Μεταγνώσεις

«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»
Ch Dickens, A Tale of Two Cities

«Εσύ κι εγώ Ζόιντ, είμαστε σαν τον Μπιγκ Φουτ. Οι καιροί περνούν, εμείς ποτέ δεν αλλάζουμε…»
Τ Πύντσον, Vineland

«Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την Ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω από συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»
K Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

«Αυτοί που ελέγχουν το Μικροσκοπικό, ελέγχουν τον κόσμο»
Τ Πύντσον,
Mason & Dixon

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Για την ιστορική ισχύ και την ιστορικότητα του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους



Το κείμενο που ακολουθεί αποτελείται δύο διαφορετικά αποσπάσματα με θέμα - κυρίως,αλλά όχι αποκλειστικά - την ιστορική ισχύ του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους,παρμένα από την εισαγωγή του Γ. Σταμάτη στο βιβλίο της Ν. Μοσκόβσκα «Θεωρίες για τις οικονομικές κρίσεις» (Εκδ. Κριτική [1988]),η οποία υπάρχει αυτοτελώς με τον τίτλο «Η Natalie Moszkowska για τις οικονομικές κρίσεις» στο βιβλίο του ιδίου συγγραφέα «Κείμενα Οικονομικής Θεωρίας και Πολιτικής» (εκδ. Κριτική [1991],Τόμος 1ος,σελ. 255-275). Για την κατανόηση του πλαισίου αναφοράς του κειμένου καθώς και ειδικά του συγκεκριμένου ζητήματος είναι απαραίτητη η ανάγνωση δύο προηγούμενων αναρτήσεων,συγκεκριμένα του κειμένου της Ν. Μοσκόβσκα για τις οικονομικές κρίσεις [βλ. σύνοψη του βιβλίου] και του κειμένου του Γ. Σταμάτη για την σημασία του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους για την ανάλυση του κεφαλαίου εν γένει. Συμπληρωματικά ως προς το συγκεκριμένο θέμα κρίνεται επίσης αναγκαία η ανάγνωση των ακόλουθων κειμένων: Ι, II και IIIεδώ,σε απάντηση σε αυτό το άρθρο].

Κλείνει με αυτό τον τρόπο ο κύκλος των αναρτήσεων που αφορούσε ζητήματα γύρω από τον μαρξικό νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους,χωρίς να εξαντλείται πλήρως το συγκεκριμένο ζήτημα,διότι κάτι τέτοιο μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον σε συστηματική επιστημονική βάση (σχετικά βλ. το βιβλίο «Τεχνολογική εξέλιξη και ποσοστό κέρδους στον Marx» του Γ. Σταμάτη).

Οι απόψεις της για τη μακροχρόνια τάση του γενικού ποσοστού κέρδους,που εκθέτει εδώ και συνοπτικότερα στο βιβλίο της Die Dynamik des Spatkapitalismusi η Moszkowska,είναι οι ακόλουθεςii:
Κατ' αρχάς διαπιστώνει,ότι η μακροχρόνια τάση του γενικού ποσοστού κέρδους εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την τεχνική πρόοδο και τη μορφή της. Διακρίνει δύο είδη τεχνικής προόδου. Το πρώτο είδος χαρακτηρίζεται από το ότι με την τεχνική πρόοδο και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας,η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου,δηλαδή ο λόγος των μέσων παραγωγής προς τη ζωντανή εργασία,αυξάνεται. Πρόκειται δηλαδή για ένα «εξοικονομούν εργασία» είδος τεχνικής προόδου. Το δεύτερο είδος της τεχνικής προόδου χαρακτηρίζεται από το ότι με την τεχνική πρόοδο και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου δεν αυξάνεται,αλλά μειούται. Πρόκειται δηλαδή για το «εξοικονομούν μέσα παραγωγής» είδος τεχνικής προόδουiii.

Η Moszkowska διακρίνει στο πρώτο είδος τεχνικής προόδου τρεις «τύπους»,τους τύπους Ι,ΙΙ και ΙΙΙ. Ο τύπος Ι χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι αυξάνεται την παραγωγικότητα της εργασίας ποσοστιαία λιγότερο απ' ό,τι την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου· ο τύπος ΙΙ από το γεγονός ότι αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας ποσοστιαία τόσο όσο και την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου· και ο τύπος ΙΙΙ από το γεγονός ότι αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας ποσοστιαία περισσότερο απ' ό,τι την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου. Έτσι ο τύπος Ι αυξάνει,ο τύπος ΙΙ αφήνει αμετάβλητο και ο τύπος ΙΙΙ μειώνει τον λόγο της αξίας των μέσων παραγωγής,δηλαδή του σταθερού κεφαλαίου,προς τη ζωντανή εργασία,τον οποίο η Moszkowska ονομάζει «σύνθεση του κεφαλαίου»iv. Το ίδιο ισχύει επίσης,υπό την προϋπόθεση ότι το ποσοστό υπεραξίας παραμένει αμετάβλητο,για τον λόγο της αξίας των μέσων παραγωγής,δηλαδή του σταθερού κεφαλαίου,προς το μεταβλητό κεφάλαιο,δηλαδή το πληρωμένο μέρος της ζωντανής εργασίας,τον οποίο ο Marx ονομάζεται ως γνωστόν «οργανική» ή «αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου»v.

Το δεύτερο είδος τεχνικής προόδου,το οποίο,ενώ αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας,μειώνει την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου,μειώνει προφανώς τόσο τη «σύνθεση του κεφαλαίου» όσο και την «οργανική σύνθεση του κεφαλαίου».
Κατά την Moszkowska στην εποχή μας η τεχνική πρόοδος είναι του τύπου ΙΙ και ΙΙΙ του πρώτου είδους,υπάρχουν όμως και μερικές τεχνικές καινοτομίες του δευτέρου είδους που,ενώ αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας,μειώνουν την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου. Έτσι λοιπόν,σύμφωνα με την Moszkowska,στην εποχή μας,με την τεχνική πρόοδο αυξάνεται η παραγωγικότητα της εργασίας,μειούται όμως η «σύνθεση του κεφαλαίου» και η «οργανική ή αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου». Συνεπώς,το γενικό ποσοστό κέρδους,το οποίο,αν χάριν απλοποίησης του πράγματος ληφθεί ως ίσο με τον λόγο της υπεραξίας προς το σταθερό μόνον κεφάλαιο,είναι ίσο με τον λόγο του ποσοστού υπεραξίας προς την «οργανική ή αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου»,αυξάνεται -ακόμη και στην περίπτωση που το ποσοστό υπεραξίας έμενε αμετάβλητο· διότι με την τεχνική πρόοδο μειούται η «οργανική ή αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου». Το ποσοστό κέρδους αυξάνεται όμως και για έναν ακόμη λόγο: για τον λόγο ότι με την τεχνική πρόοδο -συνεπεία του γεγονότος ότι το πραγματικό ωρομίσθιο αυξάνεται βραδύτερα από την παραγωγικότητα- αυξάνεται και το ποσοστό υπεραξίας. Αν τελικά το ποσοστό κέρδους μακροπρόθεσμα δεν αυξάνεται αλλά παραμένει αμετάβλητο ή αν αυξάνεται λιγότερο από ό,τι θα περίμενε κανείς λόγω της ραγδαίας εξέλιξης της τεχνικής προόδου,αυτό οφείλεται κατά την Moszkowska στον,λόγω έλλειψης ζήτησης,χαμηλό βαθμό απασχόλησης του κεφαλαίου και στα faux frais.

Με faux frais (=νεκρά κόστη) εννοεί η Moszkowska όλα τα τεχνικώς μη αναγκαία κόστη τόσο της παραγωγής όσο και της κυκλοφορίαςvi. Στα κόστη αυτά συγκαταλέγει η Moszkowska τη μη χρησιμοποίηση υπάρχοντος δυναμικού παραγωγής,την καταστροφή «πλεοναζόντων» γεωργικών προϊόντων,τη συντήρηση των ανέργων,τις συνεπεία κρίσεων αναδιαρθρώσεις της παραγωγής,το μηχανισμό αγράς πελατών,το κόστος σχηματισμού καρτέλ,το κόστος του εξωτερικού εμπορίου (δασμούς κλπ. ),το κόστος της διασφάλισης της ιμπεριαλιστικής επιρροής,τους πολεμικούς εξοπλισμούς και τους πολέμους,το κόστος της προσπάθειας επίτευξης οικονομικής αυτάρκειας από τις επιμέρους εθνικές οικονομικές,το κόστος της παρεμβατικής οικονομικής πολιτικής του κράτουςvii.
Η άποψη της Moszkowska,ότι στην εποχή μας η τεχνική πρόοδος έχει ως αποτέλεσμα το ποσοστό κέρδους μάλλον να αυξάνεται ή να παραμένει σταθερό μακροχρόνια παρά να μειούται,είναι ορθή και επιβεβαιώθηκε από πολλές νεώτερες μελέτες,μαρξιστών (και σοβιετικώνviii) και μη,οικονομολόγωνix. Νομίζουμε ότι,όπως για τους οικονομολόγους του 18ου και του 19ου αιώνα η πτωτική τάση του γενικού ποσοστού κέρδους αποτελούσε κάτι σαν αισθητηριακή βεβαιότητα,το ίδιο συμβαίνει και τον 20ό αιώνα με την ανοδική τάση του γενικού ποσοστού κέρδους για τους μαρξιστές οικονομολόγους. Το γεγονός,ότι πολλοί από τους τελευταίους δεν θέλουν να την ομολογήσουν,οφείλεται ίσως στην εσφαλμένη πεποίθησή τους,ότι αν την ομολογούσαν θα παραδέχονταν με την ομολογία τους αυτή ότι ο μαρξικός νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους είναι λανθασμένος. Έτσι εξηγείται το παράδοξο,το οποίο αναφέρει και η Moszkowskax,ότι οι μαρξιστές οικονομολόγοι,ενώ ακόμη και αυτοί οι ίδιοι παραθέτουν στατιστικές που μαρτυρούν αυξήσεις των κερδών και του ποσοστού κέρδους,εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι το τελευταίο παρουσιάζει μια φθίνουσα τάση.
Έχει όμως έτσι το πράγμα; Δέχεται κανείς,αν δεχθεί για τα τελευταία 60 χρόνια μια αύξουσα τάση του ποσοστού κέρδους,ότι ο μαρξικός νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους είναι λανθασμένος;
Νομίζουμε πως όχι. Διότι ο μαρξικός νόμος της πτωτικής τάσης είναι ένας «ιστορικός»,δηλαδή ένας υπό ορισμένες συνθήκες ισχύων,νόμος. Ο Marx δεν ισχυρίστηκε απλώς γενικά ότι το γενικό ποσοστό κέρδους μειούται μακροχρόνια,αλλά ότι μειούται για ορισμένους,ιστορικά δεδομένους λόγους: επειδή στην περίοδο της «μεγάλης βιομηχανίας»,στην οποία αναφέρονταν οι παρατηρήσεις του Marx,η τεχνική πρόοδος ήταν τέτοια που κάθε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας προϋπέθετε (επειδή ακριβώς η «μεγάλη βιομηχανία» είχε κατακτήσει εν μέρει μόνο και όχι όλους τους κλάδους της παραγωγής) μια αύξηση της «οργανικής ή αξιακής σύνθεσης του κεφαλαίου» και μάλιστα ποσοστιαία μεγαλύτερη από την αύξηση του ποσοστού υπεραξίας που συνεπάγεται από το γεγονός ότι το πραγματικό ωρομίσθιο αυξάνεται βραδύετερα από την παραγωγικότητα της εργασίας. Αυτή η μορφή τεχνικής προόδου ήταν χαρακτηριστική μόνο για την περίοδο ανάπτυξης της «μεγάλης βιομηχανίας»,δηλαδή για την περίοδο μέχρι το 1920 περίπου. Η μορφή της τεχνικής προόδου που κυριαρχεί μετά το 1920 αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας και αφήνει αμετάβλητη ή μειώνει την «οργανική ή αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου»,έτσι ώστε,επειδή το ποσοστό υπεραξίας συνεχίζει για τους ίδιους λόγους που αναφέραμε παραπάνω να αυξάνεται,το ποσοστό κέρδους να μην μειούται πλέον,αλλά να αυξάνεταιxi. Ο μαρξικός νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους παραμένει και σήμερα ορθός από λογική άποψη,από τη στιγμή όμως που άλλαξε,με τον τρόπο που περιγράψαμε,μορφή η τεχνική πρόοδος,δεν ισχύει πλέον,διότι δεν είναι πλέον δεδομένες οι ιστορικές του προϋποθέσεις.

Οι απόψεις λοιπόν της Moszkowska είναι ορθές,χωρίς να αναιρούν τον Marx.
Πέραν ορισμένων ασαφειών και αντιφάσεων ήσσονος σημασίας,η μόνη έλλειψη της επιχειρηματολογίας της Moszkowska έγκειται στο ότι αυτή δεν εξηγεί πώς έγινε το πέρασμα από την παλιά μορφή (αυτή της «μεγάλης βιομηχανίας») στη νέα μορφή της τεχνικής προόδουxii.
Κατά τη Moszkowska το μακροχρόνια αυξανόμενο γενικό ποσοστό κέρδους βραχυχρόνια αυξομειούται με τις διακυμάνσεις του κύκλου της οικονομικής συγκυρίας. Αλλά στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε παρακάτω,όταν θα εκθέσουμε τις απόψεις της Moszkowska για τις οικονομικές κρίσεις.
Η Moszkowska είναι η πρώτη οικονομολόγος που αντελήφθη ότι η τάση της σύνθεσης του κεφαλαίου εξαρτάται από την ποσοτική σχέση μεταξύ της ποσοστιαίας αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και της ποσοστιαίας αύξησης της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου και που διατύπωσε τη συνθήκη,υπό την οποία η σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνεται (μειώνεται): Η σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνεται (μειώνεται),όταν ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητα της εργασίας είναι μικρότερος (μεγαλύτερος) απ' αυτόν της αύξησης της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίουxiii. Είναι επίσης η πρώτη που κατανόησε ότι μια πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους ενέχει έναν αυξανόμενο λόγο συσωρευόμενης προς συνολική υπεραξία κάθε περιόδουxiv.
[…]

Στο τέταρτο μέρος του βιβλίου της (Η θεωρία του μειούμενου ποσοστού κέρδους),η Moszkowska πραγματεύεται τη θεωρία του Henryk Grossmann,σύμφωνα με την οποία οι κρίσεις που τελικά θα οδηγήσουν στην κατάρρευση του καπιταλισμού οφείλονται στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους (η οποία πάλι οφείλεται στην με την τεχνική πρόοδο αυξανόμενη τεχνική και οργανική σύνθεση του κεφαλαίου).
Όπως αναφέραμε παραπάνω,κατά τη Moszkowska,το γενικό ποσοστό κέρδους μακροχρόνια δεν μειούται,αλλά μάλλον αυξάνεται. Ωστόσο αυξομειώνεται κατά τη διάρκεια του κύκλου της οικονομικής συγκυρίας: αυξάνεται στη φάση της ανόδου και μειούται στη φάση της ύφεσης. Οι λόγοι αυτών των διακυμάνσεων του ποσοστού κέρδους είναι κατά τη Moszkowska οι εξής: Με την συνεπεία τεχνικής προόδου αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας μειώνεται,λόγω της ισχυρής θέσης των καπιταλιστών έναντι των εργατών,η αξία της εργασιακής δύναμης και συνεπώς η καταναλωτική ζήτηση των εργατών και η συνολική ζήτηση. Η συνεπεία της μείωσης της ζήτησης επερχόμενη μείωση των πωλήσεων έχει ως συνέπεια τη μείωση της παραγωγής,δηλαδή υπερπαραγωγή,και συγχρόνως υπερσυσσώρευση κεφαλαίουxv. Η υπεραπαραγωγή,δηλαδή η αυξανόμενη διαφορά μεταξύ της τεχνικά μέγιστης δυνατής και της πραγματικής παραγωγής,συνεπάγεται μειούμενη παραγωγικότητα της εργασίας και η υπερσυσσώρευση,δηλαδή η αυξανόμενη διαφορά μεταξύ της δεδομένης και της για την πραγματική παραγωγή αναγκαίας ποσότητας κεφαλαίου,συνεπάγεται μειούμενο βαθμό απασχόλησης του κεφαλαίου,δηλαδή μειούμενη «παραγωγικότητα» του κεφαλαίου, Κατά συνέπεια μειούται και το ποσοστό κέρδους (τόσο λόγω της μειούμενης παραγωγικότητας της εργασίας,όσο και λόγω της μειούμενης «παραγωγικότητας» του κεφαλαίου). Οι καπιταλιστές,για να σταματήσουν την πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας,της «παραγωγικότητας» του κεφαλαίου και έτσι και αυτήν του ποσοστού κέρδους,μειώνουν,για εκάστοτε δεδομένη παραγωγή,την ποσότητα της απασχολούμενης εργασιακής δύναμης και την αύξηση της ποσότητας του κεφαλαίου τους,απολύοντας τους εργάτες και μειώνοντας το ρυθμό συσσώρευσης του κεφαλαίου,δηλαδή τις επενδύσεις. Αυτό έχει ως συνέπεια μια μείωση της πτώσης και αργότερα εκ νέου αύξηση του ποσοστού κέρδους. Την ηθελημένη μείωση της συσσώρευσης στην ύφεση ονομάζει η Moszkowska περιορισμό της παραγωγικής δύναμης ή -έχουσα κατά νου τις τεχνικές καινοτομίες,των οποίων η εισαγωγή παραλείπεται λόγω της ηθελημένης μείωσης της συσσώρευσης,και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας,την οποία θα μπορούσαν να επιφέρουν αυτές οι καινοτομίες-,περιορισμό της παραγωγικότηταςxvi.

Πρόκειται για ένα μοντέλο υπερυσυσσώρευσης που μοιάζει με αυτό του Goodwinxvii. Ωστόσο παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από αυτό. Στον Goodwin η υπερσυσσώρευση ως αιτία της κρίσης ορίζεται σε αναφορά προς το βαθμό απασχόλησης του εργατικού δυναμικού. Υπερσυσσώρευση έχουμε εδώ,όταν ο ρυθμός συσσώρευσης αυξάνει σε τέτοιο βαθμό το βαθμό απασχόλησης του εργατικού δυναμικού και κατά συνέπεια την αξία της εργασιακής δύναμης,ώστε να μειώνεται το ποσοστό κέρδους. Στον Goodwin λοιπόν οι αυξομειώσεις της αξίας της εργασιακής δύναμης είναι συνέπεια και όχι,όπως στη Moszkowska,αιτία των αυξομειώσεων του βαθμού απασχόλησης του εργατικού δυναμικού. Σε αντίθεση απ' ό,τι στη Moszkowska,στον Goodwin οι αποκλίσεις της ζήτησης από την παραγωγή δεν παίζουν κανένα ρόλο. Ενώ στη Moszkowska ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και ο βαθμός απασχόλησης του κεφαλαίου μεταβάλλονται,στον Goodwin παραμένουν αμετάβλητοι. Ενώ στη Moszkowska μακροχρόνια η αξία της εργασιακής δύναμης μειούται,το ποσοστό υπεραξίας αυξάνεται,η σύνθεση του κεφαλαίου μειούται και το ποσοστό κέρδους αυξάνεται,στον Goodwin τα μεγέθη αυτά παραμένουν μακροχρόνια αμετάβλητα (ακριβέστερα: καθένα τους κυμαίνεται γύρω από μια σταθερή μέση τιμή).



i Δες Natalie Moszkowska, Die Dynamik des Spatkapitalismus, Zurich 1943, S. 6.

ii Τις απόψεις της Natalie Moszkowska για την τάση του γενικού ποσοστού κέρδους πραγματεύονται,μεταξύ άλλων,οι Karl Schoer, Natalie Moszkowskas Beitrag zur Krisentheorie, Diplomarbeit (Habjahresarbeit) vorgelegt bei Prof. Dr. A. Jeck, Universitat Kiel, 1972,S. 20-56,ο ίδιος, Natalie Moszkowska and the Falling Rate of Profit, New Left Review, No 95,Jan/Feb. 1976,p. 92-96, Rubi Schmiede, Gundprobleme der Marxschen Akkumulations und Krisentheorie, Frankfurt/M 1973, S. 137 ff., Georgios Stamatis, Die «spezifisch kapitalistischen» Produktionsmethoden und der tendenzielle Fall der allgemeinen Profitrate bei Karl Marx, Berlin 1977,S. 14-19 και 58 f.

iii Το εξοικονομούν εργασία (μέσα παραγωγής) είδος της τεχνικής προόδου δεν εξοικονομεί βέβαια μόνο εργασία (μόνο μέσα παραγωγής),αλλά και μέσα παραγωγής (εργασία),μόνο που εξοικονομεί ποσοστιαία περισσότερη εργασία (περισσότερα μέσα παραγωγής) απ' ό,τι μέσα παραγωγής (απ' ό,τι εργασία).

iv Για μια μαθηματική απόδειξη δες Georgios Stamatis, Die «spezifisch kapitalistischen» Produktionsmethoden...,ό.π., S. 47-54 και Γιώργος Σταμάτης, Προβλήματα μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας, Αθήνα 1986,σελ. 124-129.

v Δες για μια μαθηματική απόδειξη Georgios Stamatis, Die «spezifisch kapitalistischen» Produktionsmethoden..., ό.π., S. 51 και Γιώργος Σταμάτης, Προβλήματα..., ό.π. Σελ. 127ε

vi Δες Natalie Moszkowska, Die Dynamik... ό.π., S. 137.

vii Δες Natalie Moszkowska, Die Dynamik..., ό.π., S. 99-132

viii Δες π.χ. Kudrow W.M.-Niktin S.M., Hauptkennziffern fur die Entwicklung der kapitalistischen Wirtschaft,στο Autorenkollektiv, Politische Okonomie des heutigen Monopolkapitalismus, Berlin (DDR) 1972, S. 297-353

ix Δεν εννοούμε βέβαια της μαθηματικές «αποδείξεις» που έδωσαν τα τελευταία χρόνια στα πλαίσια πολυτομεακών μοντέλων παραγωγής νεορικαρδιανοί -μαρξίζοντες και μη- οικονομολόγοι,ότι το ποσοστό κέρδους πρέπει αναγκαστικά να μειούται. Διότι οι αποδείξεις αυτές βασίζονται άρρητα,παρά τα μαθηματικά που χρησιμοποιούν,στη στοιχειώδη «εξυπνάδα» και «πονηριά» του κοινού νου,κατά την οποία οι καπιταλιστές,επειδή ως «έξυπνοι» άνθρωποι δεν θα εφάρμοζαν ποτέ μια τεχνική που θα τους μείωνε το ποσοστό κέρδους,δεν εφαμρόζουν παρά μόνο τεχνικές που τους αυξάνουν το ποσοστό κέρδους -το οποίο ως εκ τούτου δεν δύναται βέβαια στην πραγματικότητα να μειούται,αλλά μόνον να αυξάνεται. Τις αποδείξεις αυτές παρουσιάζει και αναλύει ο Michael Funke στο άρθρο του Technikwahl und Profitrate -ein kritischer Uberblick uber die derzeitige Diskussion zum «Gesetz vom tendenziellen Fall der Profitrate», Hefte fur Politische Okonomie. Heft 5, Gottingen 1983, S. 77-103.

x Δες Natalie Moszkowska, Die Dynamik..., ό.π., S. 47.

xi Δες Georgios Stamatis, Die «spezifisch kapitalistischen» Produktionsmethoden...,ό.π., S. 287-300 και Γιώργος Σταμάτης, Προβλήματα..., ό.π., σελ. 210-219.

xii Για το πέρασμα αυτό δες Georgios Stamatis, Die «spezifisch kapitalistischen» Produktionsmethoden...,ό.π., S. 287-290 και Γιώργος Σταμάτης, Προβλήματα..., ό.π., σελ. 210-212.

xiii Δες Georgios Stamatis, Die «spezifisch kapitalistischen» Produktionsmethoden...,ό.π., S. 16,υποσημείωση 1.

xiv Δες Natalie Moszkowska, Die Dynamik...,ό.π., S. 50. Για μια μαθηματική απόδειξη αυτής της θέσης δες Georgios Stamatis, Die «spezifisch kapitalistischen» Produktionsmethoden...,ό.π., S. 232-236 και Γιώργος Σταμάτης, Προβλήματα..., ό.π., σελ. 192-203.

xv Υπερπαραγωγή έχουμε όταν η συνεπεία μειωμένης ζήτησης μείωση της παραγωγής οδηγεί σε αύξηση της διαφοράς μεταξύ της τεχνικά μέγιστης δυνατής και της πραγματικής παραγωγής. Υπερσυσσώρευση έχουμε όταν η ποσότητα του δεδομένου κεφαλαίου είναι μεγαλύτερη από την ποσότητα,η οποία είναι τεχνικά αναγκαία για την αντιστοιχούσα στη μειωμένη ζήτηση παραγωγή. Υπερπαραγωγή και υπερσυσσώρευση είναι λοιπόν διαφορετικές όψεις του ιδίου πράγματος.

xvi Πραγματικό περιορισμό της παραγωγικότητας έχουμε ωστόσο μόνο στην αρχή της κρίσης,όταν συνεπεία της μειωθείσας ζήτησης και πριν ακόμη απολυθούν εργάτες μειούται η παραγωγή.

xvii Δες R.M. Goodwin, «Ένα είδος κυκλικών διακυμάνσεων σε μια διευρυνόμενη οικονομία«, Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας, τχ. 1, Αθήνα Φθινόπωρο 1987, σελ 3-12 και Θέμις Μινόγλου-Γιώργος Σταμάτης, «Παρατηρήσεις στο άρθρο του R.M. Goodwin», Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας, τχ. 1, Αθήνα Φθινόπωρο 1977, σελ. 13-43



Πηγή: Die Bestimmung des Menschen

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Καλόπαιδα (Το πρώτο «α» με «ωμέγα»)

Του Νίκου Μπογιόπουλου – “Unfollow”

Πρώτον, σύμφωνα με το ΦΕΚ (αριθμός 35) της 30ης Ιανουαρίου 2013, το οποίο υπογράφει ο κ. Στουρνάρας, τα πρωτοκλασάτα στελέχη του ΤΑΥΠΕΔ, του ταμείου που ξεπουλάει τη χώρα δηλαδή, αμείβονται με τα εξής ποσά:
Πρόεδρος Γενικού Συμβουλίου: εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. Διευθύνουσα σύμβουλος Εκτελεστικής Επιτροπής: Διακόσιες δεκαπέντε χιλιάδες (215.000) ευρώ.

Αναπληρωτής Διευθύνον Σύμβουλος Εκτελεστικής Επιτροπής: εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες (185.000) ευρώ.
Μέλος Εκτελεστικής Επιτροπής εκατόν εξήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (165.000).
Επίσης: Στα 6,9 εκατ ευρώ ανήλθαν οι αμοιβές-έξοδα των συμβούλων του Ταμείου Αξιοποίησης της Ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου την περίοδο 2011 έως και τον Μάρτιο του 2012, σύμφωνα με αυτά που κατέθεσε στην βουλή ο υφυπουργός κ. Σταϊκούρας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στην βουλή, την ίδια περίοδο το ΤΑΥΠΕΔ απασχόλησε 20 άτομα, με το σύνολο των αμοιβών τους να ανέρχεται σε 285.000 ευρώ, ενώ οι δαπάνες για τα ταξίδια στελεχών του ταμείου ανήλθαν για την ίδια περίοδο σε 79.000 ευρώ. Επιπρόσθετα, το σύνολο των αμοιβών που καταβλήθηκαν σε χρηματοοικονομικούς, νομικούς και τεχνικούς συμβούλους για την παροχή υπηρεσιών ανά έργο αποκρατικοποίησης, μετά από απόφαση της διυπουργικής επιτροπής Αναδιαθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων, τη διετία Ιούνιος 2010 – Ιούνιος 2012, ανέρχεται στο ποσό των 5.548.935,08.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι το να βγάζεις στο σφυρί ακόμα και τον τοίχο της Καισαριανής, είναι μια «δουλειά» που –κατά το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα- αξίζει να πληρώνεται καλά …

Δεύτερον, πέρυσι δόθηκαν στην δημοσιότητα από το Υπουργείο Εσωτερικών και τον πρώην υπουργό κ. Μανιτάκη τα στοιχεία για τις μικτές μηνιαίες αποδοχές των γενικών γραμματέων των υπουργείων και των αποκεντρωμένων διοικήσεων. Σύμφωνα μ αυτά, ο βασικός μισθός του γραμματέα ενός υπουργείου ανέρχεται σε 3.700 ευρώ και το επίδομα θέσης ευθύνης σε 1000 ευρώ, ενώ τα έξοδα παράστασης σε 300 ευρώ. Σύνολο δηλαδή, 5000 μηνιαίος. Για τους γενικούς γραμματείς υπουργείων και τις μηνιαίες μικτές αποδοχές τους, ο βασικός μισθός είναι 3.200 ευρώ, κόμμα το επίδομα θέσης ευθύνης 950, τα έξοδα παράστασης 100 ευρώ.

Σύνολο δηλαδή, 4250 μηνιαίος.

Τα χρήματα αυτά θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι «λίγα» αν τα συγκρίνει με τις απολαβές βιομηχάνων, τραπεζιτών, εφοπλιστών κ.α.

Σωστά. Σημειώνουμε ωστόσο, τις παραπάνω απολαβές, για να καταδειχθεί με έναν ακόμα τρόπο πόσο αποσπασμένη από την πραγματική κοινωνία και από τους πραγματικούς ανθρώπους αυτής της χώρας είναι όλοι εκείνοι οι πολιτικοί ταγοί που με τις πολιτικές τους φροντίζουν για τα συμφέροντα βιομηχάνων, εφοπλιστών, τραπεζιτών κ.α.
Αυτοί, δηλαδή, που, ενώ έχουν εξασφαλίσει για τον εαυτό τους βασικό μισθό της τάξης των 5000 ευρώ μηνιαίος, υποστηρίζουν ότι ο βασικός μισθός των 500 ευρώ για τον εργάτη είναι «υψηλός», όπως είχε δηλώσει ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Εργασίας κ. Μέργος.

Αλλά αν τα 500 ευρώ τον μήνα που παίρνει ένας εργάτης είναι «πολλά» (όπως λένε αυτοί που παίρνουν τα 5.000 το μήνα…), τότε γιατί οι κύριοι αυτοί δεν μπαίνουν στον κόπο να ζήσουν οι ίδιοι με τα 500 ευρώ του εργάτη;

Τρίτον, εδώ και τρία χρόνια τα «καλόπαιδα» της ιδιωτικής τηλεόρασης «ενημερώνουν» το λαό για το πόσο «αναγκαία» είναι τα Μνημόνια. Κατηγορούν επίσης τον λαό ότι επειδή ήταν «αμέριμνος» και «βολεμένος στην φούσκα της ευημερίας», αυτός φταίει (ο λαός, δηλαδή!) για την κρίση.
Αλλά αυτά τα «κουράδια» (συγνώμη, τα «καλόπαιδα» εννοούσαμε) που συνεχίζουν να επιπλέουν στη «φούσκα» της ιδιωτικής τηλεόρασης, που ισχυρίζονται ότι για την κρίση φταίει η προ κρίσης «ευημερία», τότε δηλαδή που μιλούσαμε για την «γενιά των 700 ευρώ», είναι οι ίδιοι που πριν αλλά και μετά την κρίση καθάριζαν από εκατό πενήντα (Οι β’ διαλογής εξ αυτών) έως και 300 χιλιάρικα τον χρόνο (οι «πρωτοκλασάτοι» τους).

Τουτέστιν ένας εργαζόμενος, που κατ’ αυτούς «πρέπει» να ζει με βασικό τα 500 μικτά τον μήνα, για να πάρει τα λεφτά που παίρνει τα τάδε δευτεροκλασάτο «καλόπαιδο» σε ένα μήνα, θέλει … 20 μήνες. Για να πάρει τα λεφτά που παίρνει το «καλόπαιδο» σε ένα χρόνο, θέλει … 18 χρόνια. Και, για να πάρει τα λεφτά που έχει πάρει το «καλόπαιδο» αυτά τα τρία χρόνια της λεηλασίας, πρέπει να δουλεύει και μετά θάνατον.

Πηγή:  oikodomos

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Ο Μαρξισμός στον 21ο Αιώνα (11): Tο τέλος του μακρού 20ού αιώνα



των Τζιοβάνι Αρίγκι, Μπέβερλυ Σίλβερ

από το περιοδικό Άρδην, τ 86

Γράφοντας σχεδόν πριν από 20 χρόνια, λίγο μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, ο Βρετανός ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ μίλησε για τη διάχυτη σύγχυση που επικρατεί σχετικά με το που κατευθύνεται ο κόσμος: «Σαν να είχαμε περικυκλωθεί από μια παγκόσμια ομίχλη», έγραφε. Στα τέλη του 20ου αιώνα, οι πολίτες του κόσμου ήταν βέβαιοι «ότι μια ιστορική εποχή τερματίζεται. Αλλά δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτε περισσότερο» (1). Κατά τις δύο δεκαετίες που μεσολάβησαν, παρόλο που η «νέα εποχή» συνέχισε να παίρνει μορφή, η «παγκόσμια ομίχλη» δεν έχει ακόμα σκορπιστεί.

Οι προσεγγίσεις ως προς την φύση της παγκόσμιας αλλαγής έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, εν μέσω της εκτεταμένης οικονομικής άνθησης των ΗΠΑ, και όταν δεν υπήρχε κανένας σοβαρός ανταγωνιστής της παγκόσμιας αμερικανικής ισχύος, πολλοί μιλούσαν για έναν επικείμενο «δεύτερο αμερικανικό αιώνα». Αυτές οι προβλέψεις έφτασαν στο απόγειό τους έπειτα από την χρηματοπιστωτική κρίση των ασιατικών χωρών του 1997. Αλλά εν συνεχεία, η κατάσταση αντιστράφηκε, αρχικά με το σπάσιμο της χρηματιστηριακής φούσκας της Νέας Οικονομίας στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης το 2000-2001, και αμέσως μετά με την πανωλεθρία στο Ιράκ και την αποτυχία των σχεδίων της κυβέρνησης Μπους για έναν Νέο Αμερικάνικο Αιώνα. 
Με την χρηματιστηριακή κατάρρευση που είχε ως επίκεντρο την Αμερική το 2008 και την συνεχιζόμενη, ραγδαία ανάπτυξη της Κίνας, η συζήτηση για έναν «δεύτερο αμερικανικό αιώνα» έλαβε τέλος. Αντίθετα, πολλαπλασιάστηκαν οι προβλέψεις για έναν επικείμενο κινέζικο αιώνα. Την ίδια στιγμή, οι προβλέψεις για το τέλος της παγκόσμιας αμερικανικής ηγεμονίας πολλαπλασιάστηκαν θυμίζοντας τη δεκαετία του 1970, όταν η αμερικάνικη ήττα στο Βιετνάμ, η πετρελαϊκή κρίση και ο στασιμοπληθωρισμός διαμόρφωναν μια αίσθηση βαθύτατης κρίσης.

Τι νόημα έχουν αυτές οι κυμαινόμενες εκτιμήσεις για την περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας στην οποία έχουμε εισέλθει; Σε αυτό το κείμενο, υποστηρίζουμε ότι μια σύγκριση με προηγούμενες φάσεις ανάλογες με την παρούσα, μπορεί να μας βοηθήσει να ερμηνεύσουμε την αλλαγή αντιλήψεων, αλλά και να σκορπίσει την παγκόσμια ομίχλη που μας περιβάλει (2). 
Με ποιά φάση άραγε μπορούμε να συγκρίνουμε την παρούσα; Συχνά επισημαίνονται οι ομοιότητες μεταξύ των αρχών και του τέλους του 20ου αιώνα. Και στις δύο φάσεις, το χρηματο-οικονομικό κεφάλαιο κατέλαβε ηγεμονική θέση στην παγκόσμια οικονομία συγκριτικά με το επενδυόμενο στην παραγωγή. Επιπλέον, και στις δύο περιόδους, η χρηματιστικοποίηση των οικονομικών δραστηριοτήτων αποδείχθηκε μάλλον αποσταθεροποιητική και κατέληξε σε μείζονες κρίσεις, αυτές του 1929 και του 2008.

Όντως, αυτές οι δύο φάσεις χρηματιστικοποίησης είναι ανάλογες. Αλλά η ανάδειξη των χρηματο-οικονομικών δραστηριοτήτων σε ηγεμονική θέση στον παγκόσμιο καπιταλισμό δεν παρατηρήθηκε μόνον στα τέλη του 19ου και του 20ου αιώνα.
Όπως έχει επισημάνει και ο Γάλλος ιστορικός Φερνάντ Μπρωντέλ, η χρηματιστικοποίηση του κεφαλαίου αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο στοιχείο του ιστορικού καπιταλισμού, ήδη από τα πρώτα του βήματα. Γράφοντας κατά την δεκαετία του 1970 (δηλαδή, πριν από την έναρξη της τελευταίας φάσης χρηματιστικοποίησης), ο Μπρωντέλ προσδιόρισε τρεις περιόδους συστημικής χρηματο-οικονομικής επέκτασης (3):
1. στα μέσα του 16ου αιώνα (με επίκεντρο τις ιταλικές πόλεις-κράτη),
2. κατά τα μέσα του 17ου αιώνα (με επίκεντρο την Ολλανδία), και
3.στα τέλη του 19ου αιώνα (με επίκεντρο το Ηνωμένο Βασίλειο).
Σ’ αυτό το κείμενο, θεωρούμε αυτές τις τρείς παλιότερες περιόδους χρηματο-οικονομικής επέκτασης κατάλληλες για ιστορικές συγκρίσεις ώστε να κατανοήσουμε την παρούσα (τέταρτη) περίοδο συστημικής χρηματο-οικονομικής επέκτασης.

Όπως και σήμερα, κάθε μια από τις προηγούμενες περιόδους χρηματιστικοποίησης διαδεχόταν μια μακρά περίοδο υλικής επέκτασης της παγκόσμιας οικονομίας, κατά την οποία το κεφάλαιο διοχετευόταν κυρίως στο εμπόριο και την παραγωγή, και όχι στη χρηματιστική διαμεσολάβηση και την κερδοσκοπία.

Η Γένοβα, η Ολλανδία, η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέκτησαν διαδοχικά την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία, έχοντας πρωτοστατήσει σε κάποια μεγάλη επέκταση της παγκόσμιας οικονομίας (όπως συνέβη, για παράδειγμα, κατά την διάρκεια της καθοδηγούμενης από τις ΗΠΑ «χρυσής εποχής» του φορντισμού-κεϋνσιανισμού κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60). Σ’ ένα ορισμένο σημείο, αυτές οι υλικές επεκτάσεις έφταναν στα όριά τους (για λόγους που θα συζητήσουμε αργότερα), και όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η κυρίαρχη δύναμη της εποχής προωθούσε μια συστημική μετάβαση από τις επενδύσεις στο εμπόριο και την παραγωγή προς τη χρηματιστική διαμεσολάβηση.

Η φάση της υλικής επέκτασης, και η φάση της χρηματο-οικονομικής επέκτασης που την διαδέχεται, συνθέτουν αυτό που έχουμε αποκαλέσει εκτεταμένο αιώνα ή συστημικό κύκλο συσσώρευσης (ΣΚΣ). Μπορούμε να προσδιορίσουμε τέσσερις (εν μέρει αλληλοεπικαλυπτόμενους) εκτεταμένους αιώνες ή ΣΚΣ:

1. έναν γενουατικό-ιβηρικό κύκλο, που εκτείνεται από τον 15ο μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα,
2. έναν ολλανδικό, που εκτείνεται από τα τέλη του 16ου αιώνα μέχρι τα τέλη του 18ου,
3. έναν βρετανικό κύκλο, που εκτείνεται από τα μέσα του 18ου μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα και,
4. έναν αμερικανικό, που εκτείνεται από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.

Κάθε κύκλος παίρνει το όνομά του (και προσδιορίζεται) από το σύμπλεγμα των κυβερνητικών και επιχειρηματικών παραγόντων που καθοδηγεί το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα κατά την φάση τόσο της υλικής όσο και της χρηματο-οικονομικής επέκτασης, που από κοινού διαμορφώνουν τον εκτεταμένο αιώνα.

Και στις τρείς περιπτώσεις που πραγματεύτηκε ο Μπρωντέλ, οι χρηματο-οικονομικές επεκτάσεις οδήγησαν σε μια μεγάλη ανάκαμψη της ισχύος και ευημερίας της ηγέτιδας καπιταλιστικής χώρας της περιόδου (π.χ. μια δεύτερη χρυσή εποχή για τους Ολλανδούς ή η Βικτωριανή μπέλ επόκ για τη Βρετανία). Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, η ανάκαμψη της παγκόσμιας ισχύος και ευημερίας ήταν βραχύβια. Για τον Μπρωντέλ, οι αλληλοδιάδοχες μετακινήσεις των Γενουατών, των Ολλανδών και των Βρετανών καπιταλιστών από το εμπόριο και την παραγωγή στις χρηματο-οικονομικές δραστηριότητες αποτελούσε την ένδειξη ότι η υλική επέκταση είχε αγγίξει την «ωριμότητά της»· ήταν ένα «σημάδι του φθινοπώρου». Η χρηματο-οικονομική φάση αποτελούσε το πρελούδιο για την τελική κρίση της παγκόσμιας ηγεμονίας και την άνοδο ενός νέου γεωγραφικού επίκεντρου της παγκόσμιας οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος.

Πρόκειται για ένα σχήμα που επαναλαμβάνεται και σήμερα; Μήπως βιώνουμε το «φθινόπωρο» της παγκόσμιας αμερικανικής ηγεμονίας; Σ’ αυτό το κείμενο, υποστηρίζουμε ότι η οικονομική κατάρρευση του 2008 αποτελεί έναν από τους πιο πρόσφατους δείκτες που επιβεβαιώνουν ότι όντως έτσι έχουν τα πράγματα. Όπως με τους Γενουάτες, τους Ολλανδούς και τους Βρετανούς πρωτύτερα, το αμερικανικό κεφάλαιο στράφηκε ολοένα και περισσότερο προς τις χρηματο-οικονομικές δραστηριότητες, εγκαταλείποντας το εμπόριο και την παραγωγή, καθώς η μείζων παγκόσμιας κλίμακας υλική επέκταση, θεμελιωμένη στον φορντισμό-κεϋνσιανισμό, έφτασε στα όριά της κατά την δεκαετία του ’80.

Μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον τους στις χρηματο-οικονομικές δραστηριότητες, οι ΗΠΑ πέτυχαν να προσελκύσουν κεφάλαια από ολόκληρο τον πλανήτη, χρηματοδοτώντας τόσο τη γιγάντια ανάπτυξη του χρηματιστηρίου τους όσο και την θεαματική επέκταση του στρατού τους. Η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε υπό την πίεση, ενώ οι ΗΠΑ βίωναν τη δική τους μπελ επόκ, επι της προεδρίας του Ρέιγκαν και του Κλίντον. Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1990, η κρίση της δεκαετίας του ’70 έμοιαζε σαν μακρινή ανάμνηση, και οι προβλέψεις για έναν Δεύτερο Αμερικανικό Αιώνα γενικεύτηκαν.

Στην πραγματικότητα όμως, αυτοί που προέβλεπαν έναν επικείμενο Δεύτερο Αμερικάνικό Αιώνα, συνέχεαν το «φθινόπωρο» της παγκόσμιας αμερικανικής ηγεμονίας με μια «νέα άνοιξη». Για να το θέσουμε διαφορετικά, βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος του εκτεταμένου εικοστού αιώνα – που αρχίζει με τη χρηματο-οικονομική επέκταση του τέλους του 19ου αιώνα, και τελειώνει μέχρι την πρόσφατη ανάλογη επέκταση, και ο οποίος ταυτίστηκε με την ανάδυση, την άνθιση και την παρακμή της αμερικάνικης εποχής στην παγκόσμια ιστορία του καπιταλισμού. Αυτό το κείμενο, επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα του εάν το «φθινόπωρο» της παγκόσμιας αμερικανικής οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος θα μπορούσε να ειδωθεί (εκ των υστέρων) ως η «άνοιξη» μιας νέας παγκόσμιας οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης, όπως συνέβη με τις τρείς προηγούμενες χρηματο-οικονομικές επεκτάσεις.

Στη συνέχεια του κειμένου, συγκρίνουμε την παρούσα με τις προηγούμενες φάσεις χρηματιστικοποίησης, και τον εκτεταμένο εικοστό με τους προηγούμενους εκτεταμένους αιώνες, μέσα από τρεις βασικές παραμέτρους. Στην πρώτη ενότητα, αναζητούμε τις ομοιότητες μεταξύ των τριών προηγούμενων φάσεων χρηματιστικοποίησης, εστιάζοντας σε σχήματα που επαναλαμβάνονται μέσα στο χρόνο. Στην επόμενη ενότητα, εστιάζουμε στα σχήματα της εξέλιξης. Διότι οι εκτεταμένοι αιώνες δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ως επαναλαμβανόμενα (κυκλικά) φαινόμενα. αντίθετα, οι χρηματο-οικονομικές επεκτάσεις που σφραγίζουν την αρχή και το τέλος κάθε εκτεταμένου αιώνα, υπήρξαν φάσεις ριζικής αναδιοργάνωσης του παγκόσμιου συστήματος. Καταδεικνύουμε πως αυτές οι διαδοχικές αναδιοργανώσεις παρήγαγαν ένα εξελικτικό σχήμα κατά το οποίο το κυρίαρχο σύμπλεγμα επιχειρήσεων και κυβερνήσεων διευρύνεται μέσα στο χρόνο, ως προς το μέγεθος, την ισχύ και την πολυπλοκότητα – συμπεριλαμβανομένης και της κοινωνικής πολυπλοκότητάς του.

Τα σχήματα της επανάληψης και της εξέλιξης που συνοψίζονται στις ακόλουθες δύο ενότητες μας βοηθούν να ξεκαθαρίσουμε τις πιθανές εναλλακτικές εκδοχές του μέλλοντος που ανοίγονται μπροστά μας αυτή τη στιγμή. Αλλά, όπως υποστηρίζουμε στην τελευταία ενότητα αυτού του κειμένου, δεν μπορούμε απλώς να προβάλουμε στο μέλλον τα σχήματα μιας απλής επανάληψης και εξέλιξης του παρελθόντος. Το τελευταίο μέρος του κειμένου εντοπίζει συγκεκριμένες ανωμαλίες που αναμένεται να διαφοροποιήσουν τη μελλοντική εξέλιξη από τα παλαιότερα μοντέλα, και κλείνει με μια πραγμάτευση των «πιθανών εκδοχών του μέλλοντος».

Επανάληψη

Ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στον δεύτερο και τον τρίτο τόμο της τριλογίας του Φερνάντ Μπρωντέλ, Υλικός πολιτισμός, οικονομία και καπιταλισμός –η οποία αποτελεί μια λεπτομερέστατη περιήγηση της περιόδου από τον 15ο μέχρι τον 18ο αιώνα– είναι ότι η επαναλαμβανόμενη πρωτοκαθεδρία των χρηματο-οικονομικών δραστηριοτήτων αποτελεί χαρακτηριστικό του ιστορικού καπιταλισμού από τα πρώτα του βήματα. «Το χρηματο-οικονομικό κεφάλαιο», γράφει ο Μπρωντέλ, «δεν ήταν κάποιο νεογέννητο βρέφος των αρχών του 20ού αιώνα». Επισημαίνει, αντίθετα, τουλάχιστον δύο παλαιότερα κύματα χρηματο-οικονομικής επέκτασης –περιόδους κατά τις οποίες «το χρηματο-οικονομικό κεφάλαιο ήταν… σε θέση να αναλάβει και να κυριαρχήσει, τουλάχιστον προς στιγμήν, σ’ όλες τις δραστηριότητες του επιχειρηματικού κόσμου». Το πρώτο κύμα της χρηματιστικοποίησης ξεκίνησε γύρω στο 1560, όταν οι ηγέτιδες ομάδες της γενουατικής επιχειρηματικής διασποράς εγκατέλειψαν σταδιακά το εμπόριο για να εξειδικευτούν στις χρηματο-οικονομικές δραστηριότητες· το δεύτερο γύρω στα 1740, όταν οι Ολλανδοί άρχισαν να εγκαταλείπουν το εμπόριο για να γίνουν οι «τραπεζίτες της Ευρώπης» (4).

Από αυτή τη σκοπιά, οι χρηματο-οικονομικές επεκτάσεις που ξεκίνησαν κατά τα τέλη του 19ου και του 20ου αιώνα αποτελούν το 3ο και το 4ο κύμα μιας περιοδικά επαναλαμβανόμενης διαδικασίας του παγκόσμιου συστήματος. Κατά την διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης του 1873-1896, και μετά από αυτήν, όταν είχε γίνει σαφές ότι το «φανταστικό ταξίδι της βιομηχανικής επανάστασης» είχε δημιουργήσει ένα υπερπλεόνασμα κεφαλαίων που δεν μπορούσε να επενδυθεί επικερδώς στις βιομηχανικές δραστηριότητες, οι Βρετανοί εγκατέλειψαν σταδιακά τη βιομηχανία για να εξειδικευτούν στις χρηματο-οικονομικές δραστηριότητες.

Την περίοδο που ο Μπρωντέλ συνέγραφε την τριλογία του, το τέταρτο (δηλαδή, το τωρινό) κύμα της χρηματιστικοποίησης δεν είχε ξεκινήσει ακόμα· αλλά σήμερα μπορούμε να διαπιστώσουμε την επανάληψη του ίδιου φαινομένου: Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, έγινε σαφές ότι η χρυσή εποχή του φορντισμού-κεϋνσιανισμού δημιούργησε ένα υπερπλεόνασμα κεφαλαίων που δεν μπορούσαν να επενδυθούν επικερδώς στις βιομηχανικές δραστηριότητες, και το αμερικάνικο κεφάλαιο στράφηκε στην εξειδίκευση στις χρηματο-οικο­νομικές δραστηριότητες, αντί για τη βιομηχανική παραγωγή. Από τα μέσα του 1990, το μερίδιο από το σύνολο των κερδών των αμερικανικών πολυεθνικών που αναλογούσε στις χρηματο-οικονομικές δραστηριότητες, την πίστη, και την αγορά γης (FIRE) ξεπέρασε εκείνο των κερδών που προέρχονταν από τη βιομηχανία (5).

Είναι χρήσιμο να επαναδιατυπώσουμε τα συμπεράσματα του Μπρωντέλ, σχετικά με την περιοδική επανεμφάνιση του χρηματο-οικονομικού κεφαλαίου, υπό το φως της γενικής θεωρίας του κεφαλαίου του Μαρξ, που συχνά θεωρείται ότι αναλύει τη λογική των επενδυτικών αποφάσεων των καπιταλιστών σε ατομικό επίπεδο (6).

Οι καπιταλιστές τοποθετούν τα κεφάλαιά τους σε προϊόντα που χρησιμεύουν στην παραγωγή (π.χ. μηχανές, εργασία) με την προσδοκία ότι θα κερδίσουν περισσότερα χρήματα σε κάποιο μελλοντική στιγμή μέσα στο χρόνο. Η συμμετοχή στην παραγωγή δεν είναι αυτοσκοπός. Εάν οι καπιταλιστές δεν περιμένουν να αυξηθούν τα χρηματικά τους κεφάλαια από τις επενδύσεις στην παραγωγή, ή αν αυτή η προσδοκία συστηματικά διαψεύδεται, τότε θα τείνουν να εγκαταλείψουν την παραγωγή και να στραφούν σε πιο ευέλικτες (ρευστές) μορφές επενδύσεων.

Αλλά το θεωρητικό σχήμα του Μαρξ μπορεί επίσης να ειδωθεί ως η ανίχνευση μιας συστημικής λογικής. Υπάρχουν φάσεις κατά τις οποίες η κυρίαρχη τάση μεταξύ των καπιταλιστών είναι να επενδύουν τα κεφάλαιά τους στην παραγωγή και το εμπόριο, εηκαινιάζοντας έτσι περιόδους γενικευμένης υλικής επέκτασης. Αλλά η ίδια η επιτυχία κάθε υλικής επέκτασης οδηγεί εντέλει σε υπερσυσσώρευση κεφαλαίων και μειώνει τις αποδόσεις των δραστηριοτήτων που πρωτύτερα την εξέτρεφαν. Η συνακόλουθη συρρίκνωση των κερδών προκαλεί μια στροφή: η κυρίαρχη τάση μεταξύ των καπιταλιστών γίνεται να κρατούν ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου τους σε ρευστή μορφή, δημιουργώντας τους «όρους της προσφοράς» για μια χρηματο-οικονομική επέκταση του συστήματος στο σύνολό του. Οι χρηματο-οικονομικές επεκτάσεις αποτελούν το σύμπτωμα μιας κατάστασης κατά την οποία, οι επενδύσεις στην επέκταση του εμπορίου και της παραγωγής, δεν επιτυγχάνουν πια την αύξηση της ροής χρηματικών κεφαλαίων προς την τάξη των καπιταλιστών τόσο αποδοτικά όσο οι αμιγώς χρηματο-οικονομικές δραστηριότητες.

Όπως έχουμε ήδη παρατηρήσει, οι παρελθούσες χρηματο-οικονομικές επεκτάσεις αποκατέστησαν προσωρινά την ισχύ και τις τύχες του ηγετικού καπιταλιστικού κράτους της εποχής (με πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτό της μπέλ επόκ του Ρέιγκαν και του Κλίντον). Γιατί συνέβη αυτό; Με πολύ γενικούς όρους, η επιβράδυνση της υλικής επέκτασης, που σχετίζεται με την αρχική απογείωση της χρηματο-οικονομικής επέκτασης, κλονίζει τα δημοσιονομικά των κρατών, τα οποία με τη σειρά τους αρχίζουν να ανταγωνίζονται πιο έντονα για το μετακινούμενο κεφάλαιο που κυκλοφορεί στις χρηματο-οικονομικές αγορές, πυροδοτώντας μια χρηματο-οικονομική επέκταση από την «πλευρά της ζήτησης». Η εκάστοτε παγκόσμια ηγεμονική δύναμη (Ολλανδία, Βρετανία, ΗΠΑ), εξαιτίας της συνεχιζόμενης κεντρικότητάς της στα χρηματο-οικονομικά δίκτυα, είναι σε καλύτερη θέση να χρησιμοποιήσει τον εντεινόμενο ανταγωνισμό για ρευστό κεφάλαιο προς όφελός της και να κερδίσει προνομιακή πρόσβαση στην υπεράφθονη ρευστότητα που συσσωρεύεται στις παγκόσμιες χρηματο-οικονομικές αγορές. Αυτό έγινε σαφές κατά το ’80 και το ’90, όταν οι ΗΠΑ πέτυχαν να προσελκύσουν ρευστά κεφάλαια απ’ όλο τον κόσμο, τροφοδοτώντας μια μακρόχρονη ανάπτυξη στο εσωτερικό τους και πυροδοτώντας μια σειρά σοβαρότατων κρίσεων χρέους στους υπολοίπους. Η πρώτη μεγάλη κρίση χρέους, επικεντρώθηκε στη Λατινική Αμερική στις αρχές του ’80, προκαλώντας αυτό που ο ΟΗΕ αποκάλεσε «χαμένη δεκαετία ανάπτυξης». Ακολούθησαν κρίσεις χρέους στην Ανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Ασία.

Κατά το παρελθόν, μια νέα συστημική υλική επέκταση ξεκινούσε μόνο εάν και εφόσον υπήρχε μια ηγεμονική δύναμη ικανή να συγκροτήσει τις απαιτούμενες παγκόσμιες θεσμικές προϋποθέσεις (χρηματο-οικονομικές, γεωπολιτικές και κοινωνικές). Όταν συνέβαινε αυτό –όπως κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όταν οι υποστηριζόμενοι από τις ΗΠΑ παγκόσμιοι οργανισμοί παρείχαν έναν ορισμένο βαθμό ασφάλειας και προβλεψιμότητας– οι καπιταλιστές διοχέτευαν μηχανικά τα κέρδη τους εκ νέου στην επέκταση του εμπορίου και της παραγωγής. Ωστόσο, τέτοιες παγκόσμιες θεσμικές συνθήκες δεν διαμορφώνονται εύκολα και γρήγορα. Κατά το παρελθόν, οι παρακμάζουσες δυνάμεις έχαναν τη δυνατότητα να διατηρούν τις παγκόσμιες θεσμικές προϋποθέσεις, προτού οι ανερχόμενες δυνάμεις αποκτήσουν την ικανότητα ή τη διάθεση να αναλάβουν το ρόλο του ηγέτη. Έτσι, οι μεταβατικές φάσεις από τον έναν εκτεταμένο αιώνα στον επόμενο, υπήρξαν ιστορικά φάσεις γενικευμένου πολέμου και οικονομικών κρίσεων. Ακριβώς αυτό συνέβη κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, με την μετάβαση από τη βρετανική στην αμερικανική ηγεμονία, ενώ ενδείξεις ενός αντίστοιχου διλήμματος μοιάζουν να απασχολούν σήμερα τον πλανήτη.

Ο Μαρξ, στην ανάλυσή του για την πρωταρχική συσσώρευση, διείδε ένα ιστορικό σχήμα κατά το οποίο οι επεκτάσεις του χρηματοοικονομικού συστήματος έπαιζαν καθοριστικό ρόλο για τη μεταφορά του πλεονάζοντος κεφαλαίου από τα παρακμάζοντα στα ανερχόμενα γεωγραφικά επίκεντρα του καπιταλιστικού εμπορίου και της παραγωγής. Ο Μαρξ διαπίστωσε μια ακολουθία που ξεκίνησε από τη Βενετία, η οποία «στην παρακμή της» δάνειζε τεράστια ποσά στην Ολλανδία. έπειτα, η Ολλανδία δάνειζε «τεράστια κεφάλαια, ιδιαίτερα στη μεγάλη εχθρό της, Αγγλία» όταν «έπαψε να είναι το έθνος που υπερέχει στο εμπόριο και τη βιομηχανία»· και τέλος, η Αγγλία έκανε το ίδιο έναντι των ΗΠΑ την εποχή του ίδιου του Μαρξ (7). Έτσι, ξανά και ξανά, στη διάρκεια της ζωής του ιστορικού καπιταλισμού, οι επεκτάσεις του πιστωτικού συστήματος έπαιξαν κρίσιμο ρόλο για την επανεκκίνηση της συσσώρευσης κεφαλαίου σ’ ένα νέο γεωγραφικό επίκεντρο, ή, για να εκφραστούμε σύμφωνα με τη δικιά μας ορολογία, οι χρηματο-οικονομικές επεκτάσεις διαδραμάτισαν κρίσιμο ρόλο στην ανάδυση ενός νέου συστημικού κύκλου συσσώρευσης (8).

Για να το θέσουμε διαφορετικά, ιστορικά, οι χρηματο-οικονομικές επεκτάσεις υπήρξαν περίοδοι αλλαγής της ηγεμονίας, κατά την διάρκεια της οποίας μια νέα ηγεσία αναδυόταν παράλληλα και συν τω χρόνω αναδιοργάνωνε το σύστημα, θέτοντας τις προϋποθέσεις για μια νέα υλική επέκταση σε παγκόσμια κλίμακα. Οι χρηματο-οικονομικές επεκτάσεις δεν ήταν μόνο «το φθινόπωρο» του υφιστάμενου ηγεμόνα. σηματοδοτούσαν επίσης την «άνοιξη» μιας νέας μεγάλης φάσης καπιταλιστικής ανάπτυξης υπό μια νέα ηγεσία, ενός νέου εκτεταμένου αιώνα, δηλαδή, με νέο γεωγραφικό επίκεντρο. Αλλά επειδή αυτή η διαδικασία δεν ήταν ούτε απλή ούτε ομαλή, οι χρηματο-οικονομικές επεκτάσεις αποκορυφώνονταν σε αρκετά μεγάλες περιόδους γενικευμένου συστημικού χάους.

Εξέλιξη

Στην προηγούμενη ενότητα, επικεντρωθήκαμε στις αναλογίες μεταξύ των εκτεταμένων αιώνων. Εάν έπρεπε να εξάγουμε συμπεράσματα βασιζόμενοι μόνο στα σχήματα της επανάληψης, τότε θα καταλήγαμε στο ότι βρισκόμαστε στο «βαθύ φθινόπωρο» της αμερικάνικης ηγεμονίας και στην «πρώιμη άνοιξη» ενός νέου εκτεταμένου αιώνα με διαφορετικό γεωγραφικό επίκεντρο (ίσως την Ανατολική Ασία). Θα έπρεπε επίσης να ανησυχούμε γιατί εισερχόμαστε (ή έχουμε ήδη εισέλθει) σε μια εκτεταμένη φάση συστημικού χάους, και γενικευμένης ανθρώπινης δυστυχίας. Ωστόσο, ακριβώς επειδή το παγκόσμιο σύστημα έχει εξελιχθεί μέσα στο χρόνο, έχουμε περιορισμούς ως προς το τι μπορούμε να συμπεράνουμε σχετικά με το παρόν και το άμεσο μέλλον, επικεντρώνοντας μόνον στα σχήματα της επανάληψης. Σε αυτή την ενότητα, εστιάζουμε στα σχήματα της εξέλιξης.

Το σχήμα 1 συνοψίζει ένα ιστορικό σχήμα εξέλιξης το οποίο εστιάζει στα μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά των «κιβωτίων της εξουσίας» που φιλοξενούσαν τα στρατηγεία των κορυφαίων καπιταλιστικών μηχανισμών (δηλ. το κυρίαρχο σύμπλεγμα κυβέρνησης και επιχειρήσεων) των τεσσάρων διαδοχικών μακρών αιώνων: της Δημοκρατίας της Γένοβας, της Ολλανδικής Δημοκρατίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ (9). Η κυρίαρχη πτυχή του εξελικτικού σχήματος που καταγράφεται στο σχήμα 1 είναι η τάση προς διεύρυνση κατά μέγεθος, ισχύ και πολυπλοκότητα του κυρίαρχου συμπλέγματος κυβέρνησης και επιχειρήσεων από τον έναν εκτεταμένο αιώνα στον άλλον.

Την εποχή της υλικής επέκτασής της, η Γένοβα ήταν πόλη-κράτος. Ήταν μικρή σε μέγεθος, απλή στην οργάνωση, βαθιά διχασμένη κοινωνικά και μάλλον ανυπεράσπιστη στρατιωτικά, ένα αδύναμο κράτος σε σύγκριση με όλες τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, βάσει των περισσότερων κριτηρίων. Ο πλούτος της, την καθιστούσε ελκυστικό στόχο για κατάκτηση και επειδή δεν διέθεταν σημαντική στρατιωτική δύναμη, οι Γενουάτες έπρεπε να εξαρτούνται για την ασφάλειά τους από τους Ίβηρες μονάρχες, από τους οποίους «αγόραζαν προστασία». Η ολλανδική δημοκρατία, αντίθετα, ήταν μεγαλύτερη και πολύ πιο πολύπλοκη στην οργάνωσή της από την Γένοβα. Την εποχή της δικής της υλικής επέκτασης, ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να κερδίσει την ανεξαρτησία της από την αποικιακή Ισπανία, να οικοδομήσει μια εξαιρετικά επικερδή αυτοκρατορία εμπορικών αποικιών, και να απαντάει στις στρατιωτικές προκλήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας. Έτσι, αντίθετα με τους Γενουάτες, οι Ολλανδοί δεν χρειαζόταν να «αγοράζουν προστασία» από άλλα κράτη· «παρήγαγαν» τη δικιά τους. Οι Ολλανδοί, με άλλα λόγια «εσωτερίκευαν» το κόστος της προστασίας ενώ οι Γενουάτες το εξωτερίκευαν, όπως δείχνει το σχήμα 1

Την εποχή της υλικής επέκτασης με επίκεντρο την Βρετανία, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ένα πλήρως αναπτυγμένο εθνικό κράτος με μια παγκόσμιας εμβέλειας εμπορική και εδαφική αυτοκρατορία, που προσέφερε στις άρχουσες τάξεις και τους καπιταλιστές της μια άνευ προηγουμένου εξουσία πάνω στους ανθρώπινους και τους φυσικούς πόρους του πλανήτη. Όπως και με την ολλανδική, η βρετανική καπιταλιστική τάξη δεν έπρεπε να βασίζεται σε ξένες δυνάμεις για προστασία (και οι δύο είχαν εσωτερικεύσει το κόστος προστασίας). Επιπλέον, ως το «εργαστήριο του κόσμου», η Βρετανία δεν χρειαζόταν να εξαρτάται από άλλους και για τα βιομηχανικά προϊόντα στα οποία στήριζε τις εμπορικές της δραστηριότητες. Οι Βρετανοί ξεπέρασαν τους Ολλανδούς εσωτερικεύοντας τα κόστη της παραγωγής.

Τέλος, οι ΗΠΑ αποτέλεσαν ένα ηπειρωτικό στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα με τόση ισχύ ώστε να παρέχουν αποτελεσματική προστασία στον εαυτό τους και τους συμμάχους τους αλλά και για να εκτοξεύουν προς τους εχθρούς τους σοβαρές απειλές οικονομικού στραγγαλισμού και στρατιωτικής εξολόθρευσης. Αυτή η ισχύς, συνδυαζόμενη με το μέγεθος, την γεωγραφική απομόνωση, και τον φυσικό πλούτο των Ηνωμένων Πολιτειών, επέτρεψε στην καπιταλιστική τους τάξη να εσωτερικεύσει τα κόστη της προστασίας και της παραγωγής, όπως είχε κάνει και η βρετανική καπιταλιστική τάξη. Αλλά με το να καινοτομήσει στην οικοδόμηση κάθετα διαρθρωμένων πολυεθνικών επιχειρήσεων, η αμερικανική καπιταλιστική τάξη κατάφερε να εσωτερικεύσει και το «κόστος των συναλλαγών» – δηλαδή, να εσωτερικεύσει τις αγορές από τις οποίες εξαρτιόταν η αυτο-επέκταση του κεφαλαίου.

Εάν έπρεπε να συναγάγουμε συμπεράσματα που να βασίζονται στα σχήματα της εξέλιξης που συζητήσαμε σ’ αυτή την ενότητα, τότε θα προβλέπαμε ότι το κυβερνητικό-επιχειρηματικό σύμπλεγμα που θα ηγηθεί σε οποιονδήποτε μελλοντικό κύκλο συσσώρευσης θα πρέπει απαραίτητα να είναι μεγαλύτερο σε μέγεθος και πιο πολύπλοκο από τις ΗΠΑ. Λογικά, δεν υπάρχει ούτε μια χώρα που να μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτές τις απαιτήσεις. Για παράδειγμα, η Κίνα είναι πολύ μεγαλύτερη αλλά ταυτόχρονα πολύ φτωχότερη από τις ΗΠΑ, παρ’ όλες τις δεκαετίες γοργής οικονομικής ανάπτυξης. Έτσι, η μελλοντική εξέλιξη που ανιχνεύεται στο Σχήμα 1 θα είναι μια κίνηση προς κάποιου είδους «παγκόσμιο κράτος».

Ωστόσο, η καθαρά γραμμική τάση προς ευρύτερα και πολυπλοκότερα σχήματα, εν μέρει συγκρατείται από μια άλλη πτυχή του ιστορικού σχήματος, που συνοψίζεται στο σχήμα 1, σε μια κίνηση του εκκρεμούς μεταξύ των «εκτατικών» και των «εντατικών» καθεστώτων συσσώρευσης. Οι Ολλανδικές εμπορικές εταιρίες, όπως η Ολλανδική Εταιρία των Ανατολικών Ινδιών (VOC), ήταν πιο πολύπλοκοι οργανισμοί από τα οικογενειακά δίκτυα της γενουάτικης καπιταλιστικής διασποράς. Αλλά και οι οικογενειακές εταιρικές επιχειρήσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε η βρετανική βιομηχανία υφασμάτων, ήταν λιγότερο πολύπλοκες από τις Ολλανδικές εμπορικές εταιρείες. επιπλέον, η συνολική επιτυχία του βρετανικού κεφαλαίου εξαρτιόταν από την αναβίωση, σε νέες και πιο πολύπλοκες μορφές, ενός συνδυασμού των στρατηγικών και των δομών του γενουάτικου κοσμοπολιτικού καπιταλισμού και της εδαφικής λογικής των Ιβήρων. Παρόμοια, οι αμερικανικές πολυεθνικές ήταν πιο πολύπλοκες από τις βρετανικές οικογενειακές εταιρείες, ενώ η επιτυχία του αμερικανικού κεφαλαίου σε πλανητική κλίμακα εξαρτήθηκε από την αναβίωση σε νέες και πιο πολύπλοκες μορφές των στρατηγικών και των δομών του ολλανδικού εταιρικού καπιταλισμού.

Ποιές είναι οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει στο παρόν αυτή η κίνηση του εκκρεμούς μεταξύ «εκτατικών» (κοσμοπολίτικων και αυτοκρατορικών) και «εντατικών» (εταιρικών-εθνικών) καθεστώτων, όταν προβάλλεται πάνω σε μια γραμμική τάση αυξανόμενης πολυπλοκότητας; Εάν μπορούσαμε να προβάλουμε το σχήμα στο μέλλον, τότε θα έπρεπε να περιμένουμε ότι οι στρατηγικές και οι δομές του κυβερνητικού και επιχειρηματικού συμπλέγματος, που θα ηγηθεί του επόμενου εκτεταμένου αιώνα, θα είναι «εκτατικές» σε σύγκριση με τις «εντατικές» του αμερικανικού καθεστώτος, αν και μεγαλύτερης πολυπλοκότητας από εκείνες της βρετανικής υλικής επέκτασης του 19ου αιώνα. Προς το παρόν, θα συγκρατήσουμε μόνον ότι τα συστήματα πολλαπλών υπεργολαβιών και οι άλλες μορφές ευέλικτης παραγωγής που συνδέονται με τον μεταφορντισμό (ο οποίος, όχι τυχαία, πρωτοεισήχθηκε στην Ασία) μπορούν να θεωρηθούν ενδείξεις για την επιστροφή του εκκρεμούς προς την «εκτατική» κατεύθυνση (10). Παρά την κίνηση του εκκρεμούς, όμως, μια γραμμική τάση προς την μεγιστοποίηση της πολυπλοκότητας είναι επίσης εμφανής.

Η δυσκολία της αναγωγής αυτής της γραμμικής τάσης στο μέλλον, αποκαλύπτεται σαφέστερα εάν παρατηρήσουμε την παρούσα διχοτόμηση μεταξύ του ελέγχου των παγκόσμιων χρηματο-οικονομικών και των στρατιωτικών πόρων, με τους πρώτους να συγκεντρώνονται στη Ανατολική Ασία, και τους δεύτερους να παραμένουν στις ΗΠΑ. Αυτή η διχοτομία αποτελεί ένα φαινόμενο άνευ προηγουμένου, τις επιπτώσεις του οποίου θα πραγματευτούμε στην επόμενη ενότητα.

Ανωμαλίες

Μια από τις κυριότερες ανωμαλίες στην παρούσα μετάβαση, είναι ο χωρίς ιστορικό προηγούμενο, διαχωρισμός των γεωγραφικών επικέντρων της στρατιωτικής και της χρηματο-οικονομικής ισχύος. Οι αμερικάνικες πολυεθνικές έχουν επενδύσει πολύ στην Κίνα, επαναλαμβάνοντας το ιστορικό σχήμα που παρατήρησε ο Μάρξ, κατά το οποίο τα παρακμάζοντα επίκεντρα μεταφέρουν το πλεονάζον κεφάλαιο στα αναδυόμενα. Ωστόσο, μια αξιοσημείωτη διαφορά με τα σχήματα του παρελθόντος, είναι το γεγονός πως η ροή του πλεονάζοντος κεφαλαίου, ήδη από τις απαρχές της αμερικανικής χρηματο-οικονομικής επέκτασης, κατευθύνεται από το αναδυόμενο προς το παρακμάζον επίκεντρο, και παίρνει κυρίως τη μορφή μαζικών αγορών αμερικανικών ομολόγων από την Ανατολική Ασία, αρχικά από την Ιαπωνία και μεταγενέστερα από την Κίνα. Όπως και στις παλιότερες μεταβολές της ηγεμονίας, ο παρακμάζων ηγεμόνας (οι ΗΠΑ) μεταβλήθηκε από τον μεγαλύτερο δανειστή του κόσμου σε έθνος χρεώστη. Αυτός ο μετασχηματισμός, στην περίπτωση των ΗΠΑ, πραγματοποιήθηκε σε κλίμακα και με ταχύτητα χωρίς προηγούμενο.

Ωστόσο, οι πλανητικών διαστάσεων στρατιωτικές δυνάμεις έχουν συγκεντρωθεί σε συντριπτικό βαθμό στα χέρια των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεν υπάρχει καμία αξιόπιστη ένδειξη ότι οποιοδήποτε από τα οικονομικά ανερχόμενα κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, έχει κάποια πρόθεση να προκαλέσει απευθείας την αμερικάνικη στρατιωτική ισχύ. Εντούτοις, ακόμα και χωρίς μια άμεση πρόκληση, οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν πια τους χρηματο-οικονομικούς πόρους που απαιτούνται για να υποστηρίξουν το παγκόσμιο στρατιωτικό κατεστημένο τους (και μέχρις στιγμής το πετυχαίνουν μόνο με το να χρεώνονται ολοένα και περισσότερο). Επιπλέον, όπως κατέστη σαφές από την αποτυχία της κυβέρνησης Μπους, να εγκαθιδρύσει έναν δεύτερο αμερικανικό αιώνα, η προβολή της στρατιωτικής ισχύος δεν υπήρξε και πολύ αποτελεσματική για να επιβάλει στον πλανήτη τη θέληση των ΗΠΑ ή για την αντιμετώπιση των κλιμακούμενων κοινωνικών και πολιτικών κρίσεων του συστήματος.

Το μελλοντικό σενάριο που πιθανολογείται από το ιστορικό διάγραμμα που συνοψίζει το Σχήμα 1 –δηλαδή η ανάδυση ενός παγκόσμιου κράτους– προϋποθέτει ότι το παγκόσμιο κράτος θα αποκτήσει πρόσβαση στο παγκόσμιο πλεονάζον κεφάλαιο, το οποίο τώρα εντοπίζεται στον Παγκόσμιο Νότο, και ειδικότερα στην Ανατολική Ασία. Η πρόσφατη διεύρυνση των συναντήσεων των πλούσιων χωρών της G7 για να περιλάβει μεγάλες χώρες του παγκόσμιου Νότου (όπως για παράδειγμα οι συναντήσεις της G20) είναι μια περισσότερο ή λιγότερο ρητή αποδοχή αυτής της συνθήκης και καταδεικνύει ότι έστω και εν μέρει υπάρχει αναγνώριση του γεγονότος πως πια δεν είναι εφικτό πολιτικά ένα παγκόσμιο κράτος στο οποίο να κυριαρχεί η Δύση και ο Βορράς (μέσα από μια συμμαχία των ΗΠΑ με την Ευρώπη). Η Δύση ανακαλύπτει ότι δεν διαθέτει πια ένα από τα δύο πιο σημαντικά στοιχεία της επιτυχίας όλων των προηγούμενων πέντε αιώνων: τον έλεγχο του πλεονάζοντος κεφαλαίου. Αυτή είναι μια σημαντική ανωμαλία σε σχέση με τις προηγούμενες ηγεμονικές μεταβάσεις – οι οποίες υπήρξαν όλες μεταβάσεις στο εσωτερικό της Δύσης και του Βορρά.

Η άνοδος της Κίνας και τα εναλλακτικά σενάρια για το μέλλον

Εάν ένα δυτικοκρατούμενο παγκόσμιο κράτος δείχνει σήμερα απίθανο, τότε ποιές είναι οι πιθανότητες να καταστεί η Κίνα από μόνη της επίκεντρο μιας νέας υλικής επέκτασης του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα κατά τον 21ο αιώνα; Πρώτον, είναι απαραίτητο να αποκαθάρουμε το τοπίο από διαπιστώσεις άσχετες προς τη διεξαγόμενη συζήτηση. Μετά την χρηματο-οικονομική κρίση του 1997-1998 στην Ασία, πολλοί αναλυτές απέρριψαν ως αυταπάτη την άνοδο της Ανατολικής Ασίας· και σήμερα, είναι αρκετά σύνηθες να ακούει κανείς τοποθετήσεις για μια επικείμενη χρηματο-οικονομική κρίση που θα ξεσπάσει στην Κίνα και θα αποκαλύψει, όπως υποστηρίζεται, το πόσο λανθασμένες είναι οι εκτιμήσεις για την άνοδό της. Το ερώτημα εάν θα ξεσπάσει μια τέτοια κρίση στην Κίνα ή όχι είναι ανοιχτό. Αλλά οποιαδήποτε τέτοια κρίση λίγο έχει να κάνει με το εάν το επίκεντρο της παγκόσμιας καπιταλιστικής συσσώρευσης μετατοπίζεται ή θα μετατοπιστεί προς την Κίνα. Όπως παρατηρήσαμε στα συμπεράσματα του Χάος και Διακυβέρνηση στο Σύγχρονο Παγκόσμιο Σύστημα, ιστορικά, οι βαθύτερες χρηματο-οικονομικές κρίσεις έχουν συμβεί στα νεοαναδυόμενα επίκεντρα της παγκόσμιας συσσώρευσης του κεφαλαίου, στο Λονδίνο το 1772, τη Νέα Υόρκη το 1929, καθώς η χρηματο-οικονομική τους δυναμική υπερέβη τη θεσμική τους δυνατότητα να διαχειριστούν τις αυξανόμενες ροές των κεφαλαίων. Θα ήταν αστείο να υποστηρίξουμε ότι το κραχ της Γουόλ Στρητ του 1929-’31 και η Μεγάλη Ύφεση που ακολούθησε αποτελούσαν ενδείξεις ότι το επίκεντρο της συσσώρευσης του κεφαλαίου δεν μετατοπιζόταν προς τις ΗΠΑ κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα! Παρομοίως, δεν έχει κανένα νόημα να υποστηρίξουμε το ίδιο για τις χρηματο-οικονομικές κρίσεις που ξεσπούν ή θα ξεσπάσουν στην Ανατολική Ασία κατά τα τέλη του 20ου και τις αρχές του 21ου αιώνα.

Ωστόσο, όπως υποστηρίξαμε και προηγουμένως, οι προγενέστερες υλικές επεκτάσεις ξεκίνησαν όταν η ανερχόμενη οικονομική δύναμη ήταν σε θέση να καταστεί ηγεμονική με τη γκραμσιανή έννοια του όρου, δηλαδή, να ηγηθεί του κόσμου μέσα από τη συγκρότηση παγκόσμιων θεσμικών ρυθμίσεων (οικονομικών, γεωπολιτικών και κοινωνικών), ικανών να προσφέρουν την απαραίτητη προστασία και ασφάλεια για μια υλική επέκταση μεγάλης κλίμακας. Καθώς το παγκόσμιο σύστημα έχει εξελιχθεί ριζικά από τον έναν εκτεταμένο αιώνα στον επόμενο, μεταβάλλονταν και η φύση αυτών των παγκόσμιων θεσμών.

Σήμερα, όπως και στο παρελθόν, τα όρια για μια νέα υλική επέκταση είναι κοινωνικά όσο και οικονομικά. Όπως υποστηρίξαμε στο Χάος και Διακυβέρνηση, οι διαδοχικοί ηγεμόνες έπρεπε να βρουν τρόπους διευθέτησης αιτημάτων που προέρχονταν από μια διευρυνόμενη γκάμα κοινωνικών κινημάτων. Έτσι, το εξελικτικό σχήμα των διευρυνόμενων μεγεθών, κλίμακας και πολυπλοκότητας που περιγράψαμε νωρίτερα, περιλαμβάνει επίσης και την κοινωνική πολυπλοκότητα. Η αδιαφιλονίκητη εγκαθίδρυση της αμερικανικής ηγεμονίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (και η απογείωση της υλικής επέκτασης σε συστημική κλίμακα) δεν εξαρτιόταν μόνο από το προβάδισμα της χώρας στην οικονομική και την στρατιωτική ισχύ. Περισσότερο, εξαρτιόταν από την εφαρμογή πολιτικών που σκόπευαν να ενσωματώσουν, τουλάχιστον εν μέρει, τα εργατικά, σοσιαλιστικά και εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Οι λύσεις των ΗΠΑ –το κοινωνικό συμβόλαιο μαζικής κατανάλωσης για τους εργάτες του Βορρά και η απο-αποικιοποίηση μαζί με την υπόσχεση για ανάπτυξη στο παγκόσμιο Νότο– υπήρξαν προσωρινές, καθώς ήταν ασύμβατες με το πλαίσιο του ιστορικού καπιταλισμού. Για παράδειγμα, προκειμένου να υλοποιηθούν ολοκληρωτικά αυτές οι λύσεις θα προκαλούσαν συρρίκνωση των κερδών εξαιτίας των έντονων αναδιενεμητικών συνέπειών τους.

Όντως, η αρχική κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και των αρχών του ’70, ήταν σε μεγάλο βαθμό ένα κοινωνικο-πολιτικό γεγονός, που προκλήθηκε από την παγκόσμια κοινωνική δυσαρέσκεια, καθώς μια ευρεία γκάμα κινημάτων τόσο στον Πρώτο όσο και στον Τρίτο κόσμο κινητοποιήθηκαν ώστε να απαιτήσουν αυτά που στην ουσία αποτελούσαν μια ταχύτερη εκπλήρωση των άμεσων και των έμμεσων υποσχέσεων της αμερικανικής ηγεμονίας. Αυτή η κρίση, που σφράγισε το τέλος της καθοδηγούμενης από τις ΗΠΑ υλικής επέκτασης, ήταν ταυτόχρονα οικονομικό και κοινωνικό-πολιτικό γεγονός ή ακριβέστερα, αυτά τα δύο στοιχεία διαπλέκονταν μέσα στην κρίση. Η χρηματο-οικονομική επέκταση των τελών του 20ου αιώνα, επίλυσε προσωρινά αυτές τις διαπλεκόμενες κρίσεις προς όφελος των αμερικάνων καπιταλιστών και του αμερικανικού κράτους, οδηγώντας στην μπελ επόκ της δεκαετίας του 1990. Η χρηματιστικοποίηση –η γενικευμένη εγκατάλειψη του εμπορίου και της παραγωγής από το κεφάλαιο και η στροφή στην χρηματιστική διαμεσολάβηση και κερδοσκοπία– είχε αποσυνθετικές συνέπειες στα κοινωνικά κινήματα σε παγκόσμιο επίπεδο, κυρίως μέσω του μηχανισμού πρόκλησης κρίσεων χρέους στο Νότο και των μαζικών απολύσεων στην καρδιά των εργατικών κινημάτων του Βορρά.

Εάν όλοι οι προηγούμενοι εκτεταμένοι αιώνες προϋπέθεταν μια ριζική κοινωνικο-πολιτική αναδιοργάνωση του παγκόσμιου συστήματος, όπως για παράδειγμα το τέλος του εμπορίου σκλάβων στον Ατλαντικό κατά την διάρκεια της βρετανικής ηγεμονίας, το τέλος της τυπικής αποικιοκρατίας υπό την αμερικάνικη ηγεμονία, τότε τι θα μπορούσε να προτείνει η ανάλυση μας για το είδος των ριζικών αναδιαρθρώσεων που απαιτούνται σήμερα; Πρώτον, μια νέα παγκόσμια ηγεμονία (είτε καθοδηγείται από ένα και μοναδικό κράτος, είτε από μια συμμαχία κρατών, είτε από ένα παγκόσμιο κράτος) θα πρέπει να επιτρέψει έναν μεγαλύτερο βαθμό ισότητας μεταξύ του Νότου και του Βορρά, δεδομένης και της οικονομικής δύναμης του πρώτου. Εάν η γραμμική τάση προς την αυξανόμενη κοινωνική πολυπλοκότητα συνεχιζόταν στο μέλλον, τότε θα απαιτούσε μια τέτοια εξίσωση Βορρά και Νότου, τουλάχιστον εν μέρει, μέσω της ενσωμάτωσης μιας ευρείας γκάμας κοινωνικών κινημάτων από τα κάτω. (Η γενικευμένη κοινωνική αναταραχή στην Κίνα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, τόσο στις αστικές όσο και στις αγροτικές περιοχές –και οι προσπάθειες της κινέζικης κυβέρνησης να ανταποκριθεί σ’ αυτή– μπορεί να είναι προάγγελος μιας ευρύτερης τάσης προς την αναβάθμιση της κοινωνικής πολυπλοκότητας σε παγκόσμια κλίμακα).

Αλλά τι θα σήμαινε αυτό πιο συγκεκριμένα; Αυτό το ερώτημα μας φέρνει στο τρίτο στοιχείο που καταδεικνύεται στο σχήμα 1 και δεν έχουμε συζητήσει ακόμα. Όλες οι προηγούμενες παγκόσμιες ηγεμονίες βασίστηκαν στην εξωτερίκευση του κόστους αναπαραγωγής της εργασίας και της φύσης. Δηλαδή, η κερδοφορία σε όλες τις προηγούμενες υλικές επεκτάσεις εξαρτιόταν από την αντιμετώπιση του φυσικού κόσμου ως μια χωρίς κόστος εισροή στην παραγωγή. Επιπλέον, η κερδοφορία στηρίζονταν στο ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των εργατών του πλανήτη απολάμβανε το πλήρες κόστος (ή σχεδόν) της αναπαραγωγής της εργατικής τους δύναμης. Αντίθετα, ένα μεγάλο μέρος του κόστους της αναπαραγωγής μετατοπίζονταν στα νοικοκυριά και τις κοινότητες που εμπλέκονταν σε απλήρωτες δραστηριότητες (όπως είναι η οικιακή γεωργία ή η απλήρωτη οικιακή εργασία, η ανατροφή των παιδιών και η φροντίδα των άρρωστων και των γηραιότερων).

Η εξωτερίκευση του κόστους αναπαραγωγής της φύσης έφτασε σε παροξυστικά επίπεδα κατά τον εκτεταμένο 20ο αιώνα, με το έντονα ενεργοβόρο και σπάταλο μοντέλο μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης που συνδέθηκε με τον «αμερικανικό τρόπο ζωής». Επιπλέον, η ανάπτυξη για όλους –ότι ο καθένας θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στον αμερικανικό τρόπο ζωής– αποτελούσε μια άμεση υπόσχεση της αμερικανικής ηγεμονίας (η οποία θεσμοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, και μέσω του Αναπτυξιακού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών). Το ότι αυτή η υπόσχεση ήταν «ψεύτικη», έγινε αντιληπτό για πρώτη φορά κατά την κρίση της δεκαετίας του ’70, με το σοκ της ανόδου των τιμών του πετρελαίου, που αποτέλεσε έναν ξεκάθαρο δείκτη γι’ αυτό.

Ο Μοχάντας Γκάντι είχε ήδη αναγνωρίσει το πρόβλημα το 1928: «Ο οικονομικός ιμπεριαλισμός ενός και μοναδικού μικρού νησιού [της Αγγλίας] έχει αλυσοδέσει ολόκληρο τον πλανήτη. Εάν ένα ολόκληρο έθνος 300 εκατομμυρίων [ο τότε πληθυσμός της Ινδίας] εφάρμοζε μια αντίστοιχη οικονομική πολιτική εκμετάλλευσης, θα αποψίλωνε τον πλανήτη σαν ακρίδα» (11). Η διορατικότητα του Γκάντι, παραμένει πάντα επίκαιρη μετά από 80 χρόνια: η άνοδος της Δύσης στηρίχτηκε σε ένα αβίωτο οικολογικά μοντέλο, το οποίο ήταν εφικτό μόνον όσο η πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού αποκλειόταν από αυτό. Δεδομένης της μεταβαλλόμενης γεωγραφικής κατανομής της οικονομικής ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα, καθίσταται σαφές πως η πρόσβαση σε αυτού του τύπου την κατανάλωση μπορεί να είναι περιορισμένη μόνον σε ένα μικρό ποσοστό του συνολικού πλανητικού πληθυσμού. Έτσι, οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια να γενικευτεί ο αμερικανικός τρόπος ζωής μπορεί να οδηγήσει μόνον σε κοινωνικές, πολιτικές και οικολογικές συγκρούσεις που είναι πολύ πιθανότερο να αποτελέσουν τη βάση για μια μακρά περίοδο χάους παρά για μια νέα υλική επέκταση.

Το μοντέλο συσσώρευσης που επέτρεψε την υλική επέκταση του μακρού 20ου αιώνα, δεν μπορεί να προσφέρει το έδαφος για μια νέα υλική επέκταση κατά τον 21ο αιώνα. Οποιαδήποτε νέα υλική επέκταση σε παγκόσμια κλίμακα προϋποθέτει ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνικό, γεωπολιτικό και οικολογικό μοντέλο, διαφορετικό όχι μόνον σε σχέση με τον μακρό 20ο αιώνα αλλά και από τους προηγούμενους. Προϋποθέτει ένα εναλλακτικό δρόμο ως προς το δυτικό ενεργοβόρο μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης, ένα μοντέλο εντάσεως εργασίας, που να είναι λιγότερο σπάταλο ως προς τους φυσικούς πόρους, και να μη βασίζεται στον αποκλεισμό της μεγάλης πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού από τα αγαθά του (12).

Έχουμε φτάσει στο τέλος του εκτεταμένου 20ου αιώνα. Το εάν θα αποκαλέσουμε αυτό που θα προκύψει έναν ακόμα «εκτεταμένο αιώνα» του ιστορικού καπιταλισμού ή αν θα αποφασίσουμε (αναδρομικά) ότι έχουμε φτάσει και στο τέλος του ίδιου του ιστορικού καπιταλισμού, παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα. Εν τω μεταξύ, μια μακρά και έντονη περίοδος συστημικού χάους ανάλογου αλλά όχι ταυτόσημου με το συστημικό χάος του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, παραμένει ένα πολύ σοβαρό ιστορικό ενδεχόμενο. Ενώ το τέλος του μακρού 20ου αιώνα είναι αναπόφευκτο, δεν υπάρχει τίποτε που να προδικάζει το εάν αυτή η κατάληξη θα είναι καταστροφική ή όχι. Είναι επιτακτική συλλογική αποστολή μας το να αποτρέψουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Μετάφραση: Γιώργος Ρακκάς

Επιμέλεια: Γ. Καραμπελιάς



Σημειώσεις

1 Eric Hobsbawm, The Age of Extremes: A History of the World 1914-1991 Pantheon, Νέα Υόρκη: 1995, 558-59.

2 Σε αυτό το κείμενο παρουσιάζουμε μια περίληψη μερικών από τα κύρια ευρήματα της έρευνάς μας, αποφεύγοντας τις εκτενείς παραπομπές στο πλούσιο ιστορικό και θεωρητικό υλικό πάνω στο οποίο στηρίζονται οι αναλύσεις μας. Για μια ολοκληρωμένη εκδοχή των επιχειρημάτων που παρουσιάζονται εδώ (και περιλαμβάνουν εκτεταμένες βιβλιογραφικές αναφορές), βλέπε, Giovanni Arrighi, The Long Twentieth Century: Money, Power and the Origins of Our Times, Verso, Λονδίνο, 22010. Giovanni Arrighi and Beverly J. Silver, Chaos and Governance in the Modern World System, University of Minnesota Press, Μινεάπολη 1999. Arrighi and Silver, “Capitalism and World (Dis)Order,” Review of International Studies 27 (2001): 257-79. Silver and Arrighi, “Polanyi’s ‘Double Movement’: The Belle Epoques of British and U.S. Hegemony Compared,” Politics and Society 31, no. 2 (2003), 325-55. Silver, Forces of Labor: Workers’ Movements and Globalization since 1870, Cambridge University Press, Κέμπριτζ 2003. Arrighi, Adam Smith in Beijing: Lineages ofthe Twenty-first Century , Verso, Λονδίνο 2007.

3 Fernand Braudel, Civilization and Capitalism, 15th-18th Century, τ. 3, The Perspective of the World, Harper and Row, Νέα Υόρκη 1979.

4 Braudel, Civilization and Capitalism, ό.π. τ. 3, σσ. 157, 164, 242-43, 246, 604.

5 Greta R. -Krippner, “The Financialization of the American Economy,” Socio-Economic Review 3 (2005), σσ. 173-208.

6 Το γενικό σχήμα του κεφαλαίου είναι Χ-Ε-Χ΄, όπου το Χ είναι το κεφάλαιο που επενδύεται στο Ε (εμπορεύματα, που περιλαμβάνουν την εργασία, τις μηχανές και τις πρώτες ύλες), ενώ Χ΄ είναι το κεφάλαιο που επιστρέφεται στον καπιταλιστή όταν πωλούνται τα εμπορεύματα που έχουν παραχθεί. Εάν το Χ΄ είναι μεγαλύτερο από το Χ, τότε ο καπιταλιστής έχει παραγάγει κέρδος. Αν το Χ΄ είναι αισθητά χαμηλότερο του Χ, τότε δεν υπάρχει κανένα κέρδος και κανένα κίνητρο για τους καπιταλιστές ώστε να επενδύσουν στην παραγωγή, είτε ατομικά, είτε ως τάξη. Karl Marx, Capital, τ. 1, 1867. ανατύπωση, Foreign Languages Publishing House, Μόσχα, 1959.

7 Marx, Capital, 1, σσ. 755-56.

8 Μπορούμε να φανταστούμε αυτήν την διαδικασία ως ένα σύνολο αλληλοεπικαλυπτόμενων «καμπύλων με μορφή τελικού σίγμα». Η αλληλοεπικάλυψη καταδεικνύει το γεγονός ότι ένας νέος συστημικός κύκλος συσσώρευσης προκύπτει την ίδια στιγμή που το κυρίαρχο καθεστώς αγγίζει τα όριά του.

9 Για μια λεπτομερή ιστορική ανάλυση των εξελικτικών σχημάτων που συνοψίζονται σε αυτήν την ενότητα βλέπε, Arrighi, Long Twentieth Century, ό.π., and Arrighi and Silver, Chaos and Governance, ό.π..

10 Για περισσότερα σ’ αυτό το σημείο βλέπε Arrighi, Long Twentieth Century, ό.π., and Arrighi and Silver, Chaos and Governance, ό.π.., Κεφ. 2 και Συμπεράσματα.

11 Αναφέρεται στο Ramachandra Guha, Environmentalism: A Global History, Longman’s, Νέα Υόρκη 2000, σ. 22.

12 Για τους λόγους για τους οποίους η Κίνα έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τόσο την κληρονομιά της κομμουνιστικής της εποχής όσο και αυτήν της «επανάστασης της μανιφακτούρας» των αυτοκρατορικών της χρόνων, προκειμένου να διαμορφώσει ένα νέο υβριδικό μοντέλο που αντιπροσωπεύει έναν εναλλακτικό δρόμο, βλέπε Arrighi, Adam Smith in Beijing, ό.π.

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Christa Päffgen (Nico) 16/10/1938 – 18/07/1988

Η μεγάλη κυρία της ροκ. Το Nico από τον Νίκο Παπατάκη που ήταν γκόμενός της για ένα διάστημα

Στο μισό αιώνα που έζησε:

1954-1964

μοντέλο 




κι ηθοποιός (εδώ στη Dolce Vita)

1965-1967

 Velvet Underground



1967

Chelsea Girl - η πρώτη σόλο δουλειά με τραγούδια των Reed, Cale, Dylan, Browne και άλλων

 
1968

The Marble Index - το πρώτο της αριστούργημα 
1970
Desertshore - από τους κορυφαίους δίσκους ever


1974
The End - το τρίτο αριστούργημα


1981

The Drama of Exile - η αξιοπρεπής παρακμή(1)


1985

Camera Obscura - η αξιοπρεπής παρακμή(2)

18 Ιουλίου 1988: ενώ έκανε ποδήλατο, υπέστη καρδιακή προσβολή, έπεσε και χτύπησε στο κεφάλι. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, διεγνώσθη  λανθασμένα θερμοπληξία και το βράδυ της ίδιας μέρας, μας αποχαιρέτησε για πάντα. 

Στην κηδεία της, οι φίλοι της "έψαλαν" το Mütterlein