν απλώς να πλήττουν. Εξάλλου, ούτε από εμένα λείπει εντελώς το χιούμορ, και, κατά τη γνώμη μου, ένα εργατικό περιοδικό πρέπει να είναι και αστείο. Πρέπει όμως να βρεθεί ο σωστός τόνος, αυτό είναι όλο× αναγνωρίζω, βέβαια, ότι αυτό δεν είναι εύκολο, την ώρα μάλιστα που το περιοδικό σας έχει βγάλει, όλα κι όλα, μόνον δύο τεύχη. Ξέρω, επίσης, ότι αυτά τα δύο παραδείγματα που έφερα, δεν χαρακτηρίζουν εξ ολοκλήρου το περιοδικό σας (για παράδειγμα, το κείμενο του Βέλγου ανθρακωρύχου είναι πολύ ωραίο). Ακριβώς όμως, αν αυτό που σας λέω έχει κάποια χρησιμότητα, αυτή θα έπρεπε να συνίσταται στο να σας επιτρέψει να διακρίνετε τις διαφορές στον τόνο, στις αποχρώσεις, όπως αυτές φανερώνονται σ’ έναν καλοπροαίρετο αναγνώστη, και να σας βοηθήσει να κάνετε τις επιλογές σας.

Θέλω μόνον να το επαναλάβω, για μια ακόμη φορά, με κίνδυνο να γίνω κι εγώ βαρετός: δεν υποστηρίζω ότι ένα περιοδικό πρέπει να είναι αφόρητα πληκτικό ούτε ότι οι συνεργάτες σας πρέπει να γράφουν επιτηδευμένα. Τα παραδείγματα που επικαλούμαι δεν είναι ο Ζιντ, ο Κλωντέλ ή ο Ζουαντώ. Μιλώ για μια λογοτεχνία στην οποία το κορυφαίο παράδειγμα είναι τα μυθιστορήματα του Τολστόι, και που είναι ο κοινός τόπος όπου μπορούν να ξανανταμώσουν οι λογοτέχνες και οι εργαζόμενοι. Ο Βαλέ, ο Νταμπί, ο Πουλάιγ, ο Γκιγιού (έχετε διαβάσει το Compagnons, αυτό το αριστούργημα;), ο Ιστράτι, ο Γκόρκι, ο Ροζέ Μαρτέν ντυ Γκαρ, και τόσοι άλλοι, δεν γράφουν με επιτήδευση, και όλοι τους μιλούν για μια αλήθεια που η αστική λογοτεχνία έχει σχεδόν παντελώς απολέσει, και την οποία, κατά τη γνώμη μου, τη διαφυλάττει σχεδόν ακέραια ο κόσμος των εργαζομένων.

Τι άλλο να σας πω; Θα έπρεπε, ίσως –και θα το κάνω κάποια μέρα–, να αναπτύξω εκτενέστερα αυτήν την αλήθεια, ότι υπάρχει ανάμεσα στον εργαζόμενο και τον καλλιτέχνη μια ουσιαστική αλληλεγγύη, και ότι, εντούτοις, σήμερα, βρίσκονται απελπιστικά απομακρυσμένοι μεταξύ τους. Οι δεσποτικές εξουσίες, όπως αυτές των δημοκρατιών του χρήματος, γνωρίζουν ότι, για να μπορούν να ηγεμονεύουν, τους είναι απαραίτητο να κρατούν σε απόσταση την εργασία από τον πολιτισμό. Όσον αφορά την εργασία, η οικονομική καταπίεση και οι συνθήκες εργασίας φτάνουν και περισσεύουν γι’ αυτόν το σκοπό, και, ούτως ή άλλως, βοηθιούνται από την παραγωγή φτηνών υποκατάστατων κουλτούρας (του κινηματογράφου, κυρίως).[1] Όσο για τον πολιτισμό, τα εργαλεία που φέρουν εις πέρας αυτό το έργο είναι η διαφθορά και ο δελεασμός. Η εμπορική κοινωνία χρυσώνει και παρέχει σημαντικά προνόμια στους διασκεδαστές, που φέρουν τον τίτλο του καλλιτέχνη, και τους υποχρεώνει με αυτόν τον τρόπο σε κάθε είδους παραχωρήσεις. Από τη στιγμή που θα αποδεχτούν αυτές τις παραχωρήσεις, τους βλέπουμε να δένονται με τα προνόμιά τους, να γίνονται αδιάφοροι  ή και εχθρικοί απέναντι στη δικαιοσύνη, και να απομακρύνονται από τους εργαζόμενους.
Συνεπώς, οφείλουμε να αγωνιστούμε, και εσείς από την πλευρά σας και εμείς, οι εξ επαγγέλματος καλλιτέχνες και λογοτέχνες, ενάντια σ’ αυτή την επιχείρηση διαχωρισμού. Πρώτα, εμείς, αρνούμενοι τις παραχωρήσεις και, στη συνέχεια, προσπαθώντας να γράφουμε ολοένα και περισσότερο για όλους, όσο μακριά κι αν βρισκόμαστε από αυτή την κορυφή της τέχνης, κι ύστερα εσείς, που υπομένετε τις σκληρότερες συνθήκες της μάχης, προσπαθώντας να σκεφτείτε τι είναι αυτό που λείπει από τη σημερινή λογοτεχνία και τι είναι αυτό το αναντικατάστατο που θα μπορούσατε να  συνεισφέρετε σ’ αυτήν. Δεν είναι εύκολο, το ξέρω, αλλά την ημέρα που, χάρη σε αυτές τις δύο πορείες, θα πλησιάσουμε, οι μεν και οι δε, τα σύνορα που μας χωρίζουν, δεν θα υπάρχουν πια καλλιτέχνες από τη μια μεριά και εργάτες από την άλλη, αλλά μία και μόνη τάξη δημιουργών, με όλη τη σημασία της λέξης.
Αυτά, πάνω-κάτω, είχα να σας πω. Ίσως να μακρηγόρησα υπερβολικά, και ίσως όλα αυτά να είναι κάπως συγκεχυμένα, επειδή σας γράφω μεταφέροντας αλογόκριτα όλα όσα σκέφτομαι. Αν κάνω λάθος, συγχωρείστε με. Επαναλαμβάνω ότι, μπροστά στο δικό σας εγχείρημα, αισθάνομαι ότι χάνω οποιαδήποτε βεβαιότητα έχω.
Εγκάρδια δικός σας,
Αλμπέρ Καμύ
ΥΓ. Σας ευχαριστώ για το Belles Journées που μου στείλατε. Θα το διαβάσω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον: το θέμα του είναι υπέροχο.
μετάφραση από τα γαλλικά: Γ. Παπαπαναγιώτου

[1] (Σ.τ.Μ). Το 1953, η τηλεόραση ήταν ελάχιστα διαδεδομένη ακόμη στη Γαλλία, ενώ ο κινηματογράφος ήταν το προσιτότερο και δημοφιλέστερο μέσο διασκέδασης.

 Πηγή: Ενθέματα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου