Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Συμπέρασμα: Οι εργάτες του κόσμου δεν μπορούν να ενωθούν


Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση για την παγκόσμια ανισότητα, το άνω 1% του πληθυσμού κατέχει το 41% του παγκόσμιου πλούτου και το άνω 10% το 86%. Οι αριθμοί αυτοί αντικατοπτρίζουν όχι μόνο την ανισότητα εντός μιας χώρας αλλά και την ανισότητα μεταξύ των χωρών.


Έτσι, το μεγαλύτερο ποσοστό του άνω 10% ζει στις χώρες του G7.

O παγκόσμιος πλούτος αναμένεται να αυξηθεί κατά 40% περίπου στα επόμενα πέντε χρόνια, φτάνοντας το 2018 τα $334 τρις. Οι αναδυόμενες οικονομίες θα συνεισφέρουν περί το 29% σ’ αυτήν την αύξηση – αν και τώρα κατέχουν μόνο το 21% του παγκόσμιου πλούτου. Το 50% του 29% θα οφείλεται στην Κίνα. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αύξησης θα προέλθει από την οικονομική δραστηριότητα της μεσαίας τάξης – αν και ο αριθμός των εκατομμυριούχων θα αυξηθεί επίσης. Σε μια καινούργια εργασία του για την παγκόσμια ανισότητα, ένα από τα καμάρια της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο Branco Milanovic, ανανέωσε τα δεδομένα της προηγούμενης μελέτης του για την παγκόσμια ανισότητα εισοδημάτων (όχι πλούτου) (2005), στην οποία είχε δείξει ότι η αναλογία πλούσιων/φτωχών ήταν 20/80.

Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το παγκόσμιο εισόδημα μοιράζεται μεταξύ του 8% (πλούσιοι) και του 92% (φτωχοί) του παγκόσμιου πληθυσμού. Για τις ΗΠΑ τα αντίστοιχα νούμερα είναι 22% και 78% ενώ για τη Γερμανία 29% και 71%. Ετσι, η ανισότητα προκύπτει πολύ μεγαλύτερη σε παγκόσμιο επίπεδο από την ανισότητα σε οποιαδήποτε επιμέρους χώρα. Ακόμη και από την πρώην (;) αγαπημένη του Αλέξη Βραζιλία, τη χώρα με το μεγαλύτερο στον κόσμο δείκτη Gini (από τον Ιταλό στατιστικολόγο και οικονομολόγο Corrado Gini (1884-1965) με τον οποίο εκφράζεται η ισότητα/ανισότητα σε έναν πληθυσμό (0=όλοι έχουν το ίδιο εισόδημα, 1=όλο το εισόδημα πηγαίνει σε ένα άτομο)), ίσο προς 0,7.

Ο Milankovic βρήκε ότι το εισόδημα των 70 εκατομμυρίων που αποτελούν το άνω 1% του παγκόσμιου πληθυσμού αυξήθηκε κατά 60% από το 1988. Τα 35 από τα 70 εκατομμύρια είναι αμερικανοί (το άνω 12% του πληθυσμού των ΗΠΑ) ενώ τα υπόλοιπα 35 εκατομμύρια είναι άνθρωποι που ανήκουν στο άνω 3-6% της Μ Βρετανίας, της Ιαπωνίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας και στο άνω 1% της Ρωσίας, της Βραζιλίας και της Ν Αφρικής.

Αλλά ο Milanovic βρήκε ότι αυτοί που κέρδισαν ακόμη περισσότερο τα τελευταία 20 χρόνια ήταν άνθρωποι που ανήκουν στην «παγκόσμια» μεσαία τάξη.

Άνθρωποι που δεν είναι καπιταλιστές.

Άνθρωποι στην Κίνα και την Ινδία, πρώην αγρότες και κτηνοτρόφοι, που μετανάστευαν στα αστικά κέντρα των χωρών τους για να εργαστούν στα καταστήματα και τις βιομηχανίες της παγκοσμιοποίησης. Τα εισοδήματά τους πολλαπλασιάστηκαν, ακόμη κι αν οι συνθήκες ζωής τους δε βελτιώθηκαν ούτε και απέκτησαν κάποια δικαιώματα.

Οι μεγαλύτεροι χαμένοι είναι οι πολύ φτωχοί (κυρίως αφρικανοί αγρότες) που δεν κέρδισαν τίποτε τα τελευταία 20 χρόνια και οι εργατικές τάξεις των πρώην σοσιαλιστικών χωρών που είδαν το επίπεδο ζωής τους να καταρρέει με την επιστροφή του καπιταλισμού τη δεκαετία του 1990 αλλά και των προηγμένων καπιταλιστικών οικονομιών που παραμένουν αμειβόμενες με σταθερούς μισθούς τα τελευταία 20 χρόνια. Ο Milankovic κάνει ορισμένες επιπλέον συζητήσιμες διαπιστώσεις με βάση τα στοιχεία του. Μοιράζει την παγκόσμια ανισότητα σε δυο μέρη: την ταξική ανισότητα και την χωρική (ή εντοπισμένη) ανισότητα (βλ παρακάτω εικόνα)




Η ταξική ανισότητα αναφέρεται στην ανισότητα που προκύπτει από τα διαφορετικά εισοδήματα των πλουσίων και φτωχών σε κάθε χώρα. Η χωρική ανισότητα αναφέρεται στην ανισότητα που προκύπτει από τις διαφορές των μέσων εισοδημάτων όλων των χωρών του κόσμου.

Το 1870 η ταξική ανισότητα εξηγούσε τα 2/3 της παγκόσμιας ανισότητας. Σήμερα περισσότερο από τα 2/3 της παγκόσμιας ανισότητας οφείλονται στο χώρο. Για την περίοδο από το 1870 ως σήμερα, το εισόδημα ενός ατόμου εξαρτιόταν για περισσότερο από 50% από το που ζούσε και εργαζόταν.

Με βάση τα παραπάνω συμπεραίνει ότι η μαρξιστική ταξική ανάλυση αποδείχτηκε λανθασμένη:

«Ο Καρλ Μαρξ έγραφε σωστά το 1867 στο «Κεφάλαιο» ή νωρίτερα στο «Μανιφέστο» ότι οι προλετάριοι όλου του κόσμου μοιράζονταν κοινά συμφέροντα. Ήταν αμετάκλητα φτωχοί και, το πιο σημαντικό, ήταν όλοι τους το ίδιο φτωχοί, ανεξάρτητα από τη χώρα που ζούσαν και εργάζονταν. Δεν υπήρχαν ουσιαστικές διαφορές στις υλικές συνθήκες».

«Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά», καταλήγει.

Επισημαίνει, επίσης, ότι η ιδέα ενός παγκόσμιου προλεταριάτου που θα κάνει την παγκόσμια επανάσταση είναι εκτός πραγματικότητας γιατί οι πραγματικές διαφορές υφίστανται μεταξύ όλων των αμερικανών και όλων των αφρικανών και όχι μεταξύ των καπιταλιστών και των εργατών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Πράγματι, είναι γεγονός ότι η εργατική τάξη των πλούσιων χωρών φαίνεται να μην ενδιαφέρεται να βοηθήσει τους φτωχούς του κόσμου. Αντίθετα, συνεισφέρει στην εκμετάλλευσή τους από τα αφεντικά. Αλλά αυτό που φαίνεται είναι τα συμφέροντα της «εργατικής αριστοκρατίας» και όχι του πραγματικού προλεταριάτου των πλούσιων χωρών. Αντίθετα, η ιστορία της αλληλεγγύης μεταξύ των «πλούσιων» εργατών της Δύσης και των «φτωχών» εργατών του Τρίτου Κόσμου είναι ιδιαίτερα πλούσια.

Πέραν αυτού, ο Milankovic με τα συμπεράσματα του μειώνει τη σημασία των ευρημάτων του πάνω στην ανισότητα πλούτου και εισοδήματος, δηλ., ότι τα τελευταία 30 χρόνια η ανισότητα αυξήθηκε και είναι τόσο μεγάλη, αν όχι μεγαλύτερη με αυτήν του 1870. Το οποίο εύρημα είναι 100% μαρξιστικής φύσης.

Εξάλλου, αυτό φαίνεται να το δέχεται και ο ΟΟΣΑ στην μελέτη του «Divided we stand» όπου μας λέει ότι το χάσμα πλουσίων – φτωχών διευρύνθηκε σημαντικά κατά τα τελευταία 30 χρόνια και έπιασε ιστορικό μέγιστο το 2008. Όπως και το ΔΝΤ.

Τέλος, ο Milankovic, μας προτείνει και τον τρόπο εξόδου από το τούνελ της ανισότητας:

«Υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους μπορεί να μειωθεί η παγκόσμια ανισότητα. Πρώτον, με μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης των φτωχών χωρών – κάτι που απαιτεί επιτάχυνση της αύξησης εισοδήματος των χωρών αυτών αλλά και συνεχιζόμενους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στην Ινδία, την Κίνα,κ.λπ. Δεύτερον, με την εισαγωγή παγκόσμιων σχημάτων αναδιανομής, κάτι που είναι πολύ δύσκολο να βρούμε πως θα γίνει. (σ.σ.: και που γίνεται ακόμη πιο δύσκολο στη σημερινή συγκυρία που η θέληση για βοήθεια προς τους φτωχούς του κόσμου έχει πιάσει πάτο). Και τρίτον, μέσω μετανάστευσης.»

Έτσι, λοιπόν, οι εργάτες του κόσμου δεν μπορούν να ενωθούν… Τι απομένει;

Μα, φυσικά, η μετανάστευση προς τις πλούσιες χώρες. Με τις κοινωνικές και φυλετικές συγκρούσεις, την εντεινόμενη στρατικοποίηση και τραγωδίες τύπου Λαμπεντούζα

Επομένως, όλοι μαζί, με μια φωνή..



Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Το κέντρο ως παράξενος ελκυστής


Η πρωτοβουλία των 58 ,ενώ προσέφερε ένα δημιουργικό κείμενο για ακαδημαϊκή συζήτηση, ιδίως στο εύστοχο κομμάτι «χωρίς ντροπή» , είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν μπορεί να παράγει νέα πολιτικά δεδομένα. Η ρητή άρνηση της Δημαρ περιορίζει αμέσως το εύρος των πρωτοβουλιών. Φαίνεται λοιπόν ότι η λεγόμενη υπόθεση της κεντροαριστεράς δεν τρέχει αμέσως.

Υποστηρίζω πως το πρόβλημα δεν είναι υποκειμενικό, δεν αφορά τις ικανότητες και τη βούληση ενός συγκεκριμένου συνόλου αυτοοριζόμενων κεντροαριστερών ή εκσυγχρονιστών να συλλάβουν το χρονισμό της συγκυρίας και να αναδείξουν τα ιστορικά επίδικα. Το πρόβλημα ευρίσκεται στη λανθασμένη θεμελιακή ανάγνωση τους για τους μεγάλους παίκτες της εποχής και την υφή των πολιτικών αυτοπληρούμενων σχεδίων τους. Υποστηρίζω πως τόσο η "Σαμαρική ασκητική "όσο και η "Συριζαική υπόσχεση" εξελίσσονται σε οιονεί κεντρώα πολιτικά σχέδια που συγκλίνουν ταχύτατα. Η πολιτική αρχιτεκτονική δεν πάσχει από έλλειψη κέντρου, αντιθέτως πάσχει από επικάλυψη , από μια υπερφόρτωση κεντρώων πολιτικών, οι οποίες δημιουργούν ανάγκες μιας άλλου τύπου παρέμβασης.

Το κομβικό σημείο της περιόδου σχετίζεται με τη ΧΑ.Η σύλληψη του Μιχαλολιάκου κινείται πέραν της ποινικής σφαίρας ή τρέχουσας πολιτικής ροής. Είναι κομβικό σημείο το οποίο διευρύνει την ΝΔ αναγκαστικά προς το κέντρο. Ταυτόχρονα η δημοσκοπική αντοχή της ΧΑ δημιουργεί το έδαφος συγκρότησης μιας «καθαρής» ακροδεξιάς η οποία θα καταλάβει το δεξί κέρας της πολιτικής παράταξης. Οι δυνατότητες ακροδεξιού πόλου να μεταμορφωθεί , δηλαδή να περιγράψει ένα αυθεντικό πολιτικό και όχι εγκληματικό σχέδιο έχουν υποτιμηθεί και παραμένουν ισχυρές. Το στρατηγικό και αφηγηματικό βάθος αυτού του σχεδίου έχω περιγράψει ήδη από τον Ιανουάριο 2012 πολύ πριν σοκαριστούμε από τα ποσοστά (πηγή)

Ταυτόχρονα δεν έχει κατανοηθεί η ουσία της Συριζαικής υπόσχεσης.

Το αυτοπληρούμενο αυτό σχέδιο ,στην πραγματική και όχι στην ονομαστική ή φαινόμενη αξία του, στέκεται πολιτικά μόνο σε συνθήκες ευρύτατης πολιτικής συναίνεσης και εφάπτεται με την έννοια ενός εθνικού δικομματικού και δια ταξικού προγράμματος. Η Συριζαική ονομαστική υπόσχεση ,σε συνθήκες απόλυτης εχθρότητας από μια ηττημένη Σαμαρική δεξιά, οικονομικής ασφυξίας από εγχώριους ή διεθνείς εχθρούς και ελάχιστους συμμάχους δεν υφίσταται ούτε καν ως υπόθεση εργασίας. Είναι τέτοια η φύση της οικονομικής κρίσης και οι υποδομές του κοινωνικού σχηματισμού, οι οποίες καθιστούν αδύνατη οποιαδήποτε μεγάλη υποτιθέμενη ριζική αλλαγή (στην έννοια της συριζαικής εσωκομματικής argot), εντός των ρητών και υπόρρητων συριζαικών συντεταγμένων και δεσμεύσεων :πλεονασματικοί προϋπολογισμοί , παραμονή στο Ευρώ. Ο Συριζα, με την Αυγή να συναγωνίζεται το Χωνί σε κυκλοφορία και τα εκλογικά του ποσοστά στους φοιτητές σε επίπεδα κλίμακας ρίχτερ, «κινδυνεύει» εισπράξει μια τυπική ανάθεση από τις πιο ανυπόμονες δυναμικές ομάδες. Αυτές τις οποίες καλεί ευλόγως και συνεχώς σε «μη ανάθεση» αλλά κινηματική συμπόρευση, εντός όμως των δικών του προαπαιτούμενων (πλεονασματικοί προϋπολογισμοί, ναι στο Ευρώ). Για αυτό ακριβώς παρά τις τηλεεκρήξεις και τηλεοργές και τις επακόλουθες δεξιές αλλεργίες ο Συριζα κατά βάθος ασθμαίνει στην ιδέα ανεξέλεγκτων απεργιών, απελπισμένων κινητοποιήσεων , γενικευμένου αντι ευρώ κλίματος κλπ. Αυτή λοιπόν η επερχόμενη ανάθεση ,δηλαδή μια κυβερνητική εντολή εν λευκώ κλασσικού τύπου, γίνεται διαχειρίσιμη , παρά μόνο στο πλαίσιο ενός αυθεντικού διακομματικού διαταξικού consensus.Εκτός του consensus αυτού υπάρχει μόνο το διαστημικό σενάριο συγκυβέρνησης Τσίπρα, Αλαβάνου, Καζάκη, Κουρή, Καμμένου, Κατσανέβα με τις ευλογίες της Marine Le Pen.

Η διαφορά ονομαστικής και πραγματικής αξίας της οποιασδήποτε πολιτικής υπόσχεσης δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ,ούτε είναι καν διαπραγματεύσιμη εντός ενός κλισέ λόγου περί λαϊκισμού κλπ.
Το δίπολο αυτό αυτή είναι συστατικό των πολιτικών κομμάτων και αφορά δύο οργανικά απαραίτητους πόλους της σύστασης τους :την τελετουργία και τη ζωή. Όλα τα κόμματα εδράζονται στο δίπολο αυτό, το οποίο δεν αφορά μια επιφάνεια σε αντιδιαστολή και μια ουσία, ή ένα λόγο σε αντιδιαστολή με μια υλοποίηση. Ο τελετουργικός λόγος είναι λειτουργικός στην απόλυτη θεολογική έννοια, δηλαδή ανασυγκροτεί αενάως τους βιοψυχικούς και πνευματικούς δεσμούς εντός του κόμματος. Το απόλυτο τελετουργικό κόμμα είναι το Κκε, το οποίο, σχεδόν με τα μισά χρόνια στην απόλυτη νομιμότητα και μια συμπεριφορά εντός του απόλυτα πολιτικά ορθού, συγκροτείται μέσω μιας συμβολικής γλώσσας και μέσω εννοιών και εκφωνημάτων με ιστορική αξία και αναφορά στην περίοδο της παρανομίας του. Το Κκε δεν είναι δογματικό στην έννοια της αγκύλωσης , αλλά μπορεί να είναι τελικά τόσο κομφορμιστικό γιατί ακριβώς διαθέτει μια τόσο στιβαρή εσωτερική τελετουργική ζωή. Ο Συριζα κατόρθωσε σε χρόνο dt να συγκροτήσει την εσωτερική του τελετουργία η οποία τον δομεί ως ιστορικό ρεύμα, αλλά ακριβώς η ισχυρή λειτουργία αυτή με τα εκφωνήματα του αντιμνημονίου, της παραγωγικής ανασυγκρότησης κλπ, συγκροτούν τον πόλο της πολιτικής του πράξης ο οποίος κινείται τροχιοδρομικά σε ένα ιστορικό συμβιβασμό a la ελληνικά. Δεν είναι καθόλου τυχαία η έκβαση του συνεδρίου του: Οι καλοί κάτοχοι της εσωκομματικής τεχνικής γλώσσας του Συνασπισμού, ανεξαρτήτως πολιτικών θέσεων-εκφωνήσεων , συνέθλιψαν μέχρις εξαφανίσεως τις εξωκομματικές διαλέκτους και παραλλαγές που εισήχθησαν στο διάστημα της αριθμητικής διόγκωσης.


Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η οξυδέρκεια τυπικών αστικών σχηματισμών και πόλων ισχύος, οι οποίοι έχουν συλλάβει την τελετουργική "αριστερή" φύση του Συριζα. (Χατζηνικολάου, Βαρδινογιάννης, Κόκκαλης, Δασκαλόπουλος κλπ) .Το μόρφωμα αυτό ,σε αντίθεση από την αίσθηση που επικρατεί στους 58, με ένα τυπικό αναπάντεχο υπερκερασμό από τα "αριστερά" έχει νεύσει καταφατικά όχι μόνο προς τον αναμενόμενο εθνικό συμβιβασμό αλλά και την εκκεντρική avant garde παραλλαγή του ως διακυβέρνηση Συριζα. Αυτό γίνεται γιατί ενστικτωδώς καταγράφει τον δομικό κεντρώο χαρακτήρα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Με ένα άλλο δρομολόγιο η Σαμαρική ασκητική είναι υποχρεωμένη να αναζητήσει τον ιστορικό συμβιβασμό. Το λεγόμενο success story ,πετυχαίνει και η επιτυχία του οδηγεί αυτομάτως σε εθνική συναίνεση. Για το success story υπάρχουν πολύ λανθασμένες εκτιμήσεις. Το ss είναι πρόταγμα προεξόφλησης, μια υποθήκη προσδοκιών ,είναι ένα δυναμικό πλαίσιο μέλλοντος με θετικό πρόσημο . Δεν είναι γνωμάτευση για την ευτυχία των ανέργων των πτωχών σήμερα. Οι πιο οξύνοες πλευρές του Συριζα, συνέλαβαν , επιτέλους, τη φύση του αινίγματος το οποίο προφανώς δε λύνεται με την αποκάλυψη του failure στο «ψευδές» success story (πηγή).Το ss σηματοδοτείται από το πρωτογενές πλεόνασμα (1). Είναι πολύ λανθασμένη επίσης η συζήτηση για την προέλευση ή την αλήθεια του. Το μέγεθος του πλεονάσματος είναι οικονομικό μέγεθος αλλά το πιστοποιεί η κυβέρνηση εμμέσως μέσω μιας πολιτικής έκφρασης. Μια κυβέρνηση που θα νεύσει προς μια πολιτική έντασης προς τους διαπραγματευτές έχει ήδη πρωτογενές πλεόνασμα, όσο και αν μεμψιμοιρεί η αντιπολίτευση ή το αμφισβητούν αρμόδιοι .Αλλιώς αυτοκτονεί .Το πρωτογενές πλεόνασμα είναι το πολιτικά ορθό φόβητρο προς τους δανειστές, επομένως η ύπαρξη του είναι πρωτίστως γνωστή στην κυβέρνηση. Ο Σαμαράς μπορεί λοιπόν μπορεί να προσέλθει σε μια κρίσιμη διαπραγμάτευση με τους δανειστές μόνο αν πραγματικά έχει πλεόνασμα. Αυτή διαπραγμάτευση μπορεί να γίνει μόνο αν έχει ισχυρή εσωτερική υποστήριξη. Οι εκλογές πιθανόν να τον κατατάξουν αδύναμο πρώτο ή οριακό δεύτερο. Η λύση είναι απλή: Με δεδομένη τη δυσπραγία του Συριζα να υλοποιήσει μόνος ακόμα θεμελιώδη του ονομαστικού του προγράμματος ,χρειάζεται μια ιδιόμορφη συναίνεση à la "Βυθίσατε το Hora" ή "Όχι στην Εοκ" της περιόδου Κ.Καραμανλή Α.Παπανδρέου: Φαινομενική τελετουργική ένταση, στρατηγική ταύτιση. Βαδίζουμε ,ευτυχώς ,προς την άριστη συναινετική λύση του διλλήματος του φυλακισμένου. Το πραγματικό πλεόνασμα ενισχυόμενο με την επίδειξη της ονομαστικής Συριζαικής απειλής, μπορεί να δημιουργήσει μια επιτυχή διαπραγμάτευση.

Το πολιτικό σύστημα εννοούμενο ως σύνολο με κύριους παίκτες ΝΔ και Συριζα μπορεί να εγγράψει μια επιτυχία μετά από καιρό, η οποία θα προκύψει ακριβώς από τον συγχρονισμό των διαφορετικών δρομολογίων τους. Είναι η επιτυχία που με συστηματικό ευκρινή τρόπο περιγράφει εδώ και καιρό ο Χατζηνικολάου, ως ιδεολογικός εκπρόσωπος των πιο δυναμικών τμημάτων του αστικού κόσμου. Θα έχουμε λοιπόν μια κεντρώα οργανική πραγματική σύγκληση , πέραν των προφανών προσκλήσεων προς «τοπολογικούς» ενδιάμεσους χώρους.

Αυτού του τύπου κεντρώα σύγκλιση à la ελληνικά, μπορεί να δημιουργήσει το πολιτικό περιβάλλον των τεχνικών μεταρρυθμίσεων τις οποίες εύστοχα θέτουν οι 58 ως κεντρικό μεταμνημονιακό στόχο.
Οι 58 προτείνουν μια κεντροαριστερή ανασυγκρότηση ως ιδιοκτήτη της μεταρρυθμιστικής ατζέντας και ως ρυθμιστικό πόλο μιας κομματικής σύνεσης .Πρόκειται μάλλον για μια σχετικά αδρή σύλληψη η οποία μέσω ανασύστασης της κλασσικής γεωγραφίας (αριστερά, κέντρο, δεξιά) αδυνατεί να προσλάβει την τραγική αντίφαση του ελληνικού δράματος :σε συνθήκες οικονομικής κρίσης οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να γίνουν ως ρητό τεχνικό σχέδιο μεγάλης συναίνεσης, αλλά υλοποιούνται με δόσεις αυταρχισμού .


Στην Συριζαική τεχνική γλώσσα οι μεταρρυθμίσεις δεν λείπουν αλλά προϋποθέτουν την ανακούφιση των πολλών μέσω μιας ριζικής ανατροπής της οικονομικής πολιτικής. Οι έννοιες της ανταγωνιστικότητας, ανταποδοτικότητας ,αποτελεσματικότητας είναι κυρίαρχες στην έντεχνη version της Συριζαικής υπόσχεσης, αλλά απωθούνται στο απώτερο μέλλον της «μεταμνημονιακής» φάσης. Είναι αξιοσημείωτο πως εντός της Συριζαικής argot ο όρος «κρατικοδίαιτος» είναι εξαιρετικά αρνητικά φορτισμένος .Αυτή η αναβολή ,άλλοτε εννοείται πραγματικά, άλλοτε είναι η μετωνυμία των αγκυλώσεων που επιβάλουν οι τυπικές δυνάμεις της κατακερματισμένης κοινωνίας οι οποίες ευρίσκονται στη θαλπωρή του Συρι'ζαικού αντιμνημονίου.

To τραυματικό δίλλημα των μεταρρυθμίσεων, αυταρχισμός ή αναβολή 'βασίζεται στο έλλειμμα των πραγματικών κινητήριων δυνάμεων . Οι λεγόμενες αυτονόητες μεταρρυθμίσεις προκύπτουν από την πίεση των παραγωγικών ομάδων της εξωστρεφούς ιδιωτικής οικονομίας, οι οποίες έχουν συμφέρον για την ανάπτυξη θεσμών και μηχανισμών που εξαφανίζουν το καθεστώς των εξαιρέσεων προνομίων κλπ. Το πρόβλημα είναι πως αυτές οι δυνάμεις είναι αρκετά ισχνές ενώ ως παραγωγικές αυτοκατανοούνται οι ''ομάδες των προστατευμένων επαγγελμάτων, της μεσαίας κατανάλωσης, της εκτεταμένης φοροαποφυγής των εσωστρεφών υπηρεσιών το στελεχιακό προσωπικό των μονοπωλιακών Δεκο κλπ.Έτσι δημιουργείται ένας πληθωρισμός ονομαστικής μεταρρύθμισης η οποία καταστατικά αφορά τους «άλλους».Το παράδοξο παίρνει την εξής μορφή: Στελέχη του ευρύτερου δημοσίου τομέα διακινούν ένα ρεπερτόριο που βασίζεται σε μια ισχυρή ιδιωτική εξωστρεφή οικονομία, της οποία τα στελέχη δεν ανευρίσκονται πουθενά. Το εντόπιο στελεχιακό δυναμικό των μεταρρυθμίσεων συγκρινόμενο με το αντίστοιχο μιας βιομηχανικής οικονομίας είναι απελπιστικά μικρότερο. Με μια έννοια το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα είναι ιδέα «εκ των άνω» η οποία αναζητά συγκυρία για να στερεοποιηθεί ως πολιτικό υλικό. Εδώ οι 58 έχουν δίκιο δρώντες ως think tank χωρίς πολιτική φιλοδοξία για τους ίδιους. Ταυτόχρονα και η Συριζαική αριστερά έχει δίκιο όταν καταλογίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι πρόσχημα για άλλες πολιτικές ,δηλαδή δεν υπάρχει αυτοκίνητη μεταρρυθμιστική ροπή αλλά λέει πολύ επιμελώς τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι και οι δικές της μεταρρυθμίσεις, δεν είναι η φυσική ροπή των δικών της κοινωνικών στηριγμάτων της. Ενίοτε κολακεύει τον κατακερματισμό και τον τοπικισμό επομένως ,όπως ακριβώς και οι 58 , ο Συριζα θα αναγκαστεί να «υποκλέψει» την μεταρρυθμιστική συναίνεση με τη χρήση άλλων ιδεολογημάτων, πιθανότατα με τη χρήση του ευρωπαικού κεκτημένου ως αναφορά υπόδειγμα.

Μεταξύ του Σαμαρικού αυταρχισμού και Συριζαικής αναβολής, αναγκαστικά, η λογική των 58 ρέπει σε μια ανομολόγητη συγκατάνευση προς τον αυταρχισμό.

Ωστόσο η Συριζαική αναβολή μπορεί να εξουδετερωθεί πολύ αποτελεσματικά όσο η δυνητική διακυβέρνηση έρχεται εγγύτερα. Το πρόβλημα δεν είναι να καταγγελθεί η τελετουργική αντιμεταρρυθμισιολογία του Συριζα (ίδιον όλων των αντιπολιτεύσεων με αναπάντεχο πρωταθλητή τον Γαπ του 2006-2009 που έστειλε την Μαριλίζα ως υπαρχηγό του Τσίπρα να καταλάβει τη ΔΕΗ ) αλλά να αναδειχθεί η λανθάνουσα τεχνική μεταρρυθμιστική ατζέντα μέσω της προβολής της δυνητικής διακυβέρνησης . Ισχυρά μεταρρυθμιστικά κόμματα δυνητικοί σύμμαχοι του Συριζα μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο.

Με ένα παράδοξο τρόπο η πολιτική υπερδομή αποκτά μια ισορροπία.


Αναδύονται μια εκκολαπτόμενη νέα ακροδεξιά, δύο μεγάλα κεντρώα κόμματα με πόλωση αριστερά -δεξιά, μια παραδοσιακή αριστερά (ΚΚΕ) και τρία κόμματα ρυθμιστές: το Πασοκ οι Ανελ και η Δημαρ. Από "μηχανική" άποψη το σύστημα ισορροπεί καλύτερα αν υπάρχουν τρεις διαθέσιμοι για αμφίπλευρες συμμαχίες. Η λογική της συγκυρίας ευνοεί ένα κατακερματισμό του κέντρου γιατί εξασφαλίζει σταθερότητα σε όλες τις περιπτώσεις.
Το Πασοκ είναι αδύνατο να αποφύγει από το συμβολικό του φορτίο, ενώ οι Ανελ δείχνουν μια αξιοσημείωτη σταθερότητα διατηρώντας άφθαρτο το ιδεολόγημα της Πολαν σε μια νεοβαρβαρική εκδοχη .

Το μοναδικό κενό είναι ένα μικρό κόμμα του ενοχλητικού κέντρου: Ένας ελεγκτής των ατασθαλιών, των μεγαλοστομιών των "μεγάλων" ένας εκπρόσωπος των ολιγάριθμων Ιωβ (πηγή) του προμνημονίου , του μνημονίου και του μεταμνημονίου. Λείπει ένας ηθικός σεκταρισμός του κέντρου. Η Δημαρ θα μπορούσε να παίξει αυτό το ρόλο, αλλά η ακατανόητη προσέγγιση με τον Λοβέρδο υπονομεύει το τριπλό εύστοχο όχι, προς αυταρχισμό, πασοκισμό, λαϊκισμό που ανακοίνωσε ο Κουβέλης , ιδίως τώρα που το ηθικό προβάδισμα του Συριζα ως αναμάρτητου μπορεί να ξεθωριάσει ταχύτατα (2)

(1) Εδώ μια ενδιαφέρουσα αλλαγή ύφους και περιεχομένου για το πρωτογενές πλεόνασμα ,από ένα αναπάντεχο σύμβουλο του Στουρνάρα.

(2) Η μελαγχολική σιωπή για τις υποθέσεις Μητρόπουλου (ο νόμος Αλογοσκούφη ως ηθικό έσχατο κριτήριο ) , Τσίπρα (υπόθεση Αγκάλη, άνευ σχολίων..) δείχνουν πως το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς μετασχηματίζεται βαθμιαία σε εξοικείωση με τους βαθύτερους ηθικούς και αισθητικούς κωδίκες του παλαιοπασοκικού βιόκοσμου: καλή η αριστερή ρητορεία αλλά στην τελική είμαστε επαγγελματίες δικηγόροι και στοργικοί γονείς...

Πηγή: Left Liberal Synthesis

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Τα 28 κτήρια του ΤΑΙΠΕΔ: από νοικοκύρης, νοικάρης


Πολύ ανακουφισμένο εμφανίστηκε προχθές το ΤΑΙΠΕΔ από την ευτυχή κατάληξη της συμφωνίας «αξιοποίησης» των 28 ακινήτων του Δημοσίου από τις ελεούσες εταιρίες Real Estate της Εθνικής και της Eurobank .

«Κάθε εμπόδιο για καλό...», λένε τώρα στο ΤΑΙΠΕΔ.

Εδώ το «καλό» αποκτάει φυσικά διαφορετική σημασία και θα δούμε το γιατί. Λογικά θα περιμένει κανείς το «καλό» να πηγαίνει στο Δημόσιο, μιας και το ΤΑΙΠΕΔ υποτίθεται ότι υπάρχει για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Δημοσίου και μόνο. Δεν είναι όμως έτσι, γιατί στην πραγματικότητα, που βγάζει μάτι, το «καλό» πάει αυτοδικαίως στις δυο εταιρίες.

Από την παραχώρηση των 28 ακινήτων φιλέτων το ΤΑΙΠΕΔ θα εισπράξει, όποτε αυτό συμβεί, 261,3 εκατ. ευρώ τα οποία εντός 10ημέρου αυστηρά, όπως λέει ο νόμος που διέπει τη λειτουργία του ΤΑΙΠΕΔ, θα μεταβούν στον ειδικό λογαριασμό χρέους για να μεταναστεύσουν πάραυτα στου δανειστές.

«Πολύ καλά», θα πει ο όποιος καλοπροαίρετος, που έχει εμπεδώσει το γεγονός ότι οι ιδιωτικοποιήσεις δεν πάνε για μισθούς και συντάξεις, όπως διατεινόταν για πολύ καιρό μια αλήτικη προπαγάνδα και δημοσιογραφία, αλλά για το χρέος. «Τουλάχιστον θα ξεφορτωθούμε ένα μέρος, έστω και μικρό, του χρέους».

Τoo good to be true!

Διότι, βάσει μιας λεόντειας υπέρ των συγκεκριμένων τραπεζών συμφωνίας, το Δημόσιο υποχρεώνεται να πληρώνει ενοίκιο στους καινούργιους ιδιοκτήτες για μια περίοδο 20-25 ετών, ύψους 30 εκ. ευρώ ετησίως.

Δηλαδή έλαβε 261,3 εκ. για να πληρώσει 600-750 εκ. ευρώ, τα οποία ως τώρα δεν πλήρωνε, και τα οποία θα βγουν από πού αλλού, παρά από τον προϋπολογισμό, δηλαδή από τις τσέπες των φορολογούμενων.

Και να ήταν μόνο αυτά;

Ακούστε!

Το Δημόσιο, δεν φτάνει που θα ξεσπιτωθεί κι από νοικοκύρης θα γίνει νοικάρης, αλλά υποχρεώνεται κι από πάνω να

1) Επιμεριστεί τις υποχρεώσεις και το κόστος συντήρησης των κτηρίων,

2) τα έξοδα των ασφαλίστρων, καθώς και

3) τους φόρους, και δασμούς

Φυσικά το Δημόσιο παραμένει μετά τη λήξη της μίσθωσης, προτιμητέος αγοραστής, αλλά σε τιμές που θα επικρατούν εκείνη την εποχή. Όχι παίζουμε!

Όπως διευκρινίζεται στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, το Δημόσιο θα αναλάβει όμως τα «ψιλά» στη συντήρηση και οι νέοι δικαιούχοι τα «χοντρά», χωρίς όμως να προσδιορίζεται τι συνιστά «ψιλό» και τι «χοντρό», μιας και η ασάφεια πάντα βοηθά. Ενώ η υποχρέωση των επενδυτών να επενδύσουν άλλα 100 εκ. ευρώ για την ανακαίνιση των κτηρίων, όπως διακινείται από μερίδα του τύπου, δεν προκύπτει από την πρόσκληση του ΤΑΙΠΕΔ, ούτε από κανένα άλλο επίσημο έγγραφο. Και προφανώς γίνεται για τη διασκέδαση των εντυπώσεων από το περιεχόμενο της συμφωνίας, την οποία ακόμα και «παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι είναιπερισσότερο συμφέρουσα για τους επενδυτές -παρά για το Δημόσιο».

Το πόσο λοιπόν βλάπτεται το Δημόσιο από τη συγκεκριμένη ιδιωτικοποίηση είναι παραπάνω από εμφανές. Όχι ότι και οι προηγούμενες είναι συμφέρουσες, αλλά αυτή εδώ βγάζει μάτι. Διότι όχι μόνο δεν πρόκειται για επένδυση που θα αποφέρει νέες θέσεις εργασίας, αλλά θα την πληρώσουμε κι από πάνω, και μάλιστα αδρά.

Και το κερασάκι στην τούρτα!

Ποιοι ήταν οι σύμβουλοι της συγκεκριμένης συμφωνίας;

Ελάτε! Δεν είναι δύσκολο! Αναγράφεται στη σελ. 20 της Πρόσκλησης:

1) Η EUROBANK EQUITIES INVESTMENT FIRM Α.Ε., και

2) Η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.


Bingo!

ΥΓ. Η λίστα των 28 κτηρίων βρίσκεται ΕΔΩ 

πηγή: cynical

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Σκέψεις με αφορμή δηλώσεις ανθρώπων της τέχνης


Δεν είναι λίγες οι φορές που, με αφορμή την όξυνση της οικονομικής κρίσης και –ταυτόχρονα- του αυταρχισμού της κυβέρνησης, αλλά και την εμφάνιση στο προσκήνιο και άλλων «εργαλείων» (πχ Χρυσή Αυγή) του συστήματος που έχουν στόχο την καταστολή κάθε εργατικής-λαϊκής διεκδίκησης, αναρωτηθήκαμε από αυτό το βήμα «που είναι» οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών.

Δεν είναι λίγες επίσης οι φορές που ασκήσαμε κριτική σε διάφορους «επώνυμους» εκπροσώπους τους, που με τις δημόσιες τοποθετήσεις ή συμπεριφορά τους τάχτηκαν ανοιχτά (κάποιοι λιγότερο ανοιχτά) απέναντι στους κοινωνικά αδύναμους, απέναντι στους εργατικούς αγώνες και τις λαϊκές διεκδικήσεις κλπ. με προσχήματα τη «νομιμότητα», κάποιες ψευδεπίγραφες δημοκρατικές αρχές περί «πλειοψηφίας» και την προστασία της «κοινωνικής συνοχής». Το άρθρο που ακολουθεί προχωράει ακόμα πιο βαθιά και προσφέρεται για επιπλέον προβληματισμό. Ευχαριστούμε το συγγραφέα Βασίλη Τσιράκη για την αποστολή του. (Οικοδόμος)
 
 Σκέψεις με αφορμή δηλώσεις ανθρώπων της τέχνης, του Βασίλη Τσιράκη
 «Τους βαρούν με τα πολυβόλα [τους κομμουνάρους]. Όταν άκουσα τον χαρμόσυνο ήχο, αισθάνθηκα ανακούφιση», Εντμόντ ντε Γκονκούρ. «Βρώμικα κολάρα, σκούφοι φρυγικοί, εκτροφείς σαλιγκαριών, σωτήρες του λαού, ξεπεσμένοι, ανίκανοι, τεμπέληδες. Γιατί οι εργάτες ανακατεύονται με την πολιτική;», Αλφονς Ντοτέ.

«Στην ανωριμότητα του εργάτη υπάρχει η ανάγκη μιας κυβέρνησης σοφών μανδαρίνων», έγραφε ο Φλομπέρ που χαρακτήριζε τους εργάτες κάφρους, ενώ ο Εμίλ Ζολά χαρακτήριζε το αιματοκύλισμα του λαού του Παρισιού «αποτρόπαια αναγκαιότητα». Αλλά και αυτός ακόμα ο Βίκτωρ Ουγκό κατέκρινε τους κομμουνάρους για τη βίαιη πρακτική τους, που όπως πίστευε προερχόταν από την αγραμματοσύνη τους, ενώ ο Θεόφιλος Γκοτιέ διαμαρτυρόταν πως είναι δυνατόν το Παρίσι να τρομοκρατείται από κάποιους κατάδικους. Είναι οι ίδιοι συγγραφείς που έγραψαν τους «Άθλιους», το «Ζερμινάλ» και τη «Μαντάμ Μποβαρί».

Κική Δημουλά, Πέτρος Μάρκαρης, Απόστολος Δοξιάδης, Διονύσης Σαββόπουλος, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Λένα Διβάνη, Χρήστος Χωμενίδης, Σώτη Τριανταφύλλου, Θανάσης Χειμωνάς, Πέτρος Τατσόπουλος, Σωκράτης Μάλαμας και άλλοι άνθρωποι της τέχνης ήλθαν το τελευταίο διάστημα στην επικαιρότητα για δηλώσεις ή πράξεις τους. Σχόλια πολλά και ανταπαντήσεις που αφορούσαν κυρίως στην ερμηνεία των δηλώσεων ή πράξεών τους. Μα τι κάνουν οι καλλιτέχνες αυτές τις κρίσιμες ώρες; Γιατί δεν μιλούν; Γιατί δεν βγαίνουν μπροστά;
 
 
Αλλά αντί για εύκολες απαντήσεις ας γυρίσουμε πάλι λίγο πίσω. Γιατί ο Σεφέρης δεν αποκήρυσσε τη χούντα τα δυο πρώτα χρόνια της; Γιατί ο Μίκης έγινε υπουργός της Ν.Δ και ο Μικρούτσικος υπουργός του ΠΑΣΟΚ; Πως ο δημιουργός της «πλατείας» και της «παράγκας» έγινε κολαούζος του συστήματος; Πως εξηγείται η στάση του Τσιτσάνη στην κατοχή; Γιατί ο Μπιθικώτσης τραγούδησε τον ύμνο της χούντας; Πως εξηγείται πως ο Βαμβακάρης ήταν οπαδός του Βασιλιά; Ποια εξήγηση θα μπορούσε να δοθεί στο ότι ο Θ. Αγγελόπουλος, ο δημιουργός ότι πιο αριστερού και ριζοσπαστικού έχει δώσει η τέχνη μετά τη μεταπολίτευση (και όχι μόνο στη χώρα μας), εξυμνούσε τον εκσυγχρονισμό του Σημίτη, ή στη δήλωσή του αμέσως μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 πως η λύση είναι η εθνική ενότητα, ενώ την ίδια χρονιά έκανε τη «Σκόνη του χρόνου»;

Είναι δυνατόν ένα έργο τέχνης να αυτονομηθεί από το δημιουργό του; Ή αντίστροφα μπορεί οι γενικότερες απόψεις του δημιουργού να έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του έργου του; Και αν ναι, μήπως αυτό αποτελεί μια ειδική περίπτωση, μια εξαίρεση στον κανόνα; Ποιός είναι ο κανόνας και ποια η εξαίρεση;

Είναι αλήθεια πως η απαρχή κάθε έργου τέχνης βρίσκεται σε κάποιο προσωπικό ζήτημα - πρόβλημα που βασανίζει τον δημιουργό και απαιτεί έκφραση, διέξοδο, λύτρωση. Πρόβλημα όμως που για να γίνει τέχνη πρέπει να μεταπλαστεί με τα εκφραστικά μέσα και την αντίστοιχη γλώσσα της και να ανυψωθεί κατά το δυνατό στο επίπεδο του καθολικού – οικουμενικού. Για να επιτευχθεί όμως αυτό απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του, με τις κοινωνικές αντιθέσεις και τις αγωνίες των καιρών, αλλιώς η τέχνη είναι ναρκισσιστική, τέχνη αυνανισμός.

Θα μπορούσαμε συνοπτικά να επισημάνουμε πως ενώ το έργο τέχνης είναι προϊόν αλληλεπίδρασης των εσωτερικών αντιφάσεων του δημιουργού με τις αντιθέσεις της κοινωνίας, αντίθετα η πολιτική τοποθέτηση ενός δημιουργού, ως πολίτη, καθορίζεται κατ’ αρχήν από τα συμφέροντα του, από τη θέση του στην κοινωνία.

Ποια όμως είναι η θέση των δημιουργών - καλλιτεχνών μέσα στην κοινωνία;
Και εδώ βέβαια η απάντηση δεν εύκολη, αλλά είναι σύνθετη και πολύπλοκη. Ούτε ανήκουν σε κάποια συγκεκριμένη τάξη, ούτε όμως και διαχέονται σε όλες τις τάξεις και στρώματα. Ούτε ακόμα θα μπορούσαν να καταταχτούν σε κάποιο συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα, όπως πχ η διανόηση.

Αν εξαιρέσουμε την ερασιτεχνική δημιουργία, η τέχνη που αποτελεί συνέχεια - τομή του παγκόσμιου πολιτισμού, που λαμβάνει υπόψη της ότι πολυτιμότερο έχει επιζήσει στο πέρασμα των χρόνων, η τέχνη λοιπόν αυτή, που κάποιοι την ονόμασαν αληθινή και άλλοι υψηλή τέχνη, απαιτεί κόπο και χρόνο που δεν χωρά στο καθημερινό ωράριο της εργατικής τάξης.

Στο σημείο αυτό να επικαλεστούμε την ομοφωνία των κλασσικών, πως ο καταμερισμός εργασίας στον καπιταλισμό, δεν αφήνει δυνατότητες για ανάπτυξη προλεταριακής τέχνης και ότι της εργατικής τάξης δεν της αξίζει ο αποκλεισμός της από την πρόσβαση στην υψηλή τέχνη και η ενασχόληση της με την υποκουλτούρα που προορίζει γι’ αυτήν η πολιτιστική βιομηχανία. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση και υποτίμηση της ερασιτεχνικής δημιουργίας, που αντίθετα οφείλουμε να την ενθαρρύνουμε, να την ενισχύουμε και να προβάλλουμε, ιδιαίτερα όταν αυτή αποτελεί συλλογική προσπάθεια των «από κάτω».

Με δεδομένο λοιπόν πως ο καλλιτέχνης προσπαθεί να βρει τρόπους και μέσα για να μπορεί να είναι δημιουργός - στο βαθμό που η ενασχόληση του με την τέχνη δεν είναι χόμπι, αλλά ζωτική ανάγκη - προκρίνουμε με το κίνδυνο της απλούστευσης την εξής κατηγοριοποίηση:

Στην πρώτη κατηγορία θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τους δημιουργούς που έχουν σταθερό εισόδημα χωρίς να εργάζονται, ανεξάρτητο από το καλλιτεχνικό τους έργο, οπότε μπορούν να αφιερώνονται αναπόσπαστα στο έργο τους.

Στη δεύτερη κατηγορία τους δημιουργούς που όντας στελέχη της πολιτιστικής βιομηχανίας ή και στελέχη οργανισμών και επιτροπών του κρατικού μηχανισμού, μπορούν αξιοποιώντας τη θέση τους και να ασχολούνται με την τέχνη τους, αλλά και κυρίως να βρίσκουν την αναγκαία χρηματοδότηση και προβολή του έργου τους.

Στην τρίτη κατηγορία οι δημιουργοί που με επιλογή τους υποαπασχολούνται, αφενός για να εξοικονομούν τα προς το ζην και αφετέρου να απελευθερώνουν τον αναγκαίο χρόνο που απαιτεί η τέχνη τους.

Τέλος οι ελάχιστοι δημιουργοί που έχουν την τύχη να ζουν αποκλειστικά από το καλλιτεχνικό τους έργο.

Κάτω από αυτό το πρίσμα θα μπορούσαμε να κρίνουμε και να κατακρίνουμε, μα και να εξηγήσουμε κάθε μια ξεχωριστά, τις δηλώσεις των ανθρώπων της τέχνης που ήρθαν στο φως της επικαιρότητας έχοντας σαν κριτήριο κυρίως όχι το έργο τους, αλλά την κοινωνική θέση τους και τα όρια ή τις απαιτήσεις που αυτή θέτει. Και σε συνθήκες ολόπλευρης κρίσης του συστήματος τα όρια στενεύουν και οι απαιτήσεις αυξάνονται και τότε ο καλλιτέχνης θα πρέπει να αποφασίσει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει. Και εμείς δεν πρέπει να κρατήσουμε τόσο, το ότι η ιστορία απέδειξε ότι οι περισσότεροι πηγαίνουν με την τάξη τους, αλλά το ότι υπήρχαν και δημιουργοί που επέλεξαν το δρόμο της συμπόρευσης με τους αγώνες του λαού με αντίτιμο διώξεις, φυλακίσεις και εξορίες.

Και βέβαια από την άλλη μεριά έχουμε περιπτώσεις όπου ενώ ο δημιουργός δεν κάνει το μεγάλο άλμα, το έργο του αλληλεπιδρώντας με τις κοινωνικές αντιθέσεις και τις πολιτικές εξελίξεις της περιόδου αυτονομείται από το δημιουργό του, τον ξεπερνά και επανοηματοδοτείται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Άξιον εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, που με την ώθηση της μουσικής του Μίκη, αναβαπτίστηκε μέσα στους λαϊκούς αγώνες σε λαϊκή υμνωδία.

Και μια σημείωση ως επίλογο. Είναι στιγμές στην ιστορία όπου η έννοια του ωραίου επαναδιαπραγματεύεται. Και στις μεγάλες ανατάσεις του λαϊκού κινήματος, ορισμένες στιγμές μιας διαδήλωσης μπορεί να αξίζουν (και καλλιτεχνικά) περισσότερο από τη θέαση ενός πίνακα στην αίθουσα ενός μουσείου.

Παραπομπές:
Εφημερίδα «Εποχή» : Ν. Σεβαστάκης «Συγγραφείς και κομμούνα. Ο λόγος της απόρριψης».
Εφημερίδα «Ριζοσπάστης»: «Αφιέρωμα στην παρισινή Κομμούνα: Τέχνη και Παρισινή Κομμούνα».

Πηγή: Οικοδόμος

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Διδάγματα από το Μεσοπόλεμο (1)


Αύριο ξεκινούν στη Γερμανία οι συνομιλίες μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών (ΧΔ) και Σοσιαλδημοκρατών (ΣΔ) για το σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας (Ο Μεγάλος Συνασπισμός).

Οι ΣΔ φέρονται να έχουν θέσει ορισμένους όρους ως αδιαπραγμάτευτους (ελάχιστο μισθός 8,5 ευρώ/ώρα, ίσα μεροκάματα για άνδρες και γυναίκες, μεγαλύτερες επενδύσεις στις υποδομές και στη παιδεία και μια κοινή στρατηγική προώθησης της ανάπτυξης στην Ευρωζώνη.
 

Δεν έχω πολλές αμφιβολίες για την τελική συμφωνία (αν και ποτέ δεν ξέρεις) αφού η ιστορία του τιμημένου αυτού σοσιαλιστικού κόμματος δείχνει ότι προέχει η ηγεμονία της γερμανικής καπιταλιστικής τάξης και, μέσω αυτής, η γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη. Και μιας και κλείνουν 95 χρόνια από τη γερμανική επανάσταση του 1918, καλό είναι να θυμηθούμε το ρόλο των ΣΔ στην κατάπνιξη της. Μιας επανάστασης που αν πετύχαινε θα άλλαζε τη ροή της ιστορίας. Αλλά, ευτυχώς ή δυστυχώς, (ευτυχώς, ευτυχώς, μουρμουρίζει ο δεξιός συνάδελφος) η ιστορία δε γράφεται με "αν".
 ____________________________________________________________________________

Πώς γεννιέται το φασιστικό φαινόμενο, ποιες οι κοινωνικές και πολιτικές του ορίζουσες και προπαντός πώς αντιμετωπίζεται; Τα ερωτήματα αυτά, που χρόνια τώρα θέτουν οι κομμουνιστές και όλοι οι συνεπείς αντιφασίστες, ήρθαν πλέον στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Χρήσιμο είναι, λοιπόν, ν' ανατρέξουμε στην ιστορία. Και τι πιο διδακτικό από μια επισκόπηση της ανόδου του φασισμού και της ανάπτυξης του αντιφασισμού στη χώρα όπου ο φασισμός πήρε την πιο αποκρουστική, την πιο βάρβαρη μορφή του, τη Γερμανία. Το σημείωμα αυτό και τα επόμενα που θα ακολουθήσουν αποπειρώνται να περιγράψουν τους βασικούς σταθμούς της ιστορίας και πάλης του KPD, του επαναστατικού Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας, που γεννήθηκε στη φωτιά της επανάστασης του 1918 και ανδρώθηκε διεξάγοντας έναν αδιάλλακτο και αμείλικτο ταξικό πόλεμο ενάντια στο φασισμό και την εξουσία τόσο του ντόπιου όσου και του ξένου ιμπεριαλισμού στη Γερμανία. Η ηττημένη Γερμανία του μεσοπολέμου, της ληστρικής και αποικιακής συνθήκης των Βερσαλλιών, αποτέλεσε θέατρο σκληρών συγκρούσεων ανάμεσα στα βασικά πολιτικά ρεύματα που σημάδεψαν την ιστορία του εικοστού αιώνα: του φασισμού, του κομμουνισμού και της σοσιαλδημοκρατίας.

Ευθείες αναλογίες με τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα του μνημονίου και της καπιταλιστικής κρίσης δεν γίνονται εύκολα. Χρήσιμα συμπεράσματα, όμως, μπορούν να αντληθούν για αρκετά ζητήματα της ταξικής πάλης, που εμφανίζονται και σε μας σήμερα. Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο ελληνικό «σήμερα» και το γερμανικό «τότε» είναι αναντίρρητα η ύπαρξη ενός επαναστατικού πολιτικού φορέα της εργατικής τάξης, του KPD. Αμέσως μετά τις τελευταίες εθνικές εκλογές, η κυβερνητική πλειοψηφία και τα ΜΜΕ των εθνικών εργολάβων ανέσυραν τη θεωρία των «δυο άκρων» από την πολιτική και ιστορική φιλολογία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Με τον ίδιο τρόπο, πριν από 83 χρόνια, μέσα στη δίνη της έντονης πολιτικής κρίσης του 1932 στη Γερμανία, οι σοσιαλδημοκράτες του SPD, το αστικό πολιτικό κόμμα που διέσωσε δεκάδες φορές την κυριαρχία της γερμανικής αστικής τάξης μετά την επανάσταση του 1918, ταύτιζε τον επαναστατικό αγώνα των κομμουνιστών του KPD με τη δολοφονική δράση των ταγμάτων εφόδου των ναζί.[1]

Εκτοτε, οι αστοί ιστορικοί και δημοσιολόγοι βρήκαν μέσα και χώρο για να παρουσιάσουν στον ελληνικό λαό τις απόψεις τους, σύμφωνα με τις οποίες κύριος υπεύθυνος για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία ήταν το KPD. Κατηγορούν το KPD επειδή δεν συνεργάστηκε εκλογικά με το SPD προκειμένου από κοινού να ανασχέσουν την εκλογική άνοδο των ναζί. Στην πραγματικότητα, κατηγορούν το KPD γιατί δε σύρθηκε -στη λογική «του μικρότερου κακού»- πίσω από το SPD, στηρίζοντας στις προεδρικές εκλογές το Μάρτη του 1932 τον στρατάρχη του Γενικού Επιτελείου Στρατού μοναρχοφασίστα Χίντενμπουργκ ως… επιλογή σωτηρίας απέναντι στην υποψηφιότητα του Χίτλερ!


Φυσικά, δε διανοούνται να θέσουν το ερώτημα αντίστροφα: γιατί το SPD δε συνεργάστηκε με το KPD ούτε για μια στιγμή στα συνδικάτα, στο δρόμο, στα εργοστάσια, εκεί που πραγματικά κρινόταν το μέλλον της εξουσίας στη Γερμανία; Στο ερώτημα αυτό δε δίστασαν να απαντήσουν τότε οι σοσιαλδημοκράτες.

«Δέκα φορές θα συνεργαζόμουν με την μπουρζουαζία, παρά μία με τους κομμουνιστές»[2],

δήλωνε προκλητικά ο ηγέτης των σοσιαλδημοκρατών στο Αμβούργο, Σάρεντορφ, μετά την ανοιχτή έκκληση που απηύθυνε ο ηγέτης του KPD Ερνστ Τέλμαν στους σοσιαλδημοκράτες για κήρυξη γενικής απεργίας, όταν ο Χίτλερ οριζόταν πρωθυπουργός (Ιανουάριο του 1933) από τον Χίντενμπουργκ (τον εκλεκτό των σοσιαλδημοκρατών για την προεδρία, για να μην ξεχνιόμαστε).

Ας πιάσουμε, όμως, το νήμα από την αρχή.


Το βάπτισμα του πυρός

Στον απόηχο της επανάστασης του Φλεβάρη του 1917 στη Ρωσία, οι συμφορές του πολέμου, η πείνα και οι αμέτρητοι νεκροί προκαλούν, τον Απρίλη του ίδιου χρόνου τις πρώτες μαζικές απεργίες στη Γερμανία. Τα θεμέλια της γερμανικής αυτοκρατορίας αρχίζουν να τρίζουν. Το Μάρτη του 1918 ο γερμανικός ιμπεριαλισμός επιβάλλει στην αδύναμη ακόμη σοβιετική εξουσία τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ.

Εξασφαλίζοντας τη νίκη στο ανατολικό μέτωπο, το γερμανικό στρατιωτικό επιτελείο προσανατολίζεται σε γενική επίθεση στο δυτικό μέτωπο την άνοιξη. Τα γερμανικά στρατεύματα ηττώνται και υποχωρούν.

Στις 3 Νοέμβρη του 1918, οι ναύτες του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού στο Κίελο

 

αρνούνται να συμμετάσχουν σε μια μάταιη επίθεση και εξεγείρονται. Ενα επαναστατικό τσουνάμι συνταράσσει όλη τη Γερμανία. Οι εργάτες απ’ άκρου σε άκρο καταλαμβάνουν τα εργοστάσια, αναλαμβάνουν την παραγωγή, οπλίζονται και συγκροτούν σοβιέτ.[3]

Η αστική τάξη της Γερμανίας αποσύρει κάθε στήριξή της στην αυτοκρατορία, η μοναρχία πέφτει και το SPD σχηματίζει προσωρινή κυβέρνηση. Ο σοσιαλδημοκράτης Φίλιπ Σάιντεμαν κηρύσσει τη δημοκρατία στη Γερμανία, από το παράθυρο του μεγάρου του Ράιχσταγκ. Ο σοσιαλδημοκράτης Γκούσταβ Νόσκε σπεύδει στο Κίελο, αναλαμβάνει την ηγεσία των τοπικών σοβιέτ και πείθει τους ναύτες να υποχωρήσουν. Ο ηγέτης του SPD Φρίντριχ Εμπερτ καταφέρνει να αποσπάσει την πλειοψηφία των σοβιέτ του Βερολίνου υπέρ της προσωρινής κυβέρνησης. Οι υποσχέσεις προς τους εξεγερμένους προλετάριους είναι πάμπολλες: οχτάωρο, ψωμί, δουλειά, εκκαθάριση των μοναρχικών και φασιστικών στοιχείων από το στρατό, ελευθερία του Τύπου, του συνέρχεσθαι, γενική αμνηστία κτλ. Μόνο που όλες ήταν στάχτη στα μάτια, προκειμένου οι εξεγερμένοι εργάτες να εγκαταλείψουν τον έλεγχο της παραγωγής, να αποδυναμώσουν τα σοβιέτ και να αποδεχτούν ξανά την εξουσία της αστικής τάξης, αυτή τη φορά με τη μορφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Το SPD, η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της Γερμανίας, το μεγαλύτερο εργατικό κόμμα, με την έκρηξη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου έδωσε το έναυσμα για τη μεγάλη προδοσία της εργατικής τάξης στην Ευρώπη. Τον άδικο, ιμπεριαλιστικό πόλεμο που διεξήγαγαν οι αστικές τάξεις των ιμπεριαλιστικών χωρών τον βάπτισαν αμυντικό και δίκαιο πόλεμο «υπέρ βωμών και εστιών». Οι βουλευτές του SPD, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ψήφισαν τις έκτακτες πολεμικές πιστώσεις, παρείχαν κάθε δυνατή ιδεολογική και πολιτική στήριξη στο γερμανικό ιμπεριαλισμό.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η καταστροφή και η εξαθλίωση, μαζί με τις πρώτες προλεταριακές αντιδράσεις, έφεραν την πρώτη σημαντική κρίση στο SPD. Αρκετοί σοσιαλδημοκράτες βουλευτές αρνήθηκαν να ψηφίσουν νέες πολεμικές πιστώσεις. Ακολουθώντας μια κεντριστική πολιτική θέση, που έπαιρνε ίσες αποστάσεις από τη στρατηγική της προλεταριακής επανάστασης των μπολσεβίκων και την ευθεία στήριξη του SPD στο γερμανικό στρατιωτικό επιτελείο, ιδρύουν -αρχικά ως κοινοβουλευτική ομάδα και μετέπειτα ως ανεξάρτητο πολιτικό φορέα- το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το USPD.

Ανάμεσά τους βρίσκεται και μια ομάδα επαναστατών που εξαρχής διαφώνησε με τη συμμετοχή στο πόλεμο και πλήρωσε τη στάση της με διώξεις. Είναι οι λεγόμενοι Σπαρτακιστές, ο Καρλ Λίμπκνεχτ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Βίλχελμ Πικ κ.ά.

Ο Καρλ Λίμπκνεχτ ήταν ο μοναδικός βουλευτής στο Ράιχσταγκ που καταψήφισε εξαρχής τις πολεμικές πιστώσεις, καταδικάζοντας τον πόλεμο ως ιμπεριαλιστικό και άδικο για την εργατική τάξη. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ φυλακίστηκε γιατί τόλμησε να περιγράψει τη σήψη της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και να αμφισβητήσει την εθνική ενότητα υπό τη δικτατορία των στραταρχών Λούντερτορφ και Χίντενμπουργκ.


Κατά την έκρηξη της επανάστασης στη Γερμανία, η εργατική τάξη στερούνταν δυστυχώς επαναστατικού πολιτικού φορέα που να είναι δοκιμασμένος στις μεγάλες καμπές της ταξικής πάλης και να διαθέτει αρκετά και έμπειρα στελέχη από τους κόλπους της εργατικής τάξης, προκειμένου να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη δημαγωγία και την εξαπάτηση των σοσιαλδημοκρατών ηγετών και να οδηγήσει την εργατική επανάσταση ως το τέλος.[4]

Την ίδια στιγμή, η αστική τάξη της Γερμανίας, όπως και οι αστικές τάξεις των χωρών της Αντάντ, είχε πάρει τα αναγκαία διδάγματα από την Οκτωβριανή Επανάσταση.[5] Δε θα άφηνε την επανάσταση να ωριμάσει, θα χτυπούσε πρώτη με όλα τα μέσα, αξιοποιώντας τη χρυσή εφεδρεία, τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες.

Η αντεπανάσταση επιτίθεται

Μόλις το Δεκέμβρη του 1918, οι Σπαρτακιστές, με την καθοδήγηση των Λίμπκνεχτ και Λούξεμπουργκ, ίδρυσαν στο επαναστατημένο Βερολίνο το KPD. Το Γενάρη του 1919, η αστική τάξη θα εξαπέλυε την αντεπίθεση. Στις 4 Γενάρη, η κυβέρνηση Εμπερτ απομάκρυνε τον αρχηγό της αστυνομίας του Βερολίνου, που ήταν προσκείμενος στο USPD και είχε αρνηθεί να καταστείλει εργατικές διαδηλώσεις το Δεκέμβρη. Την επομένη, χιλιάδες εργάτες έβγαιναν στο δρόμο του Βερολίνου και καταλάμβαναν τους σιδηροδρομικούς σταθμούς και τα γραφεία του κεντρικού δημοσιογραφικού οργάνου του SPD, της Vorwaerts (Εμπρός).


Το αυθόρμητο ξέσπασμα χιλιάδων εργατών που συνειδητοποιούσαν την προδοσία και τα ψέματα των ηγετών του SPD έδωσε τη σκυτάλη στην ένοπλη εξέγερση. Τα στελέχη του KPD συνειδητοποιούσαν ότι η ένοπλη εξέγερση δεν ήταν ακόμη ώριμη. Η απαιτούμενη επαναστατική ενότητα και πειθαρχία δεν ήταν εξασφαλισμένες στις γραμμές των βερολινέζων εργατών. Επιπλέον, το εξεγερμένο Βερολίνο θα έμενε απομονωμένο από την υπόλοιπη Γερμανία και η συντριβή θα ήταν μοιραία. To KPD, όμως, δεν είχε ακόμη την καθοριστική επιρροή στις εργατικές μάζες, για να συγκρατήσει την οργή και το μίσος των εργατών και να αποφευχθεί η πρόωρη ένοπλη σύγκρουση και ήττα, όπως κατόρθωσαν οι μπολσεβίκοι στην Πετρούπολη τον Ιούλη του 1917. Οι Σπαρτακιστές θα σφράγιζαν την πρώτη τους εμφάνιση στον επαναστατικό στίβο με το αίμα των ηγετών τους. Γνώριζαν, όμως, ότι μόνο με αυτό τον τρόπο θα έσμιγαν οι τύχες του προλεταριάτου με αυτές ενός μεγάλου, μαζικού, επαναστατικού κόμματος.

Από το Νοέμβρη ως το Γενάρη, οι ηγέτες του SPD συνωμοτούσαν με τους αρχηγούς του γερμανικού στρατιωτικού επιτελείου, προκειμένου να συντρίψουν την επανάσταση στο Βερολίνο και σε όλη τη Γερμανία. Ο φιλόδοξος και μέγας ραδιούργος και ιντριγκαδόρος -τότε συνταγματάρχης του γερμανικού στρατού- Κουρτ Φον Σλάιχερ, ο μελλοντικός καγκελάριος που θα παραχωρούσε τη θέση του στον Χίτλερ το 1933, συνέλαβε το σχέδιο της συγκρότησης ενός στρατού από φασιστικά στοιχεία, τα λεγόμενα Φράικορπς (Freikorps).




Θορυβημένος από την επιρροή που ασκούσε η επανάσταση στον αστικό στρατό και γνωρίζοντας το κάζο της απόπειρας στρατιωτικού πραξικοπήματος του Κορνίλοφ,τον Αύγουστο του 1917 στην επαναστατημένη Ρωσία, ο Σλάιχερ πρότεινε την άμεση χρηματοδότηση και τον εξοπλισμό μιας παραστρατιωτικής οργάνωσης από ακροδεξιούς και μοναρχικούς λούμπεν προλετάριους και πρώην αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του γερμανικού στρατού, που δε θα δίσταζαν να εξοντώσουν τους εξεγερμένους προλετάριους.


Τα Φράικορπς ήδη δραστηριοποιούνταν ως τάγματα θανάτου στις χώρες της Βαλτικής, στα μετόπισθεν του γερμανικού στρατού, τρομοκρατώντας με λεηλασίες, βιασμούς και δολοφονίες τον άμαχο σλαβικό πληθυσμό. Η βασική ιδεολογική θέση αυτών των αποβρασμάτων συνοψίζεται στη φράση «Πισώπλατο Χτύπημα».


Θεωρούσαν ως βασικούς υπεύθυνους για την ήττα της Γερμανίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο τους μπολσεβίκους, τους εβραίους και τους σοσιαλδημοκράτες. Στο μέλλον έπρεπε να εκδικηθούν για την ήττα της Γερμανίας, εξοντώνοντας τους εργατικούς ηγέτες και επιβάλλοντας μια εθνική φασιστική ηγεσία που θα αναγεννούσε το Τρίτο Ράιχ από τις στάχτες του. Εμπνευστής αυτής της θεωρίας ήταν ο ίδιος ο στρατάρχης Εριχ Λούντεντορφ, που έλαβε μέρος μαζί με τον Χίτλερ στο πραξικόπημα της μπιραρίας το 1923. Αρκετά στελέχη των μετέπειτα ναζί ήταν πρώην μέλη των Φράικορπς.

Στις 12 Ιανουαρίου, οι ορδές των Φράικορπς έμπαιναν στο Βερολίνο, κάτω από τις εντολές του σοσιαλδημοκράτη Νόσκε και τις ευλογίες του σοσιαλδημοκράτη Εμπερτ. Οι Σπαρτακιστές αντιστάθηκαν θαρραλέα, αλλά ηττήθηκαν. Το απόγευμα της 15ης Γενάρη η Ρόζα και ο Καρλ θα συλλαμβάνονταν και θα εξοντώνονταν από τα Φράικορπς. Μετά τη συντριβή της επανάστασης στο Βερολίνο, ο Νόσκε έδινε εντολή σε μονάδες των Φράικορπς και στα απομεινάρια του αστικού στρατού να συντρίψουν την επανάσταση σε άλλες πόλεις. Το Μάη του 1919, τα σοβιέτ στο Μόναχο
πνίγονταν στο αίμα των εξεγερμένων εργατών.

Παραπομπές

[1] Σοσιαλδημοκρατικής κοπής η θεωρία των «δύο άκρων», Κόντρα, φύλλο 747, 12.10.2013.
[2] Ερνστ Τέλμαν, 50 χρόνων, Βίλχελμ Πικ, Ιούλιος 1936.
[3] 9 Νοέμβρη 1918 – τα γεννητούρια της γερμανικής επανάστασης, Ερνστ Τέλμαν.
[4] 10 χρόνια Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, Ερνστ Τέλμαν.
[5] Γράμμα στους γερμανούς συντρόφους, Ι.Β. Λένιν, 14.8. 1921.

Πηγή: ΚόντραHistory Archive Of the German Revolution