Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Η δημιουργία των Αστικών Κοινών



Από το βιβλίο Harvey, D., 2012. Rebel cities: from the right to the city to the urban revolution, Verso: London-NY. Πηγή: rebelnet




Η πόλη είναι το μέρος όπου ανακατεύονται άνθρωποι όλων των ειδών και των τάξεων, ωστόσο άλλοτε με απρόθυμο και άλλοτε με αγωνιστικό τρόπο, και δημιουργούν μια κοινή αν και διαρκώς μεταβαλλόμενη και παροδική ζωή. Τα κοινά χαρακτηριστικά (commonality) αυτής της ζωής αποτελούν εδώ και πολύ καιρό αντικείμενο σχολιασμού από πολεοδόμους όλων των αποχρώσεων και αυτό το συναρπαστικό θέμα αποτελεί αντικείμενο για ένα ευρύ φάσμα από υποβλητικά γραπτά και αναπαραστάσεις (σε μυθιστορήματα, ταινίες, πίνακες ζωγραφικής, βίντεο, και παρόμοια), τα οποία επιχειρούν να αντιληφθούν τον χαρακτήρα αυτής της ζωής (ή τον ειδικό χαρακτήρα της ζωής σε μια συγκεκριμένη πόλη σε ένα συγκεκριμένο τόπο και χρόνο) και τα βαθύτερα νοήματά της. Επίσης στην μακρά ιστορία της ουτοπικής πολεοδομίας, έχουμε καταγράψει πάσης φύσεως ανθρώπινες προσδοκίες να φτιάξουν την πόλη με μια διαφορετική εικόνα, περισσότερο «με την επιθυμία της καρδιάς μας» όπως θα το έθετε ο Park. Η πρόσφατη αναβίωση της έμφασης στην υποτιθέμενη απώλεια των αστικών κοινών χαρακτηριστικών αντανακλά τις φαινομενικά βαθιές επιπτώσεις από το πρόσφατο κύμα ιδιωτικοποιήσεων, περιφράξεων, ελέγχων στο χώρο, αστυνόμευσης, και επιτήρησης πάνω στις ποιότητες της ζωής στην πόλη, με μια γενική έννοια, και ειδικότερα πάνω στη δυνατότητα να χτιστούν ή να ανασταλούν νέες μορφές κοινωνικών σχέσεων (νέα κοινά) εντός της αστεακής διαδικασίας που επηρεάζεται εάν δεν κυριαρχείται από τα συμφέροντα της καπιταλιστικής τάξης. Όταν οι Νέγκρι και Χαρντ, για παράδειγμα, ισχυρίζονται ότι θα πρέπει να δούμε «την μητρόπολη ως το εργοστάσιο για την παράγωγη του κοινού», το προτείνουν αυτό ως ένα σημείο εισόδου για αντικαπιταλιστική κριτική και πολιτικό ακτιβισμό. Όπως το δικαίωμα στην πόλη, έτσι και αυτή η ιδέα ακούγεται ελκυστική και ενδιαφέρουσα, αλλά τι στην πραγματικότητα σημαίνει; Και πως αυτή σχετίζεται με την μακρά ιστορία επιχειρημάτων και συζητήσεων που αφορούν την δημιουργία και αξιοποίηση των πόρων κοινής ιδιοκτησίας;
Έχω χάσει τον λογαριασμό του πόσες φόρες έχω συναντήσει το κλασικό άρθρο του Garrett Hardin για την «Τραγωδία των κοινών» να αναφέρεται ως το αδιάψευστο επιχείρημα για την ανώτερη απόδοση των ιδιωτικών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας σε σχέση με τη χρήση της γης και των πόρων και για αυτό να αποτελεί μια αδιαμφισβήτητη δικαιολογία για ιδιωτικοποιήσεις.(1) Αυτή η λανθασμένη ανάγνωση εν μέρει προέρχεται από τη προσφυγή του Hardin στη μεταφορά των ζώων, τα οποία όταν βρίσκονται υπό την ιδιωτική ιδιοκτησία διαφόρων ιδιωτών τότε αυξάνει η ατομική χρησιμότητα του να βόσκουν σε ένα κομμάτι κοινής γης. Οι ιδιοκτήτες ατομικά κερδίζουν από την προσθήκη επιπλέον ζώων, ενώ οι τυχόν απώλειες στην γονιμότητα μοιράζονται μεταξύ όλων των χρηστών. Έτσι όλοι οι κτηνοτρόφοι συνεχίζουν να προσθέτουν ζώα μέχρι η κοινή γη να χάσει ολοκληρωτικά την παραγωγικότητά της. Εάν τα ζώα κρατούνταν από κοινού, φυσικά, η μεταφορά δεν θα μπορούσε να ισχύει. Αυτό δείχνει ότι είναι η ιδιωτική ιδιοκτησία στα ζώα και η ατομική χρήση –που μεγιστοποιεί την συμπεριφορά που βρίσκεται στην καρδιά του προβλήματος, παρά ο χαρακτήρας της κοινής ιδιοκτησίας των πόρων. Άλλα τίποτα από αυτά δεν ήταν το πρωταρχικό μέλημα του Hardin. Το ζήτημα που το απασχολούσε ήταν η αύξηση του πληθυσμού. Η προσωπική απόφαση του να κάνεις παιδιά, φοβόταν, ότι θα οδηγήσει τελικά στην καταστροφή των παγκόσμιων κοινών και στην εξάντληση όλων των πόρων (όπως έχει εξίσου υποστηρίξει και ο Malthus). Η μονή λύση, συμφωνά με την οπτική του, είναι ο αυταρχικός ρυθμιστικός έλεγχος του πλυθησμού.(2)
Αναφέρω αυτό το παράδειγμα για να υπογραμμίσω ότι ο τρόπος σκέψης σχετικά με τα κοινά συχνά έχει αυτοπεριφραχθεί σε ένα πολύ στενό σύνολο τεκμηρίων, που σε μεγάλο βαθμό επηρεάζεται από τις περιφράξεις γης οι οποίες συνέβησαν στην Βρετανία από τα τέλη της μεσαιωνικής περιόδου και μετά. Ως αποτέλεσμα, η σκέψη έχει συχνά πολωθεί ανάμεσα στις λύσεις της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και στην αυταρχική κρατική παρέμβαση. Από μια πολιτική σκοπιά, το όλο ζήτημα συσκοτίζεται από την αντίδραση (που δένεται με βαριές δόσεις νοσταλγίας για την μια φορά και ένα καιρό υποτιθέμενη ηθική οικονομία της δράσης από κοινού) είτε υπέρ ή κυρίως από μια αριστερή οπτική κατά των περιφράξεων.
Η Elinor Ostrom επιδιώκει να διαταράξει κάποια από τα παραπάνω τεκμήρια στο βιβλίο της Διαχείριση των Κοινών.(3) Η Ostrom συστηματοποιεί τα ανθρωπολογικά, κοινωνιολογικά και ιστορικά στοιχεία με τα οποία έχει από καιρό καταδείξει ότι εάν οι βοσκοί συνομιλούσαν (ή είχαν πολιτιστικές αξίες μοιράσματος) τότε ενδεχομένως εύκολα θα επέλυαν οποιοδήποτε κοινό ζήτημα. Η Ostrom καταδεικνύει μέσα από αναρίθμητα παραδείγματα ότι τα άτομα μπορούν και συχνά επινοούν πρωτότυπους και εξαιρετικά λογικούς συλλογικούς τρόπους για να διαχειριστούν κοινής ιδιοκτησίας πόρους για ατομικά και συλλογικά οφέλη. Μέλημά της ήταν να διαπιστωθεί γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό επιτυγχάνεται και κάτω από ποιες συνθήκες δεν συμβαίνει αυτό. Οι μελέτες περίπτωσης «συντριβούν την πεποίθηση από πολλούς πολιτικούς αναλυτές ότι ο μόνος τρόπος για να επιλυθούν προβλημάτων πόρων κοινής ιδιοκτησίας είναι εξωτερικές αρχές να επιβάλλουν πλήρη ιδιωτικά δικαιώματα ιδιοκτησίας ή μέσω κεντρικής ρύθμισης». Αντ’αυτού οι μελέτες της καταδεικνύουν «πλούσια μείγματα δημόσιων και ιδιωτικών θεσμίσεων». Οπλισμένη με αυτό το συμπέρασμα, η Ostrom μάχεται με την οικονομική ορθοδοξία που απλώς βλέπει την πολιτική με όρους της διχοτομικής επιλογής μεταξύ κράτους και αγοράς.
Αλλά στα περισσότερα από τα παραδείγματά της εμπλέκονται περίπου εκατό οικειοποιητές. Οτιδήποτε μεγαλύτερο (το μεγαλύτερο παράδειγμά της αφορά 15.000 άτομα), έχει βρει, απαιτεί μια «ένθετη» δομή λήψης αποφάσεων, διότι η άμεση διαπραγμάτευση μεταξύ όλων των ατόμων ήταν αδύνατη. Αυτό σημαίνει ότι αυτή η ένθετη, και για αυτό με μια έννοια «ιεραρχική» μορφή οργάνωσης, απαιτείται για να αντιμετωπίσει τα μεγάλης κλίμακας προβλήματα όπως η υπερθέρμανση του πλανήτη. Δυστυχώς ο όρος «ιεραρχία» αποτελεί ανάθεμα στην συμβατική σκέψη (η Ostrom τον αποφεύγει), και είναι δηλητηριώδης και μη δημοφιλής μεταξύ των αριστερών στις μέρες μας. Η μονή πολιτικά σωστή μορφή οργάνωσης σε πολλούς ριζοσπαστικούς κύκλους είναι η μη-κρατική, μη-ιεραρχική και οριζόντια μορφή οργάνωσης. Για να αποφευχθεί ο υπαινιγμός ότι κάποιας μορφής ένθετων ιεραρχικών ρυθμίσεων ενδέχεται να είναι αναγκαίες, το ζήτημα του πως γίνεται η διαχείριση των κοινών σε μεγάλες κλίμακες, σε αντίθεση με τις μικρές και τοπικής κλίμακας, τείνει να παρακαμφθεί (για παράδειγμα, το πρόβλημα του παγκόσμιου πληθυσμού που ήταν η ανησυχία του Hardin).
Υπάρχει, για την ακρίβεια, ένα αναλυτικό δύσκολο «πρόβλημα κλίμακας» σε αυτή την εργασία που χρειάζεται (αλλά που δεν λαμβάνει) την απαιτουμένη προσοχή. Οι δυνατότητες για συνετή διαχείριση των πόρων κοινής ιδιοκτησίας που υπάρχουν σε μια κλίμακα (όπως τα δικαιώματα διαμοιρασμού νερού μεταξύ εκατό αγροτών σε μια μικρή λεκάνη ποταμού) δεν μπορούν να μεταφερθούν για να επιλυθούν ζητήματα όπως η υπερθέρμανση του πλανήτη, ή ακόμα στην περιφερειακή διάχυση της όξινης βροχής από σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Καθώς εμείς «πηδάμε κλίμακες» (ως γεωγράφος ήθελα να το πω), έτσι η όλη φύση των προβλημάτων των κοινών και οι προοπτικές εξεύρεσης λύσεων αλλάζουν δραματικά.(4) Αυτό που φαίνεται ως καλός τρόπος για να επιλύονται προβλήματα σε μια κλίμακα δεν ισχύει σε άλλη κλίμακα. Ακόμα χειροτέρα, προφανώς καλές λύσεις σε μια κλίμακα (ας πούμε «τοπική») δε είναι απαραίτητα κατάλληλες για να προταθούν σε άλλη κλίμακα (για παράδειγμα στη παγκόσμια). Για αυτό η μεταφορά του Hardin είναι τόσο παραπλανητική: χρησιμοποιεί ένα μικρής κλίμακας παράδειγμα για τη λειτουργιά του ιδιωτικού κεφαλαίου σε ένα κοινό βοσκότοπο για να αναλύσει ένα παγκόσμιο πρόβλημα, σα να μην υπάρχει κανένα πρόβλημα στην μεταπήδηση της κλίμακας.
Παρεμπιπτόντως, για αυτό τα πολύτιμα μαθήματα που αποκτήθηκαν από τη συλλογική οργάνωση των αλληλέγγυων οικονομιών μικρής κλίμακας σε περιοχές κοινής ιδιοκτησίας δεν μπορούν να μεταφραστούν σε παγκόσμιες λύσεις χωρίς να καταφύγουν σε «ένθετες» και για αυτό ιεραρχικές οργανωτικές μορφές. Δυστυχώς, όπως ήδη έχει ειπωθεί, η ιδέα της ιεραρχίας είναι ανάθεμα σε πολλά τμήματα της σημερινής αντιπολιτευτικής αριστεράς. Ο φετιχισμός των οργανωτικών προτιμήσεων (για παράδειγμα καθαρά οριζόντιες δομές) πολύ συχνά στέκεται απέναντι στο δρόμο για την εύρεση κατάλληλων και αποτελεσματικών λύσεων. Για να είμαι σαφής, δεν ισχυρίζομαι ότι η οριζοντιότητα είναι κακό πράγμα, νομίζω ότι αποτελεί ένα εξαιρετικό αντικείμενο αλλά πρέπει να αναγνωρίζουμε τα όριά της ως ηγεμονική οργανωτική αρχή και να είμαστε έτοιμοι να πάμε πέρα από αυτή όταν είναι απαραίτητο.
Υπάρχει επίσης μια μεγάλη σύγχυση σχετικά με τη σχέση μεταξύ των κοινών και των υποτιθεμένων δεινών που φέρνουν οι περιφράξεις. Στο μεγαλύτερο επίπεδο των πραγμάτων (και ειδικότερα στο παγκόσμιο επίπεδο), κάποιας μορφής περίφραξη είναι συχνά ο καλύτερος τρόπος για να διατηρηθούν συγκεκριμένα είδη πολύτιμων κοινών. Αυτό ακούγεται σαν και είναι μια αντιφατική δήλωση, αλλά αντανακλά μια πραγματική αντιφατική κατάσταση. Για παράδειγμα θα χρειαστεί μια δρακόντεια πράξη περιφράξεων στην Αμαζονία για να προστατευτεί η βιοποικιλότητα και οι κουλτούρες των ιθαγενών πληθυσμών ως μέρος των παγκόσμιων φυσικών και πολιτιστικών κοινών. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα απαιτηθεί η κρατική αρχή για να προστατεύσει αυτά τα κοινά ενάντια στη φιλισταία δημοκρατία των βραχυπρόθεσμων συμφερόντων των πλουσίων που καταστρέφουν τη γη με φυτείες σόγιας και την εκτροφή ζώων. Έτσι δεν μπορεί να θεωρηθούν όλες οι μορφές περίφραξης ως αρνητικές εξ ορισμού. Η παράγωγη και περίφραξη των μη-εμπορευματικών χώρων σε έναν αδίστακτα εμπορευματοποιημένο κόσμο είναι σίγουρα ένα καλό πράγμα. Αλλά σε αυτή την περίπτωση μπορεί να υπάρχει ένα άλλο πρόβλημα: η αποβολή των αυτόχθονων πληθυσμών από τις δασικές τους εκτάσεις μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητη για να διατηρηθεί η βιοποικιλότητα (όπως συχνά υποστηρίζει το Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση). Ένα κοινό μπορεί να προστατεύεται σε βάρος κάποιου άλλου. Όταν ένα φυσικό καταφύγιο περιφράσσεται, η δημόσια πρόσβαση δεν επιτρέπεται. Είναι επικίνδυνο, ωστόσο, να υποθέσουμε ότι ο καλύτερος τρόπος να διατηρηθεί ένα είδος κοινού είναι να αναιρείται κάποιο άλλο. Υπάρχει μια πληθώρα παραδειγμάτων από μορφές συνδυασμένης διαχείρισης δασών όπου επιτυγχάνεται ο διπλός στόχος της βελτίωσης και ανάπτυξης του δασούς ενώ ταυτόχρονα διατηρείται η πρόσβαση στους παραδοσιακούς χρήστες στους πόρους του δασούς. Ωστόσο η ιδέα της προστασίας των κοινών μέσω περιφράξεων δεν είναι πάντα εύκολο να διατυπωθεί, όταν χρειάζεται ενεργά να ερευνηθεί ως μια αντικαπιταλιστική στρατηγική. Στην πραγματικότητα η κοινή απαίτηση των αριστερών για «τοπική αυτονομία» είναι στην πραγματικότητα μια απαίτηση για κάποιου είδους περίφραξη.
Συνεπώς πρέπει να συμπεράνουμε ότι τα ζητήματα που αφορούν τα κοινά είναι αντιφατικά και ως εκ τούτου πάντα αμφισβητούνται. Πίσω από αυτές τις αμφισβητήσεις βρίσκονται αντικρουόμενα κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα. Πράγματι, όπως έχει επισημάνει ο Jacques Ranciere «η πολιτική είναι η σφαίρα του κοινού και δεν μπορεί παρά να είναι αμφιλεγόμενη». (6) Στο τέλος, ο αναλυτής μένει με την απλή απόφαση: Με ποιανού την πλευρά είσαι, ποιανού τα κοινά συμφέροντα θα επιλέξεις να προστατεύεις, και με ποια μέσα;
Για παράδειγμα, οι πλούσιοι αυτές τις μέρες έχουν για συνήθεια να περιφράσσονται σε gated communities εντός των οποίων ορίζονται αποκλειστικά κοινά. Αυτό κατ’ αρχήν δεν διαφέρει από τη διαχείριση κοινών υδατικών πόρων μεταξύ πενήντα χρηστών οι οποίοι δεν λαμβάνουν υπόψη τους κανέναν άλλο. Οι πλούσιοι έχουν το θράσος ακόμα και να αγοράζουν αποκλειστικούς αστικούς χώρους όπως ήταν τα παραδοσιακά κοινά των χωριών, όπως στην περίπτωση του Κοινού του Kierland στο Φοίνιξ, στην Αριζόνα, το οποίο περιγράφεται ως ένα «αστικό χωριό με χώρους για καταστήματα, γραφεία, εστιατόρια» κ.ο.κ.(7) Ριζοσπαστικές ομάδες μπορούν επίσης να αποκτήσουν χώρους (μερικές φόρες μέσω της άσκησης ιδιωτικών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, όπως όταν αγοράζουν ένα κτίριο για να χρησιμοποιηθεί για κάποιο προοδευτικό σκοπό) μέσω των οποίων μπορούν να πραγματοποιήσουν πολιτικές κοινών δράσεων. Ή μπορούν να δημιουργήσουν μια κοινότητα, μια κομμούνα ή ένα σοβιέτ εντός κάποιων προστατευόμενων χώρων. Η πολιτική «σπίτια για το λαό» που η Margaret Kohn περιγράφει ως κεντρική στην πολιτική δράση στην Ιταλία στις αρχές του εικοστού αιώνα πρόκειται περί αυτού ακριβώς.(8)
Δεν συνεπάγονται όλες οι μορφές κοινών ανοικτή πρόσβαση. Ορισμένες είναι (όπως ο αέρας που αναπνέουμε), ενώ άλλες (όπως οι δρόμοι των πόλεών μας) είναι κατ’αρχήν ανοικτές, αλλά ρυθμίζονται, αστυνομεύονται και ακόμα διαχειρίζονται από ιδιώτες στα επιχειρηματικά πάρκα. Ακόμα άλλες (όπως ένας κοινός υδατικός πόρος που ελέγχεται από πενήντα αγρότες) είναι από την αρχή αποκλειστικές σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Τα περισσότερα από τα παραδείγματα της Ostrom στο πρώτο της βιβλίο ήταν του τελευταίου είδους. Επιπλέον, στις αρχικές της μελέτες η Ostrom περιορίζει την έρευνά της στους αποκαλουμένους «φυσικούς» πόρους όπως η γη, τα δάση, το νερό, η αλιεία και παρόμοια. (Λέω «τα αποκαλούμενα» διότι όλοι οι πόροι-πηγές έχουν τεχνολογική, οικονομική και πολιτισμική διάσταση και για αυτό είναι κοινωνικά οριζόμενα.)
Η Ostrom, μαζί με πολλούς συναδέλφους και συνεργάτες της, επιδίωξε αργότερα να εξετάσει άλλες μορφές κοινών, όπως το γενετικό υλικό, τα γνωστικά και πολιτιστικά αγαθά κ.α. Αυτό το τόξο των κοινών αποτελεί επίσης αντικείμενο επίθεσης αυτές τις μέρες μέσω της εμπορευματοποίησης και των περιφράξεων. Τα πολιτιστικά κοινά εμπορευματοποιούνται από τις βιομηχανίες κληρονομιάς μέσω της διαδικασίας της Ντισνειφικέιτιον-Disneyfication (ανάλογο του gentrification). Τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και οι πατέντες πάνω στο γενετικό υλικό και η επιστημονική γνώση γενικότερα αποτελούν ένα από τα πιο καυτά ζητήματα του καιρού μας. Όταν οι εκδοτικές εταιρείες χρεώνουν για την πρόσβαση στα άρθρα που δημοσιεύουν σε επιστημονικά και τεχνικά περιοδικά, εδώ το πρόβλημα της πρόσβασης σε αυτό που θα έπρεπε να είναι κοινή γνώση είναι εξαιρετικά απλό να το δούμε. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων είκοσι χρόνων υπήρξε μια έκρηξη μελετών και πρακτικών προτάσεων, καθώς και άγριες νομικές μάχες για τη δημιουργία γνωστικών κοινών ανοιχτής πρόσβασης.(9)
Τα πολιτιστικά και πνευματικά κοινά του τελευταίου είδους συχνά δεν υπόκεινται στην λογική της έλλειψης, ή της αποκλειστικής χρήσης όπως συμβαίνει με τους φυσικούς πόρους. Μπορούμε όλοι την ιδία στιγμή να ακούμε τον ίδιο ραδιοφωνικό σταθμό, ή το ιδιο πρόγραμμα στην τηλεόραση χωρίς αυτό να μειώνεται. Όπως γραφούν οι Hardt και Negri τα πολιτιστικά κοινά «είναι δυναμικά, εμπλέκοντας τόσο το προϊόν της εργασίας όσο και τα μέσα της μελλοντικής παραγωγής. Αυτό το κοινό δεν είναι μονό η γη που μοιραζόμαστε αλλά επίσης οι γλώσσες που δημιουργούμε, οι κοινωνικές πρακτικές που θεσπίζουμε, οι τρόποι κοινωνικότητας που καθορίζουν τις σχέσεις, κοκ.» Αυτά τα κοινά χτίζονται με το πέρασμα του χρόνου και κατ’αρχήν είναι ανοιχτά σε όλους.(10)
Οι ανθρώπινες ποιότητες της πόλης προκύπτουν από τις πρακτικές μας στους διάφορους χώρους της πόλης ακόμα και εάν αυτοί οι χώροι αποτελούν αντικείμενο περίφραξης, κοινωνικού ελέγχου και σφετερίζονται τόσο από τα ιδιωτικά όσο και από τα δημόσια/κρατικά συμφέροντα. Υπάρχει εδώ μια σημαντική διάκριση μεταξύ από τη μια πλευρά των δημόσιων χώρων και των δημόσιων αγαθών και από την άλλη των κοινών. Οι δημόσιοι χώροι και τα δημόσια αγαθά στην πόλη ήταν πάντοτε ζήτημα της κρατικής εξουσίας και της δημόσιας διοίκησης και ως τέτοιοι δεν συνιστούν και δεν εντάσσονται απαραίτητα στην κατηγορία των κοινών. Καθ’όλη την ιστορία της αστικοποίησης, η παροχή των δημόσιων χώρων και των δημόσιων αγαθών (όπως η περίθαλψη, η δημόσια υγεία, η εκπαίδευση κ.ο.κ.) είτε με δημόσια-κρατικά είτε με ιδιωτικά μέσα ήταν κρίσιμη για την καπιταλιστική ανάπτυξη.(11) Στο βαθμό που οι πόλεις αποτελούν τους χώρους όπου συμβαίνουν έντονες ταξικές συγκρούσεις και αγώνες, κατά αυτόν τον τρόπο οι διοικήσεις των πόλεων συχνά έχουν αναγκαστεί να παρέχουν δημόσια αγαθά (όπως προσιτά δημόσια σπίτια, υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, πλακόστρωτους δρόμους, συνθήκες υγιεινής, και παροχή ύδρευσης) στην αστικοποιημένη εργατική τάξη. Αν και αυτοί οι δημόσιοι χώροι και τα δημόσια αγαθά συμβάλλουν σημαντικά στην ποιότητα των κοινών, απαιτείται η πολιτική δράση εκ μέρους των πολιτών ώστε οι άνθρωποι να τα οικειοποιηθούν. Η δημόσια εκπαίδευση γίνεται κοινό όταν οι κοινωνικές δυνάμεις την οικειοποιούνται, την προστατεύουν και την ενισχύουν προς αμοιβαίο όφελος (πολλά μπράβο για την Ένωση Γονέων και Εκπαιδευτικών). Η πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, η πλατεία Ταχρίρ στο Κάιρο και η πλατεία της Καταλονίας στην Βαρκελώνη ήταν δημόσιοι χώροι οι οποίοι μετατράπηκαν σε αστικά κοινά καθώς οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν εκεί για να εκφράσουν τις πολιτικές τους απόψεις και απαιτήσεις. Ο δρόμος είναι ένας δημόσιος χώρος ο όποιος ιστορικά έχει μετασχηματιστεί μέσω της κοινωνικής δράσης σε κοινό των επαναστατικών κινημάτων καθώς επίσης και σε χώρο της αιματηρής καταστολής.(12) Υπάρχει πάντα ένας αγώνας για πως θα ρυθμιστεί η παραγωγή και η πρόσβαση στο δημόσιο χώρο και στα δημόσια αγαθά, από ποιους, και προς ποιανών το συμφέρον. Ο αγώνας για την οικειοποίηση των δημόσιων χώρων και δημόσιων αγαθών στην πόλη για ένα κοινό σκοπό είναι σε εξέλιξη. Άλλα για να προστατευτεί το κοινό είναι συχνά ζωτικής σημασίας να προστατευτεί η ροή των δημόσιων αγαθών τα όποια στηρίζουν την ποιότητα του κοινού. Όπως οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές μειώνουν τη χρηματοδότηση των δημόσιων αγαθών, έτσι μειώνεται και το διαθέσιμο κοινό, πιέζοντας τις κοινωνικές ομάδες να βρουν άλλους τρόπους για να υποστηρίξουν αυτό το κοινό (για παράδειγμα την εκπαίδευση).
Ως εκ τούτου, το κοινό δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως ένα ιδιαίτερο πράγμα, εφόδιο, ή κοινωνική διαδικασία, άλλα ως μια ασταθή και εύπλαστη κοινωνική σχέση μεταξύ μιας συγκεκριμένης αυτό-καθορισμένης κοινωνικής ομάδας και εκείνων των πτυχών της ύπαρξής της ή ακόμα του υπό δημιουργία κοινωνικού και/ή φυσικού περιβάλλοντος που θεωρείται κρίσιμο για την ζωή και την επιβίωση. Υπάρχει, στην πραγματικότητα, η κοινωνική πρακτική του commoning. Αυτή η πρακτική παράγει ή εγκαθιδρύει μια κοινωνική σχέση με ένα κοινό του οποίου οι χρήσεις είναι είτε αποκλειστικές σε μια κοινωνική ομάδα είτε εν μέρει ή πλήρως ανοικτές σε όλους. Στην καρδιά της πρακτικής του commoning βρίσκεται η αρχή ότι η σχέση μεταξύ της κοινωνικής ομάδας και της πτυχής του περιβάλλοντος που απειλείται ως κοινό θα πρέπει να είναι και τα δυο συλλογικά και μη εμπορευματικά, έξω από τη λογική των ανταλλαγών της αγοράς και των αξίων-αποτιμήσεων της αγοράς. Αυτό το τελευταίο σημείο είναι κρίσιμο διότι βοηθά στην διάκριση μεταξύ των δημόσιων αγαθών που κατασκευάζονται ως παραγωγικές δαπάνες του κράτους και του κοινού το οποίο εγκαθιδρύεται ή χρησιμοποιείται με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο και για εντελώς διαφορετικό σκοπό, ακόμα και όταν καταλήγει έμμεσα στο να ενισχύει τον πλούτο και το εισόδημα της κοινωνικής ομάδας που το υποστηρίζει. Ένας κοινοτικός κήπος μπορεί κατ’αυτόν τον τρόπο να ειδωθεί ως ένα καλό πράγμα από μόνο του, χωρίς να έχει σημασία τι είδος τροφή παράγεται σε αυτόν. Αυτό δεν εμποδίζει μερικά από τα τρόφιμα να πουλιούνται.
Απλά, πολλές διαφορετικές κοινωνικές ομάδες μπορούν να συμμετέχουν στην πρακτική του commoning για διαφορετικούς λόγους. Αυτό μας φέρνει πίσω στο θεμελιώδες ζήτημα, ποιες κοινωνικές ομάδες θα πρέπει να υποστηρίζονται και ποιες όχι στα πλαίσια των αγώνων υπέρ των κοινών. Ως εκ τούτου οι εξαιρετικά πλούσιες κοινωνικές ομάδες είναι εξίσου έντονα προστατευμένες από τα στεγαστικά κοινά όπως κάθε άλλη, και έχουν υπερβολική δύναμη και επιρροή στη κατασκευή και προστασία τους.
Το κοινό, ακόμη και εάν δεν μπορεί να περιφραχθεί, μπορεί πάντα να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης ακόμα και εάν δεν αποτελεί εμπόρευμα. Για παράδειγμα η ατμόσφαιρα και η ελκυστικότητα μια πόλης αποτελεί συλλογικό προϊόν των πολιτών της, άλλα είναι το τουριστικό εμπόριο που εμπορικά κεφαλαιοποιεί αυτό το κοινό ώστε να αποκομίσει μονοπωλιακές προσόδους. Μέσω των καθημερινών τους αγώνων άτομα και κοινωνικές ομάδες δημιουργούν τον κοινωνικό κόσμο της πόλης, και ως εκ τούτου δημιουργούν κάτι το κοινό ως ένα πλαίσιο όντος του οποίου όλοι μπορούν να κατοικήσουν. Ενώ αυτό το πολιτιστικά δημιουργημένο κοινό δεν μπορεί να καταστραφεί μέσω της χρήσης του, μπορεί ωστόσο να υποβαθμιστεί και να γίνει κοινότοπο μέσω της υπερβολικής του κατάχρησης. Δρόμοι που μπλοκάρονται από την κυκλοφορία καθιστούν αυτόν τον δημόσιο χώρο σχεδόν άχρηστο ακόμα και για τους οδηγούς (πόσο μάλλον για τους πεζούς και τους διαδηλωτές), οδηγώντας σε κάποιο σημείο σε εισπρακτικά μέτρα για την συμφόρηση και σε τέλη πρόσβασης σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η χρήση, ώστε να μπορούν να λειτουργήσουν οι δρόμοι πιο αποτελεσματικά. Ο δρόμος αυτού του είδους δεν αποτελεί κοινό. Ωστόσο πριν την έλευση του αυτοκινήτου, οι δρόμοι ήταν συχνά ένα κοινό, ο τόπος της λαϊκής κοινωνικότητας, ο χώρος παιχνιδιού για τα παιδιά (είμαι αρκετά μεγάλος για να θυμάμαι ότι εκεί ήταν που παίζαμε όλη την ώρα). Άλλα αυτού του είδους το κοινό καταστράφηκε και μετασχηματίστηκε σε έναν δημόσιο χώρο που κυριαρχείται από την έλευση του αυτοκινήτου (προτρεπτικές προσπάθειες των διοικήσεων των πόλεων για να ανακτηθούν κάποιες «πιο πολιτισμένες» πτυχές του παρελθοντικού κοινού οργανώνοντας πεζόδρομους με καφετέριες, ποδηλατοδρόμους, πάρκα τσέπης όπως παιδότοπους, και παρόμοιο). Αλλά αυτές οι προσπάθειες για να δημιουργηθούν νέα είδη αστικών κοινών μπορούν πολύ εύκολα να καπιταλιστικοποιηθούν. Στην πραγματικότητα έχουν σχεδιαστεί με αυτό κατά νου. Τα αστικά πάρκα σχεδόν πάντα αυξάνουν τις τιμές των κατοικιών στις γύρω περιοχές (με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι ο δημόσιος χώρος του πάρκου ρυθμίζεται και γίνονται περιπολίες για να κρατηθούν μακριά ο συρφετός και οι έμποροι ναρκωτικών). Η πρόσφατα κατασκευασμένη High Line στη Νέα Υόρκη είχε τεράστιο αντίκτυπο στις αξίες γης των κοντινών ακίνητων, κατ’ αυτόν τον τρόπο απαγορεύεται η πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή στέγη στην περιοχή για την πλειοψηφία των κατοίκων της Νέας Υόρκης, λόγω της ταχείας αύξησης των ενοικίων. Η δημιουργία αυτού του τύπου δημόσιων χώρων ριζικά μειώνει πάρα ενισχύει τη δυνατότητα του commoning για όλους πάρα μονό για τους πλούσιους.
Το πραγματικό πρόβλημα εδώ, όπως και στην αρχική ιστορία ηθικής του Hardin, δεν είναι αυτοί καθ’ αυτοί οι commoners (οι χρήστες των κοινών), αλλά η αποτυχία των εξατομικευμένων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας για την εκπλήρωση των κοινών συμφερόντων με τον τρόπο που υποτίθεται ότι πρέπει να κάνουμε. Γιατί, επομένως, δεν επικεντρώνουμε στην ατομική ιδιοκτησία των βοοειδών-ζώων και στην ατομική συμπεριφορά για μεγιστοποίηση, πάρα στο κοινό βοσκότοπο, ως την βάση του προβλήματος που έχουμε να αντιμετωπίσουμε; Εντέλει η δικαιολόγηση των ιδιωτικών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στην φιλελεύθερη θεωρία είναι ότι θα πρέπει να χρησιμεύουν στη μεγιστοποίηση του κοινού καλού όταν είναι κοινωνικά ενταγμένο μέσα από τους θεσμούς της δίκαιης και ελεύθερης αγοράς ανταλλαγών. Ο κοινός πλούτος (λέει ο Χομπς) παράγεται μέσω της ιδιωτικοποίησης των ανταγωνιστικών συμφερόντων εντός ενός πλαισίου ισχυρής κρατικής εξουσίας. Αυτή η άποψη, εξακολούθησε να κηρύττεται και αρθρώθηκε με τους φιλελεύθερους θεωρητικούς όπως ο Τζον Λοκ και ο Άνταμ Σμιθ. Αυτές τις μέρες, το τέχνασμα, φυσικά, είναι να υποβαθμιστεί η ανάγκη για ισχυρή κρατική εξουσία, αλλά στην πραγματικότητα αξιοποιείται ορισμένες φόρες με βάναυσο τρόπο. Η Παγκόσμια Τράπεζα (κλείνοντας προς τις θεωρίες του de Soto) συνεχίζει να μας διαβεβαιώνει ότι η λύση στα προβλήματα της παγκόσμιας φτώχιας, είναι τα ιδιωτικά δικαιώματα ιδιοκτησίας για όλους τους κατοίκους των παραγκουπόλεων και η πρόσβαση σε μικροχρηματοδοτήσεις (οι όποιες απλά συμβαίνει να αποδώσουν μεγάλα ποσοστά επιστροφής στους παγκόσμιους χρηματοδότες, ενώ θα οδηγήσουν αρκετούς πιστωτές σε αυτοκτονίες λόγω της υπερχρέωσης). Ωστόσο ο μύθος παραμένει: όταν τα εγγενή επιχειρηματικά ένστικτα των φτωχών απελευθερωθούν ως μια φυσική δύναμη, λέγεται ότι όλα θα είναι καλά και το πρόβλημα της χρόνιας φτώχιας θα λυθεί και θα ενισχυθεί ο κοινός πλούτος. Αυτό ήταν πράγματι το επιχείρημα των αρχικών περιφράξεων στην Βρετανία στα τέλη της μεσαιωνικής περιόδου. Και δεν ήταν εντελώς λάθος.
Για τον Λοκ, η ατομική ιδιοκτησία είναι ένα φυσικό δικαίωμα που προκύπτει όταν τα άτομα δημιουργούν αξία μέσω της ανάμιξης της εργασίας τους με τη γη. Οι καρποί της εργασίας τους ανήκουν σε αυτούς και μονό σε αυτούς. Αυτή ήταν η ουσία της εκδοχής του Λοκ για την εργασιακή θεωρία της αξίας.(14) Η ανταλλακτική αγορά κοινωνικοποιεί αυτό το δικαίωμα όταν κάθε άτομο παίρνει πίσω την αξία που έχει δημιουργήσει ανταλλάσοντας την με την ισοδύναμη αξία που δημιουργήθηκε από κάποιον άλλο. Στην πραγματικότητα, τα άτομα διατηρούν, επεκτείνουν και κοινωνικοποιούν τα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας μέσω της δημιουργίας αξίας στην υποτιθέμενη ελεύθερη και δίκαιη αγορά ανταλλαγών. Αυτός είναι ο τρόπος, λέει ο Άνταμ Σμιθ, που ο πλούτος των εθνών πιο εύκολα δημιουργείται και εξυπηρετείται το κοινό συμφέρον. Δεν ήταν εντελώς λάθος.
Η υπόθεση είναι, ωστόσο, ότι οι αγορές μπορεί να είναι δίκαιες και ελεύθερες και στην κλασσική πολιτική οικονομία θεωρήθηκε ότι το κράτος θα παρεμβαίνει για να τις κάνει έτσι (τουλάχιστον αυτό είναι που ο Άνταμ Σμιθ συμβουλεύει τους πολιτικούς να κάνουν). Αλλά ας δούμε ένα άσχημο επακόλουθο στη θεωρία του Λοκ. Τα άτομα που αποτυγχάνουν να παράξουν αξία δεν έχουν δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Η εκτόπιση-αποστέρηση των ιθαγενών πληθυσμών στην Νότια Αμερική από τους «παραγωγικούς» αποίκους ήταν δικαιολογημένη διότι οι ιθαγενείς πληθυσμοί δεν παράγουν αξία.(15)
Πως λοιπόν ο Μαρξ τα επεξεργάστηκε όλα αυτά; Ο Μαρξ αποδέχεται την σκέψη του Λοκ στα αρχικά κεφάλαια του Κεφαλαίου (αν και το επιχείρημα είναι σίγουρα γεμάτο με ειρωνεία όταν, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί τον παράξενο ρόλο του μύθου του Ρονβισώνα Κρούσου στην πολιτική οικονομική σκέψη, σύμφωνα με το οποίο κάποιος ρίχνεται σε ένα καθεστώς φύσης και λειτουργεί ως ένας κατεξοχήν γεννημένος επιχειρηματίας Βρετανός).(16) Αλλά όταν ο Μαρξ εξετάζει πως η εργασιακή δύναμη γίνεται ατομικό εμπόρευμα που αγοράζεται και πωλείτε σε ελεύθερες και δίκαιες αγορές, βλέπουμε την φαντασίωση του Λοκ να αποκαλύπτεται σε αυτό που πραγματικά είναι: ένα σύστημα που βασίζεται στην ισότητα της ανταλλακτικής αξίας που παράγει υπεραξία για τον καπιταλιστή κάτοχο των μέσων παραγωγής μέσω της εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας στην παραγωγή (όχι στην αγορά, όπου επικρατούν τα αστικά δικαιώματα και η συνταγματικότητα).
Η διατύπωση του Λοκ υπονομεύεται ακόμα πιο δραματικά, όταν ο Μαρξ εξετάζει το ζήτημα της συλλογικής εργασίας. Σε έναν κόσμο όπου ατομικοί παραγωγοί ελέγχουν τα δικά τους μέσα παραγωγής και μπορούν να έρχονται σε επαφή σε ελεύθερες ανταλλαγές σε σχετικά ελεύθερες αγορές, τότε ενδεχομένως η φαντασίωση ου Λοκ να είχε κάποιο νόημα. Ωστόσο ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι η άνοδος του εργοστασιακού συστήματος από τα τέλη του δεκάτου ογδόου αιώνα κατέστησε τις θεωρητικές διατυπώσεις του Λοκ περιττές (ακόμα και εάν δεν ήταν περιττές εξ αρχής). Στο εργοστάσιο, η εργασία οργανώνεται συλλογικά. Εάν υπάρχουν οποιαδήποτε δικαιώματα ιδιοκτησίας που θα προέκυπταν από αυτή τη μορφή, θα έπρεπε σίγουρα να είναι συλλογικά ή συνεταιριστικά πάρα ατομικά δικαιώματα ιδιοκτησίας. Ο ορισμός της παραγωγής αξίας μέσω της εργασίας, σύμφωνα με την θεωρία της ατομικής ιδιοκτησίας του Λοκ, δεν ισχύει πλέον για το άτομο, άλλα μετατοπίζεται στον συλλογικό εργάτη. Ο κομμουνισμός θα έπρεπε στη συνέχεια να προκύψει στη βάση «της ένωσης των ελεύθερων ανθρώπων, που εργάζονται με κοινά μέσα παράγωγης και ξοδεύουν αυτοσυνείδητα τις πολλές τους ατομικές εργατικές δυνάμεις σαν μια κοινωνική εργατική δύναμη.» (17) Τα γραπτά του Marx δεν συνηγορούν υπέρ της κρατικής ιδιοκτησίας, άλλα κάποια μορφή ιδιοκτησίας ανήκει στο παραγόμενο συλλογικό εργάτη για το κοινό καλό.
Πως αυτή η μορφή ιδιοκτησίας θα μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία, καθορίζεται από τη μεταστροφή του επιχειρήματος του Λοκ σχετικά με την παραγωγή της αξίας. Υποθέστε, λέει ο Μαρξ, ότι ένας καπιταλιστής ξεκινάει την παραγωγή με ένα αρχικό κεφάλαιο 1000 δολαρίων και τον πρώτο χρόνο καταφέρνει να κερδίσει 200 δολάρια υπεραξία από τους εργάτες αναμιγνύοντας την εργασία τους με την γη και έπειτα χρησιμοποιεί αυτή την υπεραξία για την προσωπική του κατανάλωση. Έπειτα, μετά από πέντε χρόνια, τα 1000 δολάρια θα έπρεπε να ανήκουν στα εργάτες, καθώς αυτοί που έχουν αναμίξει την εργασία τους με την γη. Ο καπιταλιστής έχει καταναλώσει ολόκληρο τον αρχικό του πλούτο.(18) Όπως οι ιθαγενείς πληθυσμοί στη Βόρεια Αμερική, οι καπιταλιστές αξίζει να χάσουν τα δικαιώματά τους, σύμφωνα με αυτή τη λογική, καθώς αυτοί δεν έχουν παράξει καθόλου αξία.
Παρόλο που αυτή η ιδέα φαντάζει εξωφρενική, βρίσκεται πίσω από το σουηδικό πλάνο Meidner το οποίο προτάθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ‘60.(19) Το πλάνο προέβλεπε πως θα τεθόταν ένας φόρος στα κέρδη των επιχειρήσεων, ως αντάλλαγμα για τη συγκράτηση των μισθών από την πλευρά των συνδικάτων. Το ποσό που θα συγκεντρώνονταν από αυτόν τον φόρο θα πήγαινε σε ένα ταμείο υπό εργατικό έλεγχο το οποίο θα επένδυε σε αυτά τα λεφτά και τελικά θα αγόραζε την επιχείρηση, και ως εκ τούτου θα την έφερνε υπό τον κοινό έλεγχο του σωματείου των εργατών. Το κεφάλαιο αντιστάθηκε σε αυτή την ιδέα με όλες του τις δυνάμεις και τελικά δε τέθηκε πότε σε εφαρμογή. Άλλα αυτή η ιδέα πρέπει να επανεξεταστεί. Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι η συλλογική εργασία που πλέον παράγει την αξία πρέπει να δίνει συλλογικά και όχι ατομικά δικαιώματα ιδιοκτησίας. Η κοινωνικά απαιτουμένη εργασία ή χρόνος είναι το καπιταλιστικό κοινό, και αναπαριστάται από το χρήμα, το παγκόσμιο ισοδύναμο με το οποίο μετριέται ο κοινός πλούτος. Το κοινό επομένως δεν είναι κάτι το οποίο υπήρχε μια φόρα στο παρελθόν και από τότε χάθηκε, άλλα κάτι όπως τα αστικά κοινά, που διαρκώς παράγεται. Το πρόβλημα είναι ότι διαρκώς περιφράσσεται και σφετερίζεται από το κεφάλαιο στην εμπορευματική και χρηματική μορφή, ακόμα και όταν διαρκώς παράγεται από τη συλλογική εργασία.
Το κύριο μέσο με το οποίο ιδιοποιείται στο αστικό περιβάλλον είναι φυσικά μέσω της εκμετάλλευσης της γης και τα ενοίκια ακινήτων.(20) Μια κοινοτική ομάδα που αγωνίζεται για να διατηρήσει και να προστατεύσει την εθνοτική της διαφορετικότητα σε μια γειτονιά εναντία στον εξευγενισμό (gentrification) ενδέχεται ξαφνικά να δει τις τιμές των ακινήτων (και τους φόρους) να αυξάνουν καθώς οι εργολάβοι-κτηματομεσίτες αγοράζουν τον «χαρακτήρα» της γειτονιάς και να τον πουλούν στους πλούσιους ως πολυπολιτισμικό, ζωντανό και διαφορετικό. Μέχρι τη στιγμή που η αγορά θα ολοκλήρωση το καταστροφικό της έργο, όχι μόνο οι αρχικοί κάτοικοι εκτοπίζονται από αυτό το κοινό το οποίο αυτοί δημιούργησαν (συχνά εξαναγκάζονται από την αύξηση των ενοικίων και του φόρους των ακινήτων), άλλα το κοινό το ίδιο απαξιώνεται καθώς γίνεται αγνώριστο. Η αναζωογόνηση γειτονιών μέσω του εξευγενισμού στη Νότια Βαλτιμόρη εκτόπισε τη ζωντάνια από τους δρόμους, όπου οι άνθρωποι κάθονταν στα πεζούλια τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού και συζητούσαν με τους γείτονες, και την αντικατέστησε με κλιματιζόμενα και ηχομονωμένα σπίτια με μια BMW παρκαρισμένη έξω από αυτά και με μια βεράντα στον τελευταίο όροφο, άλλα κανένα δε θα δεις στο δρόμο. Η αναζωογόνηση σημαίνει αποστείρωση σύμφωνα και με την τοπική γνώμη. Αυτή είναι η μοίρα που ξανά και ξανά απειλεί μέρη όπως η Christiania στην Κοπεγχάγη, οι περιοχές του St. Pauli στο Αμβούργο, ή οι περιοχές Willamsburg και DUMBO στη Νέα Υόρκη και είναι αυτή που κατέστρεψε το SoHo.
Αυτή σίγουρα είναι η καλύτερη αφήγηση για την ανάλυση της πραγματικής τραγωδίας των σημερινών αστικών κοινών. Εκείνοι που δημιούργησαν μια ενδιαφέρουσα και με ζωντάνια  γειτονιά την χάνουν με τις ληστρικές πρακτικές των επιχειρηματιών του real estate, εν τέλει οι χρηματιστές και οι καταναλωτές της ανώτερης τάξης στερούνται κάθε αστεακού κοινωνικού φαντασιακού. Όσο καλύτερες ποιότητες κοινών δημιουργεί μια κοινωνική ομάδα τόσο πιο πιθανό είναι να ιδιοποιηθεί από ιδιωτικά κερδοσκοπικά συμφέροντα.
Άλλα υπάρχει ένα περεταίρω αναλυτικό σημείο που θα πρέπει να επισημανθεί. Η συλλογική εργασία που προέβλεψε ο Μαρξ αφορούσε ως επί το πλείστον το εργοστάσιο. Τι θα συμβεί εάν διευρύνουμε αυτή την αντίληψη για να σκεφτούμε, όπως συστήνουν οι Hardt and Negri, ότι είναι η μητρόπολη που τώρα αποτελεί ένα τεράστιο κοινό που παράγεται από την συλλογική εργασία η οποία ξοδεύεται για και στην πόλη; Το δικαίωμα για την χρήση αυτού του κοινού θα πρέπει σίγουρα να αποδοθεί σε όλους όσους έχουν πάρει μέρος στην παραγωγή του. Αυτό είναι, φυσικά, η βάση για τη διεκδίκηση του δικαιώματος στην πόλη από την πλευρά του συλλογικού εργάτη που έχει δημιουργήσει το κοινό. Ο αγώνας για το δικαίωμα στην πόλη είναι ενάντια στις δυνάμεις του κεφαλαίου που αδίστακτα τρέφονται από αυτό και εξάγουν ενοίκια από την κοινή ζωή που άλλοι έχουν παράξει. Αυτό μας υπενθυμίζει ότι το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στον ιδιωτικό χαρακτήρα των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και την δύναμη που αυτά τα δικαιώματα παρέχουν σε αυτούς που ιδιοποιούνται όχι μόνο την εργασία άλλα και τα συλλογικά προϊόντα άλλων.  Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν το κοινό αυτό καθ’ αυτό, αλλά οι σχέσεις μεταξύ αυτών που το παράγουν ή το δημιουργούν σε διάφορες κλίμακες και αυτούς που το ιδιοποιούνται για ιδιωτικό όφελος. Μεγάλο μέρος της διαφθοράς που συνδέεται με τις πολιτικές των πόλεων σχετίζεται με το πώς οι δημόσιες επενδύσεις διατίθεται για να παραχθεί κάτι που μοιάζει με κοινό αλλά προωθεί κέρδη σε ιδιωτικές αξίες για προνομιούχους ιδιοκτήτες ακινήτων. Η διάκριση μεταξύ αστικών δημόσιων αγαθών και αστικών κοινών είναι ρευστή και επικίνδυνα πορώδης. Σκεφτείτε πόσο συχνά αναπτυξιακά πρότζεκτ επιδοτούμενα από το κράτος στο όνομα του κοινού συμφέροντος ωφελούν κάποιους λίγους ιδιοκτήτες γης, χρηματιστές και αναπτυξιακές εταιρείες.
Πως, λοιπόν, τα αστικά κοινά παράγονται, οργανώνονται, χρησιμοποιούνται και ιδιοποιούνται σε ολόκληρη την μητροπολιτική έκταση; Πως οι σχέσεις δημιουργίας κοινών (commoning) μπορούν να δουλέψουν στο τοπικό επίπεδο γειτονιάς με σχετική σαφήνεια; Εμπλέκονται κάποιες ατομικές και ιδιωτικές πρωτοβουλίες για να οργανώσουν και να συλλάβουν εξωτερικές επιδράσεις ενώ θέτουν κάποιες πτυχές του περιβάλλοντος έξω από την αγορά. Η τοπική διοίκηση εμπλέκεται μέσα από ρυθμίσεις, κώδικες, πρότυπα και δημόσιες επενδύσεις μαζί με άτυπες και τυπικές οργανώσεις γειτονιάς (για παράδειγμα, ένας τοπικός σύλλογος ο όποιος μπορεί να έχει αλλά μπορεί και να μην έχει πολιτική δράση και στράτευση, ανάλογα με τις περιστάσεις). Υπάρχουν πολλές περιστάσεις στις οποίες εδαφικές στρατηγικές και περιφράξεις εντός του αστικού περιβάλλοντος μπορεί να γίνουν όχημα για την πολιτική αριστερά για να προωθήσει τα σκεπτικά της. Οι οργανωτές των χαμηλόμισθων και επισφαλών εργατών στην Βαλτιμόρη ανέδειξαν την εσωτερική περιοχή του λιμανιού σε «ζώνη ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ένα είδος κοινού όπου ο κάθε εργάτης θα πρέπει να λαμβάνει ένα αξιοπρεπή μισθό. Η ομοσπονδία συνελεύσεων γειτονιάς στο El Alto έπαιξε ρόλο κλειδί στις εξεγέρσεις του 2003 και 2005, κατά τις οποίες ολόκληρη η πόλη συλλογικά κινητοποιήθηκε ενάντια στις κυρίαρχες μορφές εξουσίας.(21) Η περίφραξη αποτελεί ένα προσωρινό πολιτικό μέσο για να ακολουθήσει ένα κοινό πολιτικό τέλος.
Ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα που περιέγραψε ο Μαρξ εξακολουθεί να ισχύει: το κεφάλαιο, αναγκάζεται μέσα από τους καταναγκαστικούς νόμους του ανταγωνισμού να μεγιστοποιήσει τη χρησιμότητα (κερδοφορία) –όπως κάνουν οι ιδιοκτήτες των βοοειδών στην ιστορία του Hardin- και παράγει
πρόοδο όχι μόνο στην τέχνη καταλήστεψης του εργάτη, μα και στην τέχνη καταλήστεψης του εδάφους, κάθε πρόοδος στο ανέβασμα της γονιμότητάς του για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα είναι ταυτόχρονα και πρόοδος στην καταστροφή των μόνιμων πηγών αυτής της γονιμότητας. Και όσο περισσότερο μια χώρα λχ. Οι Ενωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής, ξεκινάει από τη βιομηχανία σαν το φόντο της ανάπτυξης της, τόσο πιο γρήγορα είναι αυτό το προτσές της καταστροφής. Επομένως η κεφαλαιοκρατική παραγωγή αναπτύσσει μόνο την τεχνική και το συνδυασμό του κοινωνικού προτσές παράγωγης, υποσκάπτοντας ταυτόχρονα τις πηγές από όπου αναβρύζει κάθε πλούτος: τη γη και τον εργάτη.(22)
Η καπιταλιστική αστικοποίηση τείνει διαρκώς να καταστρέφει την πόλη ως ένα κοινωνικό, πολιτικό και βιώσιμο κοινό.
Αυτή η «τραγωδία» είναι παρόμοια με εκείνη που απεικόνισε ο Hardin, αλλά η λογική από την όποια προκύπτει είναι εντελώς διαφορετική. Όταν αφήνετε αρρύθμιστη, η ατομική κεφαλαιακή συσσώρευση διαρκώς απειλεί να καταστρέψει τις δυο βασικές πηγές κοινής ιδιοκτησίας οι οποίες περιζώνουν όλες τις μορφές παράγωγης: τον εργάτη και την γη. Ωστόσο η γη την όποια εμείς τώρα κατοικούμε αποτελεί ένα προϊόν συλλογικής ανθρώπινης εργασίας. Η αστικοποίηση είναι η αέναη παραγωγή των αστικών κοινών (ή της σκιάς τους δηλαδή των δημόσιων χώρων και των δημόσιων αγαθών) και της αέναης οικειοποίησης και καταστροφής τους από τα ιδιωτικά συμφέροντα. Και με την συσσώρευση του κεφαλαίου να πραγματοποιείται στο σύνθετο βαθμό ανάπτυξης (συνήθως στο ελάχιστο ικανοποιητικό επίπεδο του 3%), κατ αυτόν τον τρόπο αυτές οι δυο απειλές στο περιβάλλον (τόσο το «φυσικό» όσο και το χτισμένο) και στην εργασία κλιμακώνονται σε έκταση και ένταση κατά τη διάρκεια του χρόνου.(23) Δείτε τα αστικά συντρίμμια στο Ντιτρόιτ για το πόσο καταστροφική μπορεί να είναι αυτή η διαδικασία.
Αλλά αυτό το οποίο είναι ενδιαφέρον σχετικά με την ιδέα των αστικών κοινών είναι ότι θέτει όλες τις πολιτικές αντιφάσεις των κοινών σε μια πολύ συγκεκριμένη μορφή. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, το ζήτημα της κλίμακας εντός της οποίας κινούμαστε από το ζήτημα των τοπικών γειτονιών έως τις πολιτικές οργανώσεις σε μητροπολιτικό επίπεδο. Παραδοσιακά, τα ζητήματα των κοινών στο μητροπολιτικό επίπεδο έχουν διεκπεραιωθεί μέσω κρατικών μηχανισμών περιφερειακού και πολεοδομικού σχεδιασμού, λόγω της αναγνώρισης ότι οι κοινοί πόροι που απαιτούνται για τους αστικούς πληθυσμούς για να λειτουργήσουν, όπως η παροχή νερού, οι μεταφορές, διάθεση λυμάτων, ανοιχτοί χώροι για αναψυχή πρέπει να παρέχονται σε μητροπολιτική και περιφερειακή κλίμακα. Αλλά όταν πρόκειται να ομαδοποιηθούν ζητήματα αυτού του είδους, οι αριστεροί αναλυτές συνήθως γίνονται ασαφείς, ελπίζοντας σε κάποια μαγική συμφωνία των τοπικών δράσεων η όποια θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική σε τοπικό ή παγκόσμιο επίπεδο, ή άπλα επισημαίνουν ότι αυτό αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα πριν περάσουμε στη μεγάλη κλίμακα καθώς συνήθως στη μικρή και τοπική κλίμακα νιώθουν πιο άνετα.
Εδώ μπορούμε να μάθουμε κάτι από την πρόσφατη ιστορία των κοινών σκεφτόμενοι πιο συμβατικούς κύκλους. Η Όστρομ, για παράδειγμα, παρόλο που έγινε κάτοχος του βραβείου Νόμπελ για περιπτώσεις μικρής κλίμακας προτείνει στην «Πολυκεντρική Διαχείριση Σύνθετων Οικονομικών Συστημάτων» ότι έχει κάποιες λύσεις σε ζητήματα κοινών σε διάφορες κλίμακες. Στην πραγματικότητα, το μόνο που κάνει είναι να ελπίζει στην ιδέα ότι «όταν μια κοινή δεξαμενή πόρων συνδέεται στενά με ένα μεγαλύτερο κοινωνικό-οικολογικό σύστημα, οι δραστηριότητες διακυβέρνησης οργανώνονται σε πολλαπλά ένθετα επίπεδα», αλλά στην πραγματικότητα δεν δίνει λύση, καθώς επιμένει στις μονοκεντρικές ιεραρχικές δομες.(24)
Το βασικό πρόβλημα, εδώ είναι να καταλάβουμε πως ένα πολυκεντρικό σύστημα διακυβέρνησης (ή κάτι ανάλογο, όπως η συνομοσπονδίες των ελευθεριακών δήμων του Murray Bookchin) μπορεί να δουλέψει και να βεβαιώσουμε ότι δεν θα συγκαλύπτει κάτι διαφορετικό. Αυτό το ερώτημα δεν βασανίζει μόνο τα επιχειρήματα της Όστρομ, αλλά μια ευρεία γκάμα των ριζοσπαστικών αριστερών κομμουναλιστικών προτάσεων για την αντιμετώπιση του προβλήματος των κοινών. Για το λόγο αυτό είναι πολύ σημαντικό να έχουμε την σωστή κριτική.
Σε ένα άρθρο για ένα συνέδριο για την Παγκόσμια Κλιματική Αλλαγή, η Όστρομ ανέπτυξε περεταίρω τη φύση του επιχειρήματος το όποιο στηρίζεται, βολικά για εμάς, στα αποτελέσματα από μια μακρόχρονη μελέτη στην διανομή των δημόσιων αγαθών σε δημοτικές περιοχές.(25) Η υπόθεση ήταν ότι η εξυγίανση των δημόσιων υπηρεσιών παροχής σε μεγάλης κλίμακας μητροπολιτικές περιοχές διακυβέρνησης, σε αντίθεση με την οργάνωσή τους σε πολλές φαινομενικά χαοτικές τοπικές διοίκησης μπορεί να βελτιώσει την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα. Αλλά οι μελέτες με πειστικό τρόπο έδειξαν ότι δεν είναι έτσι. Οι λόγοι βρίσκονται στο πόσο πιο εύκολα είναι να οργανωθούν και να επιβληθούν συλλογικές και συνεργατικές δράσεις με ισχυρή συμμετοχή των τοπικών κατοίκων σε μικρότερα ζητήματα και στο ότι στην πραγματικότητα η ικανότητα συμμετοχής μειώνεται ραγδαία σε μεγαλύτερες μονάδες διοίκησης. Η Όστρομ καταλήγει με μια αναφορά στον Andrew Sancton υπό την έννοια ότι
«Οι δήμοι είναι κάτι περισσότερο από απλή παροχή υπηρεσιών. Είναι δημοκρατικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων κοινότητες ανθρώπων με εδαφική βάση αυτοδιοικούνται σε τοπικό επίπεδο … εκείνοι που αναγκάζουν του δήμους να συγχωνευτούν πάντα ισχυρίζονται ότι κίνητρό τους είναι να κάνουν τους δήμους ισχυρότερους. Μια τέτοια προσέγγιση, όσο καλές προθέσεις και να έχει, διαβρώνει τα θεμέλια των φιλελεύθερων δημοκρατιών μας καθώς υπονομεύει την ιδέα ότι μπορούν να υπάρχουν μορφές αυτοκυβέρνησης έξω από τους θεσμούς της κεντρικής κυβέρνησης.»(26)
Πέρα από την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα της αγοράς, υπάρχει ένας μη-εμπορευματικός λόγος για να περάσουμε σε μικρότερες κλίμακες.
«Ενώ οι μεγάλης κλίμακας μονάδες ήταν μέρος της αποτελεσματικής διακυβέρνησης των μητροπολιτικών περιοχών: η Όστρομ καταλήγει «οι μικρές και μεσαίου μεγέθους μονάδες ήταν επίσης απαραίτητες: ο εποικοδομητικός ρόλος αυτών των μικρών μονάδων, «θα πρέπει σοβαρά να επανεξεταστεί:» το ζήτημα το οποίο στη συνέχεια προκύπτει είναι πως θα δομηθούν οι σχέσεις μεταξύ των μικρότερων μονάδων. Η απάντηση, λέει ο Vincent Ostrom, είναι όπως η «πολυκεντρική τάξη» στην όποια «πολλά στοιχεία είναι ικανά να κάνουν αμοιβαίες προσαρμογές διατάσσοντας τις σχέσεις τους μεταξύ τους σε ένα γενικό σύστημα κανόνων όπου κάθε στοιχείο δρα ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα.»(27)
Έτσι λοιπόν τι είναι λάθος σε αυτήν την εικόνα; Το όλο επιχείρημα έχει τις ρίζες του στην αποκαλούμενη «υπόθεση του Tiebout» Αυτό που πρότεινε ο Tiebout ήταν μια κατακερματισμένη μητρόπολη στην όποια πολλά τμήματα μπορούν να προσφέρουν έναν συγκεκριμένο τοπικό φόρο και μια συγκεκριμένη δέσμη δημόσιων αγαθών σε μελλοντικούς κατοίκους οι οποίοι θα μετακινούνταν στις περιοχές που θεωρούν ως πιο κατάλληλες για αυτούς (foot voting) και θα επέλεγαν εκείνο το μίγμα φόρων και υπηρεσιών που είναι κατάλληλο για τις ανάγκες τους και τις προτιμήσεις τους. Με μια πρώτη ματιά η πρόταση φαίνεται ελκυστική. Το πρόβλημα είναι ότι όσο πιο πλούσιος είσαι τόσο πιο εύκολα μπορείς να μετακινηθείς και να καταβάλεις το κόστος των ακινήτων και τις αξίες γης. Με αυτόν τον τρόπο η υψηλής στάθμης δημόσια εκπαίδευση θα παρέχεται σε αναλογία με το κόστος των υψηλών τιμών ακινήτων και φόρων, αλλά οι φτωχοί θα στερούνται την πρόσβαση στην υψηλής στάθμης εκπαίδευση και θα είναι καταδικασμένοι να ζουν σε φτωχές περιοχές με φτωχή δημόσια εκπαίδευση. Η προκύπτουσα αναπαραγωγή των ταξικών προνομίων και εξουσίας μέσω της πολυκεντρικής διακυβέρνησης ταιριάζει άνετα στις νεοφιλελεύθερες ταξικές στρατηγικές της κοινωνικής αναπαραγωγής.
Μαζί με πολλές ακόμα ριζοσπαστικές προτάσεις για αποκεντρωμένη αυτονομία, η Όστρομ διατρέχει τον κίνδυνο να πέσει ακριβώς σε αυτήν την παγίδα. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές στην πραγματικότητα ευνοούν τόσο την διοικητική αποκέντρωση και την μεγιστοποίηση της τοπικής αυτονομίας. Ενώ από τη μια μεριά αυτό ανοίγει το χώρο εντός του οποίου ριζοσπαστικές δυνάμεις μπορούν πιο εύκολα να φυτέψουν τους σπόρους μιας πιο επαναστατικής ατζέντας, η αντεπανάσταση με τις δυνάμεις της αντίδρασης το 2007 εξαγοράζει την Κοτσαμπάμπα στο όνομα της αυτονομίας (μέχρι που εκδιώχτηκαν από την λαϊκή εξέγερση) και προτείνει ότι ο εναγκαλισμός της τοπικότητας και της αυτονομίας από τους αριστερούς ως μια καθαρή στρατηγική είναι προβληματικός. Στις ΗΠΑ, η ηγεσία της πρωτοβουλίας του Κλήβελαντ χαιρετίστηκε ως ένα παράδειγμα αυτονόμου κοινοτισμού εν δράση που υποστήριξε την εκλογή ενός ριζοσπάστη δεξιού υποψηφίου ενάντια στον ρεπουμπλικάνο για κυβερνήτη.
Η αποκέντρωση και αυτονομία αποτελούν πρωταρχικά οχήματα για την παραγωγή μεγαλύτερης ανισότητας από τον νεοφιλελευθερισμό. Έτσι, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, η άνιση παροχή υπηρεσιών δημόσιας εκπαίδευσης στις διάφορες περιοχές με ριζικά διαφορετικές οικονομικές πηγές έχει κριθεί από τα δικαστήρια ως αντισυνταγματική, και υπάρχει δικαστική εντολή προς την πολιτεία να μεριμνήσει για περισσότερη ισότητα στις παροχές εκπαίδευσης. Έχει αποτύχει να το κάνει, και τώρα χρησιμοποιεί την τακτική της δημοσιονομικής έκτακτης ανάγκης ως δικαιολογία για περεταίρω καθυστέρηση. Αλλά σημειώστε καλά, είναι η ανώτερη τάξη και ιεραρχικά καθορίζεται από τις εντολές των κρατικών δικαστηρίων το όποιο είναι κρίσιμο για να επιβληθεί μεγαλύτερη ισότητα μεταχείρισης ως συνταγματικό δικαίωμα. Η Όστρομ δεν αποκλείει να λαμβάνονται αποφάσεις από την ανώτερη τάξη. Θα πρέπει να εγκαθιδρυθούν (σύμφωνα με την αναφορά του Vincent Ostrom για τους «εγκαθιδρυμένους κανόνες») και να ρυθμιστούν με κάποιο τρόπο Οι σχέσεις μεταξύ ανεξάρτητων και αυτόνομων κοινοτήτων. Άλλα μένουμε στο σκοτάδι ως προς το πώς ρυθμισμένοι από την ανώτερη τάξη κανόνες μπορεί να θεσμοθετηθούν, από ποιον και πως μπορούν να είναι ανοιχτοί στον δημοκρατικό έλεγχο. Για ολόκληρη την μητροπολιτική περιοχή κάποιοι τέτοιοι κανόνες (ή εθιμικές πρακτικές) είναι απαραίτητοι και κρίσιμοι. Επιπλέον, τέτοιοι κανόνες πρέπει όχι μόνο να δημιουργηθούν και να υποστηριχτούν. Θα πρέπει επίσης, να εφαρμοστούν και ενεργά να αστυνομευτούν (όπως στην περίπτωση του κάθε κοινού). Εμείς δεν χρειάζεται παρά να κοιτάξουμε την «πολυκεντρική» Ευρωζώνη για να δούμε ένα καταστροφικό παράδειγμα για τι μπορεί να  πάει λάθος: όλα τα μέλη υποτίθεται ότι έπρεπε να συμμορφωθούν με τους κανόνες περιορισμού των δημοσιονομικών ελλειμμάτων τους και όταν οι περισσότερες έσπασαν τους κανόνες δεν υπήρχε κανένας τρόπος για συμμόρφωση ή αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ανισορροπιών που πρόεκυψαν στη συνέχεια μεταξύ των κρατών. Το να συμμορφωθούν τα κράτη με τους στόχους για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα είναι ένα εξίσου απελπιστικό έργο. Παρόλο που η ιστορική απάντηση στο ερώτημα «ποιος τοποθετεί το ‘κοινό’ στην κοινή Αγορά;» μπορεί σωστά να απεικονίζεται ως η ενσωμάτωση όλων των λαθών που σχετίζονται με τις ιεραρχικές μορφές διακυβέρνησης, το εναλλακτικό φαντασιακό χιλιάδων επί χιλιάδων αυτόνομων δήμων που με ένταση υπερασπίζονται την αυτονομία τους ενώ ασταμάτητα (και αναμφίβολα με δριμύ τρόπο) διαπραγματεύονται την θέση τους εντός των ευρωπαϊκών διαιρέσεων της εργασίας που δεν είναι καθόλου ελκυστικές.
Πως μπορεί να συμβεί η ριζική αποκέντρωση –σίγουρα μια αξιόλογη δουλειά- χωρίς να συντάσσει ιεραρχικές εξουσίες από την ανώτερη τάξη; Είναι άπλα αφελές να πιστεύουμε ότι η πολυκεντρικότητα ή όποια άλλη μορφή αποκέντρωσης μπορεί να δουλέψει χωρίς ισχυρούς ιεραρχικούς περιορισμούς και ενεργές εφαρμογές. Μεγάλο μέρος της ριζοσπαστικής αριστεράς ιδίως αναρχικών και αυτόνομων πεποιθήσεων δεν έχει απάντηση σε αυτό το πρόβλημα. Οι κρατικές παρεμβάσεις (για να μην πούμε για την κρατική επιβολή και αστυνόμευση) δεν είναι αποδεκτές και η νομιμότητα της αστικής συνταγματικότητας είναι γενικά μη αποδεκτή.
Αντ’ αυτού υπάρχει η ασαφής και αφελής ελπίδα ότι οι κοινωνικές ομάδες που έχουν οργανώσει τις σχέσεις τους με ικανοποιητικό τρόπο στα τοπικά κοινά θα κάνουν το σωστό ή θα συγκλίνουν σε κάποιες ικανοποιητικές αμοιβαίες πρακτικές μέσω διαπραγματεύσεων και αλληλεπιδράσεων. Για να συμβεί αυτό, οι τοπικές ομάδες θα πρέπει ανενόχλητες από κάθε εξωτερική επίδραση που μπορεί να υπάρχουν για τον υπόλοιπο κόσμο, να εγκαταλείψουν τα κεκτημένα πλεονεκτήματα, που παρέχει το κράτος στην κοινωνική ομάδα, ώστε να διασώσουν ή να συμπληρώσουν την ευημερία των κοντινών (ποσό μάλλον των μακρινών) άλλων, οι όποιοι ως αποτέλεσμα είτε κακών αποφάσεων ή της ατυχίας εξέπεσαν σε καθεστώς πείνας και δυστυχίας. Η ιστορία μας παρέχει πολύ λίγες αποδείξεις ότι τέτοιου τύπου ανακατανομές μπορούν να δουλέψουν περά από περιστασιακές ή έκτακτες καταστάσεις. Δεν υπάρχει, επομένως τίποτα απολύτως που να αποτρέπει την κλιμάκωση των κοινωνικών ανισοτήτων μεταξύ των κοινοτήτων. Αυτό αποδίδεται πολύ καλά με το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα που όχι μονό δεν προστατεύει άλλα επιπλέον ενισχύει τις δομές της ταξικής εξουσίας (όπως ξεκάθαρα φαίνεται στα σχολεία της Νέας Υόρκης).
Ο Murray Bookchin έχει πλήρη επίγνωση αυτών των κίνδυνων, και σημειώνει ότι «η ατζέντα του ελευθεριακού κοινοτισμού μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να μείνει κενή ή στην χειρότερη περίπτωση να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς παροχών» Η απάντησή του είναι «συνομοσπονδισμός: Οι κοινοτικές συνελεύσεις λειτουργούν με τη μορφή της άμεσης δημοκρατίας για τη λήψη αποφάσεων, το κράτος αντικαθίστανται από ένα συνομοσπονδιακό δίκτυο κοινοτικών συνελεύσεων, η εταιρική οικονομία μειώνεται σε μια αληθινή πολιτική οικονομία στην οποία οι κοινότητες, αλληλεπιδρούν μεταξύ τους οικονομικά και πολιτικά, θα επιλύουν τα υλικά τους προβλήματα ως πολιτικά σώματα σε ανοιχτές συνελεύσεις.» Αυτές οι συνομοσπονδιακές συνελεύσεις θα αναλαμβάνουν την διοίκηση και διακυβέρνηση των πολιτικών που θα καθορίζονται από τις κοινοτικές συνελεύσεις, και οι εκπρόσωποι θα είναι ανακλητοί και υπόλογοι κάθε στιγμή στην βούληση των κοινοτικών συνελεύσεων. Τα συνομοσπονδιακά συμβούλια
«θα γίνουν τα μέσα για τα διασυνδεμένα χωριά, πόλεις, γειτονιές σε ένα συνομοσπονδιακό δίκτυο. Ως εκ τούτου η εξουσία θα ρέει από τα κάτω προς τα πάνω αντί από τα πάνω προς τα κάτω και στις συνομοσπονδίες η ροή της εξουσίας από τα κάτω προς τα πάνω μειώνεται με το πεδίο αναφοράς του ομοσπονδιακού συμβουλίου να περιορίζεται εδαφικά από τοπικότητες και περιφέρειες και από τις περιφέρειες σε ακόμα ευρύτερες επικράτειες.»(29)
Η πρόταση του Bookchin είναι μακρά η πιο εξελιγμένη ριζοσπαστική πρόταση που ασχολείται με τη δημιουργία και συλλογική χρήση των κοινών σε διάφορες κλίμακες και είναι επιτυχώς επεξεργασμένη ως κομμάτι της αντικαπιταλιστικής ατζέντας.
Το θέμα αυτό είναι το πιο επιτακτικό λόγω της βίαιης νεοφιλελεύθερης επίθεσης ενάντια στην δημόσια αντίληψη των κοινωνικών δημόσιων αγαθών που υπάρχει τουλάχιστον τα τελευταία τριάντα χρονιά. Αυτό ανταποκρίνεται στην ριζική επίθεση ενάντια στα δικαιώματα και την ισχύ της οργανωμένης εργασίας που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970 (από την Χιλή έως στην Βρετανία), άλλα εστίασε κατευθείαν στο κόστος της κοινωνικής αναπαραγωγής της εργασίας. Το κεφάλαιο έχει προτιμήσει να αντιμετωπίσει το κόστος της κοινωνικής αναπαραγωγής ως μια εσωτερικότητα –ένα κόστος για το όποιο δε φέρει καμία ευθύνη η αγορά- άλλα το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα και η ενεργή απειλή της κομμουνιστικής εναλλακτικής ανάγκασε το κεφάλαιο να εσωτερικεύσει κάποια από αυτά τα κόστη, μαζί με κάποια εξωτερικά κόστη που οφείλονται στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, μέχρι τη δεκαετία του 1970 στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο. Ο στόχος των νεοφιλελεύθερων πολιτικών μέχρι περίπου το 1980 ήταν να απορρίπτουν αυτά τα κόστη στα παγκόσμια κοινά της κοινωνικής αναπαραγωγής και στο περιβάλλον, δημιουργώντας, όπως ήταν αναμενόμενο, αρνητικά κοινά στα οποία ολόκληροι πληθυσμοί εξαναγκάζονταν να υποστούν. Τα ζητήματα της κοινωνικής αναπαραγωγής, του φύλου και των κοινών είναι αλληλοσυνδεδεμένα.(30)
Η απάντηση του κεφαλαίου στις συνθήκες της παγκόσμιας κρίσης μετά το 2007 ήταν να εφαρμόσει ένα σχέδιο δρακόντειας παγκόσμιας λιτότητας που μειώνει τις παροχές των δημόσιων αγαθών για την υποστήριξη τόσο της κοινωνικής αναπαραγωγής όσο και της βελτίωσης του περιβάλλοντος, ως εκ τούτου μειώνει τις ποιότητες των κοινών και στις δυο περιπτώσεις. Έχει χρησιμοποιηθεί επίσης η κρίση για να διευκολύνει ακόμα περισσότερο τη ληστρική δραστηριότητα στον ιδιωτικό σφετερισμό των κοινών ως την απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάκαμψη της ανάπτυξης. Για παράδειγμα, οι χρήσεις των επιφανών τομέων σε κατάλληλους χώρους για ιδιωτικούς σκοπούς (σε αντίθεση με τη δημόσια χρησιμότητα την οποία αρχικά προέβλεπαν οι νόμοι) είναι μια τυπική περίπτωση για τον επαναπροσδιορισμό του δημόσιου σκοπού ως κράτος χορηγός της ιδιωτικής ανάπτυξης.
Από την Καλιφόρνια έως την Ελλάδα, η κρίση παράγει ζημιές στις υποδομές και τις αξίες των πόλεων, στα δικαιώματα για τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού σε συνδυασμό με την επέκταση της ληστρικής καπιταλιστικής εξουσίας επί των χαμηλόμισθων και περιθωριοποιημένων πληθυσμών. Ήταν με λίγα λόγια, μια καθολική επίθεση επί των αναπαραγωγικών και περιβαλλοντικών κοινών. Ζώντας με λιγότερο από δυο δολάρια την ήμερα, ένας παγκόσμιος πληθυσμός περίπου της τάξεως των δυο δισεκατομμυρίων τίθεται στο επίκεντρο των μικροοικονομικών ως «οι πιο επισφαλείς κάτοχοι δανείων» ώστε να εξαχθεί από αυτούς πλούτος (όπως συνέβη στην αγορά κατοικίας στις ΗΠΑ μέσω των ληστρικών επισφαλών δανείων που ακλούθησε τις κατασχέσεις) για να χρυσώσουν τις βίλες (MacMansions) των πλουσίων. Τα περιβαλλοντικά κοινά εξίσου απειλούνται, ενώ οι προτεινόμενες απαντήσεις (όπως το εμπόριο άνθρακα και οι νέες περιβαλλοντικές τεχνολογίες) απλώς προτείνουν ότι προσπαθούμε να βγούμε από το αδιέξοδο χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της συσσώρευσης του κεφαλαίου και των κερδοσκοπικών αγορών που μας οδηγούν στις αρχικές δυσκολίες. Επομένως, δεν μας εκπλήσσει, ότι οι φτωχοί είναι μαζί μας, άλλα επίσης δεν μας εκπλήσσει ότι ο αριθμός τους αυξάνεται αντί να μειώνεται με το χρόνο. Ενώ η Ινδία, για παράδειγμα, έχει επιδείξει ένα αξιοσέβαστο ρεκόρ ανάπτυξης κατά τη διάρκεια της κρίσης, ο αριθμός των δισεκατομμυριούχων της έχει αυξηθεί από 26 σε 69 τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ ο αριθμός των ανθρώπων που κατοικούν σε παραγκουπόλεις (slums) έχει σχεδόν διπλασιαστεί κατά την τελευταία δεκαετία. Οι επιπτώσεις στο αστικό τοπίο είναι αρκετά εντυπωσιακές, καθώς πολυτελή κλιματιζόμενα συγκροτήματα εμφανίζονται στην μέση παραμελημένων και εξαθλιωμένων περιοχών, στις οποίες φτωχοί πληθυσμοί αγωνίζονται για να επιβιώσουν.
Η κατάργηση των ρυθμιστικών πλαισίων και ελέγχων, τα όποια ήταν προφανώς ανεπαρκή για να περιορίσουν την τάση για τις επιθετικές πρακτικές συσσώρευσης που έχει εξαπολύσει η λογική της κατακλυσμιαίας συσσώρευσης και της οικονομικής κερδοσκοπίας η όποια πλέον μετατρέπεται σε μια πραγματική πλημμύρα δημιουργικής καταστροφής, η οποία σφυρηλατείται μέσω της καπιταλιστικής αστικοποίησης. Η καταστροφή αυτή μπορεί να αντιστραφεί μόνο μέσω της κοινωνικοποίησης και διανομής της πλεονάζουσας παραγωγής και μέσω της δημιουργίας ενός νέου κοινού πλούτου για όλους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναβιώνει η θεωρία και η ρητορική των κοινών και αποκτά μια επιπρόσθετη σημασία. Εάν τα παρεχόμενα από το κράτος δημόσια αγαθά είτε παρακμάζουν είτε γίνονται απλώς το όχημα για την ιδιωτική συσσώρευση (όπως συμβαίνει στην εκπαίδευση) και εάν το κράτος αποσύρεται από τις παροχές του, τότε υπάρχει μόνο μια πιθανή απάντηση, η οποία είναι οι πληθυσμοί να αυτοοργανωθούν για να παρέχουν μονοί τους στον εαυτό τους τα κοινά (όπως συνέβη στην Βολιβία). Η πολιτική αναγνώριση ότι τα κοινά μπορούν να παράγονται, να προστατεύονται και να χρησιμοποιούνται για κοινωνικό όφελος γίνεται το πλαίσιο για την αντίσταση στην καπιταλιστική εξουσία και για επανεξέταση των πολιτικών προς μια αντικαπιταλιστική μετάβαση.
Άλλα αυτό που έχει σημασία εδώ δεν είναι το συγκεκριμένο μείγμα των θεσμικών ρυθμίσεων -εν προκειμένου οι περιφράξεις, ή οι επεκτάσεις μιας ποικιλίας συλλογικών και κοινής ιδιοκτησίας ρυθμίσεων- άλλα ότι η ενιαία επίδραση της πολιτικής δράσης ανταποκρίνεται στη ραγδαία υποβάθμιση των πόρων εργασίας και γης (συμπεριλαμβανομένου και των πόρων που ενυπάρχουν στη «δεύτερη φύση» του κτισμένου περιβάλλοντος) στα χέρια του κεφαλαίου. Στην προσπάθεια αυτή, το «πλούσια μείγμα θεσμικών οργάνων» που η Elinor Ostrom ξεκίνησε να αναγνωρίζει –όχι μόνο δημόσιων και ιδιωτικών, άλλα συλλογικών και συνεταιριστικών, ταυτόχρονα οριζόντιων και ιεραρχικών, αποκλειστικών και ανοιχτών- θα έχουν όλα ένα σημαντικό ρόλο να παίξουν στην εύρεση τρόπων για να οργανωθεί η παραγωγή, η διανομή, η ανταλλαγή και η κατανάλωση με σκοπό να συναντηθούν οι ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες σε μια αντικαπιταλιστική βάση. Αυτό το πλούσιο μείγμα δεν πρόκειται να δοθεί, πάρα μόνο μπορεί να κατασκευαστεί.
Το ζήτημα είναι να μην πληρούνται οι απαιτήσεις της συσσώρευσης για χάρη της συσσώρευσης από την πλευρά της τάξης που ιδιοποιείται τον κοινό πλούτο από την τάξη που τον έχει παράξει. Η επιστροφή των κοινών ως πολιτικό ζήτημα πρέπει να ενσωματωθεί στον αντικαπιταλιστικό αγώνα με πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Δυστυχώς, η ιδέα των κοινών (όπως και του δικαιώματος στην πόλη) εξίσου εύκολα γίνεται ιδιοποιήσιμη από τις υπάρχουσες πολιτικές εξουσίες όπως συμβαίνει με την αξία που εξάγεται από συγκριμένα αστικά κοινά από τα συμφέροντα των real estate. To θέμα επομένως, είναι να αλλάξουν όλα αυτά, να βρεθούν δημιουργικοί τρόποι να χρησιμοποιούνται οι δυνάμεις της συλλογικής εργασίας για το κοινό καλό και να κρατείται η παραγόμενη αξία υπό τον έλεγχο των εργατών που την έχουν παράξει.
Αυτό απαιτεί μια διπλή πολιτική επίθεση μέσω της οποίας το κράτος αναγκάζεται να παρέχει όλο και περισσότερα με τον τρόπο των δημόσιων αγαθών για δημόσιους σκοπούς, σε συνδυασμό με την αυτοοργάνωση ολόκληρων πληθυσμών που ιδιοποιούνται, χρησιμοποιούν και συμπληρώνουν αυτά τα αγαθά με τρόπους που επεκτείνουν και ενισχύουν τις ποιότητες την μη-εμπορευματικών αναπαραγωγικών και περιβαλλοντικών κοινων. Η παράγωγη, προστασία και χρήση των δημόσιων αγαθών και των αστικών κοινών σε πόλεις όπως το Μουμπάι, το Σαο Πάολο, το Γιοχάνεσμπουργκ, το Λος Άντζελες, η Σαγκάη και το Τόκυο γίνονται κεντρικό ζήτημα για τα δημοκρατικά κοινωνικά κινήματα. Και αυτό απαιτεί πολύ περισσότερη φαντασία και σκέψη από ότι αυτή τη στιγμή ασκείται από τις τρέχουσες ηγεμονικές ριζοσπαστικές θεωρίες των κοινών, ιδιαίτερα καθώς τα κοινά τα οποία διαρκώς δημιουργούνται σφετερίζονται μέσω της καπιταλιστικής μορφής της αστικοποίησης. Ο ρόλος των κοινών στο σχηματισμό της πόλης και στις αστικές πολιτικές μόλις τώρα έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται και να επεξεργάζεται τόσο θεωρητικά όσο και στη σφαίρα της ριζοσπαστικής πρακτικής. Υπάρχει πολύ δουλειά ακόμα να γίνει, άλλα υπάρχουν άφθονα σημάδια στα κοινωνικά κινήματα πόλης που συμβαίνουν σε όλο τον κόσμο ότι υπάρχει μια πληθώρα ανθρώπων και κρίσιμη μάζα πολιτικά ενεργών που διατίθενται να το κάνουν.

1. Garrett Hardin, "The Tragedy of the Commons:' Science 162 (1968): I, 243-8; B. McCay and J. Acheson, eds, The Question of the Commons: The Culture and Ecology of Communal Resources, Tucson, AZ: University of Arizona Press, 1987.
2. Είναι εντυπωσιακό πόσοι πολλοί αριστεροί αναλυτές έχουν διαβάσει λάθος τον Hardin σε αυτό το σημείο. Έτσι ο Massimo de Angelis, στο The Beginning of History: Value Struggles and Global Capital, London: Pluto Press, 2007: 134, γράφει ότι «ο Hardin σχεδίασε μια δικαιολογία για την ιδιωτικοποίηση του χώρου των κοινών η όποια βασίζεται σε μια υποτιθέμενη φυσική αναγκαιότητα»
3. Elinor Ostrom, Governing the Commons: The Evolution of Institutions for Collective Action, Cambridge: CUP, 1990.
4. Eric Sheppard and Robert McMaster, eds, Scale and Geographic Inquiry, Oxford: Blackwell, 2004.
5. Ένας αναρχικός που λαμβάνει σοβαρά αυτό το πρόβλημα είναι ο Murray Bookchin, στο Remaking Society: Pathways to a Green Future, Boston, MA: South End Press, 1990; and Urbanization without Cities: The Rise and Decline of Citizenship, Montreal: Black Rose Books, 1992. Marina Sitrin, Horizontalism: Voices of Popular Power in Argentina, Oakland, CA: AK Press, 2006, στο όποιο υπεραμύνεται για την αντί-ιεραρχική σκέψη. Δείτε επίσης Sara Motta and Alf Gunvald Nilson, Social Movements in the Global South: Dispossession, Development and Resistance, Basingstoke, Hants: Palgrave Macmillan, 2011. Μια ηγετική φυσιογνωμία αυτής της ηγεμονικής αντιιεραρχικής αριστερής οπτικής είναι ο John Holloway με το βιβλίο του Change the World without Taking Power, London: Pluto Press, 2002.
6. Jacques Ranciere, cited in Michael Hardt and Antonio Negri, Commonwealth, Cambridge, MA: Harvard University Press, 2009: 350.
7. Elizabeth Blackmar, "Appropriating 'the Common': The Tragedy of Property Rights Discourse;' in Setha Low and Neil Smith, eds, The Politics of Public Space, New York: Routledge, 2006.
8. Margaret Kohn, Radical Space: Building the House of the People, Ithaca, NY: Cornell University Press, 2003.
9. Charlotte Hess and Elinor Ostrom, Understanding Knowledge as a Commons: From Theory to Practice, Cambridge, MA: MIT Press, 2006.
10. Hardt and Negri, Commonwealth: 137-9.
11. Martin Melosi, The Sanitary City: Urban Infrastructure in America, from Colonial Times to the Present, Baltimore, MD: Johns Hopkins, 1999.
12. Anthony Vidler, "The Scenes of the Street: Transformations in Ideal and Reality, 1750- 1871;' in Stanford Anderson, On Streets: Streets as Elements of Urban Structure, Cambridge, MA: MIT Press, 1978.
13. World Development Report 2009: Reshaping Economic Geography, Washington, DC: World Bank, 2009; Ananya Roy, Poverty Capital: Microfinance and the Making of Development, New York: Routledge, 2010.
14. Ronald Meek, Studies in the Labour Theory of Value, New York: Monthly Review Press, 1989.
15. Ellen Meiksins Wood, Empire of Capital, London: Verso, 2005.
16. Karl Marx, Capital, Volume 1, New York: Vintage, 1977: 169-70.
17. Ibid., 171.
18. Ibid., 714.
19. Robin Blackburn, "Rudolph Meidner, 1914-2005: A Visionary Pragmatist;' Counterpunch, December 22, 2005.
20. Hardt and Negri have recently revived general interest in this important idea (Commonwealth: 258}.
21. United Workers Organization and National Economic and Social Rights Initiative, Hidden in Plain Sight: Workers at Baltimore's Inner Harbor and the Struggle for Fair Development, Baltimore and New York, 2011; Sian Lazar, El Alto, Rebel City: Self and Citizenship in Andean Bolivia, Durham, NC: Duke University Press, 2010.
22. Karl Marx, Capital, Volume 1:638.
23. David Harvey, The Enigma of Capital, And the Crises of Capitalism, London: Profile Books, 20 1 0.
24. Elinor Ostrom, "Beyond Markets and States: Polycentric Governance of Complex Economic Systems;' American Economic Review 100 (3}: 200, 641-72.
25. Elinor Ostrom, "Polycentric Approach for Coping with Climate Change;' Background Paper to the 2010 World Development Report, Washington, DC: World Bank, Policy Research Working Paper 5095, 2009.
26. Andrew Sancton, The Assault on Local Government, Montreal: MeGillQueen's University Press, 2000: 167 (cited in Ostrom, "Polycentric Approach for Coping with Climate Change").
27. Vincent Ostrom, "Polycentricity-Part 1;' in Michael McGinnis, ed, Polycentricity and Local Public Economies, Ann Arbor, MI: University of Michigan Press, 1999 (cited in Ostrom, "Polycentric Approach for Coping with Climate Change").
28. Charles Tie bout, "A Pure Theory of Local Expenditures;' Journal of Political Economy 64:5 (1956): 416-24.
29. Murray Bookchin, Urbanization Without Cities: The Rise and Decline of Citizenship, Montreal: Black Rose Books, 1992: Chapters 8 and 9.
30. Silvia Federici, "Women, Land Struggles and the Reconstruction of the Commons;' Working USA: The Journal of Labor and Society 14 (2011): 41-56.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου